Διασκεδάζει κανείς;



Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω, ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.
Βύρων Λεοντάρης

Oh, my soul.
Let me be in you now. Look out through my eyes. Look out at the things you made.
All things shining.
Terrence Malick (The Thin Red Line)


Τα κινήματα και οι πρωτοπορίες στερέψανε. Δεν τα νοσταλγούμε ούτε πενθούμε την απώλεια. Ήταν μέρος ενός κόσμου που αργοπεθαίνει, που αποσυντίθεται. Ζούμε μέσα σε αυτή τη μακράς διάρκειας σήψη, και επινοούμε τεχνάσματα και στρατηγήματα επιβίωσης. Και καλά κάνουμε, εφόσον βέβαια κρατάμε κάποια, ακόμα και ελάχιστα, μπόσικα και δεν μετέχουμε πλήρως στην εναλλάξ, αδιάφορα και αδιάκριτα εκτυλισσόμενη παρωδία/τραγωδία, ή έστω μετέχουμε με τη συναίσθηση (κι όχι απαραίτητα συνείδηση) ότι πρόκειται περί παρ-τραγ-ωδίας. Και να το μήνυμα που κομίζουμε στις απανταχού λέρες και τους απανταχού ριζοσπάστες: δεν θα μας πάρει μαζί του αυτός ο κόσμος που γκρεμοτσακίζεται, δεν θα μας πλακώσουν τα χαλάσματα, δεν θα πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας! Μέσα από την απλή επιβίωση, την α-νόητη ζωή, την καθαρή ζωτικότητα της αναπνοής θα ξαναβρούμε τη σχέση μας με την ευτυχία, την επιμέλεια του εαυτού και τη νοηματοδότηση του βίου. Με αυτό που αρκεί.

Του Νότιου Πάρκου

του Βασίλη Λαδά

φωτογραφία: 7 Απριλίου 2019, δίπλα στο φάρο

7 Απριλίου 2019, ηλιόλουστη Κυριακή μεσημέρι ξεκινάμε τον περίπατο από το Φάρο της Ιχθυόσκαλας προς το λιμάνι των Ιτεών. Νότιο Πάρκο, μια διαδρομή ενάμισυ χιλιόμετρο περίπου.

Στην αφετηρία μας το πολυπληθές και θορυβώδες εντευκτήριο του Φάρου με παιδότοπο, χαρούμενες φωνές, και «πρόσεχε» από τις μαμάδες. Πίσω από την Ιχθυόσκαλα ήταν το μικρό λιμάνι της Ψιλής με τα ψαροκάικα. Στο ένδοξο παρελθόν του ήταν το λιμάνι των Ρωμαίων παλαίμαχων λεγεωνάριων του Αυγούστου, που ήρθαν από την θάλασσα και δημιούργησαν την πόλη. Ο δρόμος ευθύς βατός για όλους και γι αυτούς που κυλάνε καροτσάκια, κάτι το ακατόρθωτο μέσα στην πόλη, λιθόστρωτο στην αρχή του και σιμά στη θάλασσα.

Νίτσε, ναζισμός και παραχάραξη


του Θοδωρή Τζίμα



«Οι εχθροί μου έγιναν πολύ δυνατοί και 
παραμόρφωσαν την διδασκαλία μου,
τόσο που οι πολυαγαπημένοι μου
θα πρέπει να ντρέπονται 
για τα δώρα που τους έδωσα»
(Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα)


Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε σπουδαίος φιλόσοφος, σχεδόν αξεπέραστος. Ιδιότροπος, καινοτόμος, αιρετικός και ριζοσπάστης. Γεννημένος το 1844 στη Γερμανία θήτευσε μεταξύ άλλων δίπλα στον Σοπενχάουερ και τον Βάγκνερ, τους οποίους σύντομα αποκήρυξε. Τα γραπτά του, αν και δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής στην εποχή του, έμελε να θέσουν την δυτική σκέψη σε μια νέα, πρωτόγνωρη βάση φτάνοντας να συγκροτούν μια νέα φιλοσοφική τάση, τον νιτσεϊσμό.

Φυσική απόρροια αυτού ήταν ο Νίτσε να επηρεάσει όλο το πολιτικό φάσμα της πολιτικής θεωρίας. Αναρχισμός, φεμινισμός, αλλά και ναζισμός, σωβινισμός και αντισημιτισμός επηρεάστηκαν βαθύτατα από την νιτσεϊκή σκέψη. Μέχρι ενός σημείου, η δίσημη και αινιγματική γραφή του Νίτσε είναι το άλλοθι για όλες αυτές τις αντιφατικές κι ετερόκλητες επιρροές. Στη πραγματικότητα, ο Νίτσε το μόνο από το οποίο γλίτωσε ήταν να χαρακτηριστεί μικροαστός φιλόσοφος (τάση που τα τελευταία υπάρχει στους κόλπους αριστερών σεχτών).

