Sing along for a bird in a cage


(I)
Οι δύο τύποι που χτύπησαν με ανελέητο μένος έναν άνθρωπο ανήμπορο που προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί σαν πουλί σε κλουβί δεν ήθελαν απλώς να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους. Δεν ήταν οι τυπικοί «φιλήσυχοι νοικοκυραίοι, μαγαζάτορες και μικροαστοί», που εκτονώνονται σε οριακές στιγμές δυσφορίας και δυσανεξίας λόγω διακινδύνευσης του τυπικού καπιταλιστικού φαντασιακού τους. Ήταν η ενσάρκωση του μοριακού φασισμού σε κατάσταση παροξυσμού. Ήταν πολέμαρχοι σε διάταξη μάχης. Η καταιγιστική κλωτσοπατινάδα πάνω σε σπασμένα γυαλιά είναι η εκδήλωση της ισχύος και του μεγαλείου της με όλη τους την ορμή, οργή, μίσος και κάβλα. Είναι η εν ψυχρώ πραγμάτωση (σε συνειδητό δηλαδή επίπεδο) του σαδισμού που σωρεύεται, σωματοποιείται και εν τέλει εκκρίνεται ως blitzkrieg σε οριακές στιγμές αδυναμίας διάκρισης μεταξύ πραγματικότητας και παραληρήματος, μεταξύ πολιτισμένης κοινωνίας και εμπόλεμης κοινωνίας.
(II)
Αυτή η σαδιστική βία μάς τρομάζει, και καλώς μας τρομάζει. Αλλά δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει, ούτε θα έπρεπε να τη θεωρούμε παρέκκλιση από τον κανόνα. Όχι με την έννοια ότι αυτοί οι δύο τύποι αντιπροσωπεύουν τον μέσο όρο και άρα η κοινωνία μας είναι εκφασισμένη και εμπόλεμη γενικά, αλλά με την έννοια ότι στον πυρήνα του κανόνα βρίσκεται η ισχύς και οι πολλαπλές, με άπειρες διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις, εκδηλώσεις και ενσαρκώσεις της.
(III)
Ακόμα πιο ανησυχητική και δηλωτική για την τρέχουσα ψυχοσύνθεση είναι η έλλειψη στοιχειωδών αντανακλαστικών στο θέαμα μιας τέτοιας υβριστικής, χωρίς όρια, βίας. Το γεγονός ότι μόνο ένας, ανάμεσα σε πολλούς αυτόπτες μάρτυρες, βρέθηκε να βροντοφωνάξει «ως εδώ ρε» καταδεικνύει το μπλοκάρισμα της ροής και της κυκλοφορίας αισθημάτων ανάμεσα σε εξίσου πάσχοντα σώματα, τη βαθμιαία απονέκρωση των αισθημάτων, την ανημπόρια που τείνει να γίνει σάρκα από τη σάρκα μας. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτός ο ένας ήταν παιδί λαϊκό και προλέ. Αν είσαι μαθημένος στα ζόρια, μαθαίνεις ενστικτωδώς να μην είσαι αδιάφορος, να αναγνωρίζεις τα όρια και να παρεμβαίνεις όταν αυτά ξεπερνιούνται, και μάλιστα βίαια.
(IV)
Το γεγονός ότι οι μπάτσοι υπολείπονταν σε κτηνωδία στο συγκεκριμένο συμβάν (και όχι μόνο) είναι επίσης ιδιαίτερα ανησυχητικό. Όσο πιο βίαιοι, βρώμικοι και κακοί οι υπήκοοι, τόσο πιο ευγενές, αγαθό και ευεργετικό το Κράτος και η Αστυνομία του. Όσο πιο απάνθρωπη η βία των υπηκόων, τόσο πιο ανθρώπινη η προστασία του πολίτη. Και όσο πιο απονεκρωμένη η σιωπηλή πλειοψηφία, τόσο πιο ισχυρή και συν τω χρόνω επικίνδυνη αυτή η κρίσιμη διαλεκτική αγέλης και τσοπάνη.
(V)
Τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα για το αν ήταν δολο-φονία ή όχι, για το αν ήταν θανατηφόρα ή επικίνδυνη η σωματική βλάβη θα ήταν προτιμότερο να τα αφήσουμε στους δικηγόρους, τους ανακριτές και τους δικαστές. Όσο περισσότερο ασχολούμαστε μ’ αυτά, τόσο εμπεδώνουμε το Δίκαιο, τα Δικαιώματα και το Κράτος. Το ξέσπασμα της «μυθικής βίας», της βίας που θεσπίζει και συντηρεί το Υπάρχον, δεν κατανοείται ούτε κι αποτρέπεται με την προσφυγή στους νομικο-δικαιϊκούς θεσμούς και τη –μόνο για μυημένους– γλώσσα τους.
(VI)
Η υπεράσπιση του Ζακ Κωστόπουλου και της μνήμης του ως εν δυνάμει κλέφτη ή ληστή, ως φτωχοδιάβολου, ως ταξικού υποκειμένου, ως τοξικομανούς, ως οροθετικού, ως queer, ως drag queen ή ως οποιασδήποτε από τις άλλες ιδιότητες ή ταυτότητές του είναι μια υπεράσπιση αναιμική και άγονη. Αν θέλουμε οπωσδήποτε να επενδύσουμε με κάποιον συμβολισμό τον Ζακ Κωστόπουλο, το αίμα του, τη σάρκα του και τα οστά του, αν δεν μπορούμε να υπάρξουμε κοινωνικά, πολιτικά και κυρίως υπαρξιακά χωρίς μια ισχυρή επένδυση κι ένα ισχυρό σύμβολο, ας πούμε τουλάχιστον ότι είναι ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μια μοναδικότητα χωρίς ταυτότητα, ένα διάκενο απ’ όπου περνά καθαρός αέρας, ένας άγγελος/δαίμονας της κοινότητας που έρχεται. Κι ως τέτοιον ας τον πενθήσουμε κι ας τον τιμήσουμε.

