She put her wounded flesh in the water 
Her face did not seem to change 
Gaze nailed in vacuum 

Then I realized she was addicted to pain 

Near the wild solitude of the woods 
Next to the corpses and the noise of battle, 
I realized what she was looking to love: 

It was this wild obsession 
The few moments of absolute calm 
That made her to profligate 
Over the dead bodies

Μερικά καλοκαίρια αρνούνται

Μερικά καλοκαίρια δε θέλουν να τελειώσουν. Είναι ο χρόνος τους που κυλάει αλλιώς. Τα καλοκαίρια ο χρόνος κάτι σα να παθαίνει, σταματάει και οι άνθρωποι αγαπάνε αυθόρμητα τους ανθρώπους. Για αυτό και ο χρόνος που ποτέ του δεν κατάλαβε το καλοκαίρι έφτιαξε για τους ανθρώπους ρολόγια. Ρολόγια να ξυπνάνε το πρωί για δουλειά, ρολόγια για το γραφείο, το εργοστάσιο, το σχολείο, ρολόγια για το διάλειμμα, για κολατσιό, ρολόγια για τα καταστήματα, τα σίριαλ στην τηλεόραση και τα βραδινά δελτία. Τόσα ρολόγια για να μη χάνουμε το χρόνο. Και όμως ο χρόνος κρύφτηκε πίσω από τα ρολόγια.