Δυο σημειώματα για το Μάη


του Λεωνίδα Πραπίδη



Τα δυο παρακάτω σημειώματα δημοσιεύτηκαν από το Λεωνίδα διαδοχικά το Μάη του 2013 και το Μάη του 2018, εξ αφορμής των 45 και 50 χρόνων από το Γαλλικό Μάη του 68’. Επέλεξα να τα δημοσιεύσω μαζί καθώς αποτελούν μια διαλεκτική ενότητα, αφού, κατά τη γνώμη μου, συμπληρώνουν —κατοπτρικά— το ένα το άλλο.

Ι

«Να θυμόσαστε πάντα πως τα "αιώνια βουνά στον ορίζοντα" είναι απλώς σκηνικά στον πίνακα. Κουνήστε τον ελαφρά και θα τα δείτε να τρέμουν!»[1]


Όλα δείχνουν να αρχίζουν αναπάντεχα και ξαφνικά. Μία ασυγκράτητη ορμή γεμίζει τις οδούς και τις λεωφόρους της μητρόπολης από νεανικές προσδοκίες μαζί με άκρατο ενθουσιασμό. Ένα ατίθασο κύμα μίας ευφάνταστης και πνευματώδους συνθηματολογίας, που είναι γραμμένη επάνω στους τοίχους των πανεπιστημίων και των εργοστασίων, συμπαρασύρει τις συνειδήσεις. Δεν υπάρχουν σχολαστικά ιδεώδη και πεζή ρητορεία. Δεν υφίσταται καμία ιεραρχία. Μόνος κυρίαρχος είναι ο αυθορμητισμός. Μοναδική κινητήριος δύναμη, η αντίδραση σε κάθε είδους αυταρχισμό. Όλοι εναντιώνονται στον πρόσκαιρο ευδαιμονισμό και την επιβεβλημένη αφθονία που αναχαιτίζει τα συναισθήματα και περιορίζει τη σκέψη. Το πλήθος είναι τόσο πελώριο και μαζικό που αρκεί μόνο: «Ένα γέλιο (του, που) θα σας θάψει»!

Στα υπόγεια καταφύγια του στίχου (για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο)


Του Θωμά Ιωάννου



Η θάλασσα δεν είναι πάντοτε φιλική και η ναυτία που προκαλεί στους ταξιδιώτες της είναι ένα σύμπτωμα που από παροδικό συχνά καθίσταται χρόνιο. Φανταστείτε τώρα κάποιον να διασχίζει την Ερυθρά Θάλασσα της ιστορίας δίχως την ελπίδα να βρεθεί το ραβδί του Μωυσή για να μετατοπίσει τα νερά ώστε να φτάσει στη γη της επαγγελίας. Ακόμα χειρότερα, όταν η ουτοπία εκπνέει και δεν υπάρχει παρά μονάχα μια χώρα σε κατάσταση δυστοπίας που αδυνατεί να ορίσει τα χωρικά της ύδατα.

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος παρέμεινε μια αμφίβια ύπαρξη, μισός δοσμένος στη θάλασσα και μισός ταγμένος στη στεριά. Ίσως, κάποτε να διαχωρίστηκαν εντός του η στεριά και η θάλασσα και έκτοτε συνέχισε εν μετεωρισμώ. Η φράση «ζήσαμε με μισή καρδιά σε στεριά και σε θάλασσα»[1], συνοψίζει τη διχοστασία και αμφιθυμία του ποιητή, καθώς και την αδυναμία του να υπάρξει εν όλω, δίχως μια διαρκή απειλή διαμελισμού. Δυσπροσάρμοστος όντας, σταδιακά ανέπτυξε το σύμπτωμα της ναυτίας, μιας δυσανεξίας στην περιρρέουσα πραγματικότητα. Τον ξέβρασε το κύμα της ιστορίας και επέζησε σε μία κατάσταση πρωτογονισμού, απορρίπτοντας το πλαίσιο μιας τεχνολογικής(λογοτεχνικής) προόδου.

Έχοντας στις αποσκευές του τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, επέστρεψε στα στοιχειώδη και χρειώδη, στην πυρηνική δηλαδή ουσία της ύπαρξης. «Έμαθα τον αποχαιρετισμό σε όλες τις γλώσσες»,[2] επισημαίνει και καθώς «φεύγοντας κι απ’ την ποίηση δεν έχεις πού να πας/και τα ταξίδια τελειώνουνε μια μέρα»,[3] ξανοίχτηκε στο πέλαγος μιας τρικυμιώδους στεριάς. Πέρασαν τόσα χρόνια και δεν έμαθε πώς να ισορροπεί σε ένα κομμάτι γης. Με τα μάτια διαρκώς στραμμένα στη θάλασσα, γύρισε την πλάτη στη στερεή γη, έτοιμος πάντα για ένα μεγάλο μπάρκο στο απέραντο.