π.
27/9/2019

Η πρόοδος ως θυσία, και οι έννοιες της «μίμησης» και του «οργίου» στη σύγχρονη θεωρία


Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗ μορφή τής γνώσης και ως προνομιακή δραστηριότητα της γλώσσας, επιφορτισμένη με το έργο να θεσπίσει ή να άρει τόσο τα επιμέρους γνωστικά πεδία και μέσα όσο και τα ισχύοντα πλέγματα των αξιών στην ανθρώπινη κοινωνία, τελείωσε καθώς λένε με τον Χέγκελ. Αυτός, ο τελευταίος στοχαστής που ερμήνευσε τον κόσμο ως Λόγο, ορίζει και το σημείο καμπής τού νεότερου αστικού πολιτισμού, εκεί όπου τα επαναστατικά ιδεώδη συνάντησαν το όριό τους στον τρόπο με τον οποίον οργανώθηκε η καινούργια κοινωνία και οι φορείς τους μετατράπηκαν σε ιδιοτελείς απολογητές μιας ελάχιστα ανθρώπινης κατάστασης πραγμάτων. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν κάνουν στο εξής το έργο τής σκέψης εξ ορισμού προβληματικό: η αμφισημία εγκαθίσταται στην καρδιά του πραγματικού, καθώς ένας πολιτισμός καταποντίζεται από τις δυνάμεις που ο ίδιος εξαπέλυσε· ο στοχασμός δεν βρίσκει θεμέλιο και το νέο αναβάλλει διαρκώς την έλευσή του. Μέσα σε τούτο το κλονισμένο σύμπαν η θεωρία, αν και ανίσχυρη, αποκτά μια επείγουσα σημασία καθώς τα ερωτήματα τίθενται με όρους επιβίωσης ή θανάτου. Αυτό είναι που δίνει στη σκέψη του εικοστού αιώνα αυτή την τρομακτική της σοβαρότητα, σφραγισμένη βαθιά από την οδύνη, την αγωνία και τη σύγχυση.

Καλώς ήρθαμε έρημο του εικονικού

Η δημόσια συζήτηση, αν μπορεί πλέον κανείς να την πει έτσι, εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε γκροτέσκα ρωμαϊκή αρένα. Τα σόσιαλ μήντια λειτουργούν ως εκκολαπτήριο και μεγεθυντής ό,τι τοξικού μπορεί να γεννήσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Ένας κυκεώνας άναρθρων κραυγών, διαδικτυακού κανιβαλισμού, ύβρεων, επιθετικότητας και fake news. Κοινωνιοπαθείς περιπτώσεις (sociopaths) αντλούν απόλαυση ξεσπώντας στο διαδίκτυο, στοχοποιώντας ανθρώπους, κραυγάζοντας ψόφους και κρεμάλες. Ένα εικονικό ντοπάρισμα ισχύος και εκτόνωσης ως υπεραναπλήρωση της θλιβερής τους ύπαρξης μακριά από το πληκτρολόγιο.

Τι αντίκρισμα έχουν όλα αυτά στην πραγματική πραγματικότητα, στην κοινωνία των αληθινών σχέσεων ισχύος και εκμετάλλευσης και όχι της εικονικής διαφυγής; Απολύτως καμία, ο διαδικτυακός νταής που νομίζει ότι ταπεινώνει τα θύματά του, ο υπερεπεναστάτης που φαντασιώνεται ότι καταλαμβάνει τα χειμερινά ανάκτορα στο fb, ο εθνικιστής που κάθε δύο λεπτά στήνει κρεμάλες στα σόσιαλ μήντια για τους εχθρούς του έθνους, όλοι επιτελούν βουβά και υποτακτικά τους κοινωνικούς τους ρόλους πάνω στους οποίους δεν έχουν τον παραμικρό έλεγχο. Και όσο πιο έντονη, θορυβώδης και πλούσια η εικονική ζωή, τόσο φτωχότερη, αδιάφορη ή και μίζερη είναι η πραγματική.

Με την ανάδυση της καταναλωτικής κοινωνίας, έγραφε ο Ντεμπόρ στην Κοινωνία του Θεάματος, η ανθρώπινη ύπαρξη ξέπεσε από το είναι στο έχειν, ενώ με την έλευση του θεάματος διολίσθησε στο φαίνεσθαι. Τα σόσιαλ μήντια παροξύνουν την ανάγκη του φαίνεσθαι, από την επιδεικτική κατανάλωση περάσαμε στην επιδεικτική εμπειρία ή μάλλον στην επιδεικτική προσομοίωση εμπειρίας. Οι χρήστες διαγωνίζονται στην παραστατική υπόδυση συναισθημάτων, μία ατελείωτη εναλλαγή εικονικής λύπης, θυμού, χαράς, αγανάκτησης, έκπληξης, αγωνιστικότητας κ.ο.κ.


Το περιεχόμενο που ως επί το πλείστον, παράγεται από τους χρήστες στα σόσιαλ μήντια ακολουθεί εκείνο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, συνήθως τη χειρότερη εκδοχή του - τα ριάλιτι σόου, τη λογική της κλειδαρότρυπας, την πορνογραφία της φρίκης. Ο μιμητισμός και οι αγελαίες συμπεριφορές κυριαρχούν, ενώ μέσα από την ατελείωτη μιμητική αλυσίδα η αναπαράσταση της ύπαρξης απομακρύνεται όλο και περισσότερο στο αφηρημένο. Καλώς ήρθαμε έρημο του εικονικού.

Δημήτρης Τσίρκας


Η πυρκαγιά, ο Αμβρόσιος και ο τιμωρός Θεός!




Ι

Η καταστροφική πυρκαγιά αυτής της εβδομάδας στην βορειανατολική Αττική είχε, σαν τραγική συνέπεια, την καταστροφή σημαντικού ανθρώπινου μόχθου και, το χειρότερο, την φρικιαστική απώλεια ογδόντα επτά (87) —μέχρι στιγμής— ανθρώπινων ζωών μεταξύ των οποίων και μικρά παιδιά. Καταδείχθηκε, με φρικτό τρόπο, η εξοργιστική αποτρεπτική ανικανότητα της ελληνικής πολιτείας, οι εξωφρενικές δικαιολογίες των εκπροσώπων της και η καιροσκοπική, υποκριτική και γι’ αυτό αηδιαστική συμπεριφορά των εκπροσώπων της αντιπολίτευσης, που θέλησαν ανερυθρίαστα να αποκομίσουν, μέσα απ’ τις ζέουσες στάχτες τις καταστροφής, μικροκομματικό οφέλη. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, η επελθούσα καταστροφή που συγκίνησε ολόκληρο το πανελλήνιο και όχι μόνο, εμφανίστηκε, από τον μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο, ως θεία τιμωρία επειδή ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας είναι «άθεος και κομμουνιστής» (σημ. 1). Οι προσκληθείσες αντιδράσεις, συνέπεια της βέβηλης δήλωσης, ήσαν πολυποίκιλες: πηγαία θυμηδία έως πλήρως ατιθάσευτη αγανάκτηση. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος προκληθείς να σχολιάσει δημοσίως την προαναφερθείσα αήθη δήλωση του Αμβρόσιου, διατύπωσε την διαφωνία του μ’ αυτήν προσθέτοντας πως ο Θεός «είναι Θεός αγάπης και όχι τιμωρός». Αυτή την διαβεβαίωση του μακαριότατου αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου ας μας επιτραπεί να την προσέξουμε ενδελεχέστερα μεν, εν τάχει δε. (Ούτως ή άλλως είμαστε υποχρεωμένοι —ειδικά τώρα!— να προβούμε σε εξοικονόμηση σκέψεων).

Το τέρας

Η εικόνα του χρυσαυγίτη Μπαρμπαρούση να καλεί σε πραξικόπημα από το βήμα της βουλής προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα. Η κραυγή του απεχθής και τρομακτική, πόσω μάλλον όταν βγαίνει από το στέλεχος μίας εγκληματικής οργάνωσης με δολοφονίες στο ενεργητικό της και στη χώρα που έχει πληρώσει ακριβά τις χούντες και τον ναζισμό. Η εμφάνισή του γελοία, η αδυναμία του να αρθρώσει σωστά δύο προτάσεις, οι σπαστικές κινήσεις του - μία κωμικοτραγική παρουσία σε πλήρη αντίθεση με την υποτιθέμενη ισχύ και το μεγαλείο της φυλής που επικαλείται η αηδιαστική ιδεολογία του.

Τα λεγόμενά του και όσα εκφράζει τρομάζουν, η όψη του προκαλεί γέλωτα. Τον ακούς και θέλεις να κλάψεις, τον βλέπεις και δεν μπορείς να συγκρατήσεις τα γέλια. Το κακό που απειλεί και φοβερίζει σε μορφή κωμική που εξοικειώνει και καθησυχάζει. Καμία όμως επανάπαυση δεν χωρά, η γκροτέσκα εικόνα του δεν εξευμενίζει το κακό, η αστεία κοινοτοπία του δεν το καθιστά λιγότερο επικίνδυνο. Από θέση ασφάλειας ο ναζισμός μοιάζει χοντροκομμένος, ανόητος και γελοίος. Όταν χαθεί αυτή η ασφάλεια μεταμορφώνεται σε τέρας και είναι ήδη αργά.

Δημήτρης Τσίρκας 

«Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός»: έννοια ασφυκτικής πληρότητας και αναλλοίωτης ταυτότητας!



Ι

Ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Τετράδια Μαρξισμού για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση» Αλέξανδρος Χρύσης έδωσε συνέντευξη στο κυριακάτικο «ΠΡΙΝ» της 28-5-2017 όπου, μεταξύ των άλλων, εξέφρασε και την ακόλουθη άποψη: Απαντώντας στην τελευταία ερώτηση η οποία είχε ως εξής: «Πώς θα συνδυαστεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα με την εσωκομματική δημοκρατία στους κόλπους ενός σύγχρονου κομμουνιστικού κόμματος;» έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Προσωπικά, και ως κανονιστική οργανωτική αρχή, υιοθετώ αυτή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη και τις κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές των καιρών. Επιμένω στη διάκριση δημοκρατικού και γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού. Βιαστήκαμε ίσως να ενταφιάσουμε το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, πριν τον εφαρμόσουμε. Όπως υποστήριξε ο μαρξιστής επαναστάτης Αντόνιο Γκράμσι, η πειθαρχία δεν εξαλείφει, σε κάθε περίπτωση, την προσωπικότητα και την ελευθερία. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η πηγή της πειθαρχίας. Αν αυτή η πηγή είναι δημοκρατική, αν ο νομοθέτης είναι πράγματι το συλλογικό υποκείμενο, η πειθαρχία αποτελεί ένα αναγκαίο στοιχείο ελευθερίας, καθώς προσεγγίζει οριακά την αναβάθμισή της σε αυτοπειθαρχία».  Την πιο πάνω δήλωση-άποψη του Αλέξανδρου Χρύση (στο εξής Α.Χ) την θεωρούμε κεφαλαιώδους σημασίας γι’ αυτό και αποτελεί την αφορμή και την αιτία της σχετικής συλλογιστικής μας που εκτίθεται σ’ αυτό το άρθρο μας. Θέλοντας να διευκολύνουμε την συζήτηση με τον Α.Χ ας επικεντρωθούμε στον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» λενινιστικής έμπνευσης εν αντιπαραβολή προς τον «γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό» προς τον οποίο ο Α.Χ αντιτίθεται.

Ο Προμηθέας και η γκρίζα ζώνη


Μιλώντας για τη «γκρίζα ζώνη» στο Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν ο Πρίμο Λέβι λέει ότι η πιο ακραία φιγούρα των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι οι Sonderkommando (ειδική ομάδα), οι Εβραίοι κρατούμενοι στους οποίους οι ναζί είχαν αναθέσει τη διαχείριση των θαλάμων αερίων και των κρεματορίων. Δουλειά τους ήταν να οδηγούν τους έγκλειστους στους θαλάμους αερίων, στη συνέχεια έσερναν έξω τα πτώματα, τα έπλεναν, έβγαζαν τα χρυσά δόντια, έκοβαν τα μαλλιά των γυναικών, έκαναν τη διαλογή ενδυμάτων και υποδημάτων, μετέφεραν τα πτώματα στα κρεματόρια και τέλος άδειαζαν τους φούρνους από τα υπολείμματα της στάχτης.

Η οργάνωση αυτών των ομάδων, ισχυρίζεται ο Πρίμο Λέβι, υπήρξε το δαιμονικότερο έγκλημα τους εθνικοσοσιαλισμού, γιατί διέλυσε το παμπάλαιο δυαδικό σχήμα καλού-κακού που όλοι έχουμε στο μυαλό μας, αυτή την αφαίρεση με την οποία μπορούμε να ερμηνεύσουμε, απλοϊκά έστω, το δυσερμήνευτο όσων συμβαίνουν, γιατί δημιούργησε μια «γκρίζα ζώνη» με δυσδιάκριτο περίγραμμα που ταυτοχρόνως χωρίζει αλλά και συνδέει τους δύο κόσμους: τον κόσμο των δήμιων και τον κόσμο των θυμάτων (άλλωστε, οι ίδιο οι Sonderkommando δεν γλύτωναν από την κοινή μοίρα των εγκλείστων, καθώς οι ναζί φρόντιζαν με ιδιαίτερη επιμέλεια και τη δική τους εξόντωση).

Και αυτό το δυαδικό σχήμα, σε ψυχολογικό επίπεδο, επιτεύχθηκε με το να δημιουργηθούν δεσμοί συνενοχής.

Ο ουγγροεβραίος γιατρός Miklos Nyiszli, ένας από τους ελάχιστους επιζώντες Sonderkommando διέσωσε μια μοναδική μαρτυρία: παραβρέθηκε κάποτε σε κάποια «διάλειμμα από τη δουλειά», σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ μιας ομάδας των SS και μιας ομάδας των Sonderkommando. Στον ρόλο των θεατών, τα υπόλοιπα μέλη και των δύο ομάδων, που χειροκροτούν, ενθαρρύνουν ο καθένας την ομάδα του, στοιχηματίζουν ποιος θα νικήσει, ως εάν αυτός ο αγώνας να γινόταν σε ένα κανονικό επαρχιακό γήπεδο, κι όχι στην είσοδο της κόλασης.

Στο βάθος αυτής της «ανακωχής», αυτού του «διαλείμματος από τη δουλειά», λέει ο Miklos Nyiszli, ακούγεται ένα σατανικό γέλιο: «το κατορθώσαμε, δεν είστε πλέον η άλλη φυλή, η ενάντια φυλή, ο εχθρός του χιλιετούς Ράιχ. Σας αγκαλιάσαμε, σας διαφθείραμε, σας σύραμε στον πάτο μαζί μας. Είστε όμοιοί μας, κηλιδωμένοι από το ίδιος σας το αίμα, όπως εμείς. Κι εσείς, όπως εμείς, όπως ο Κάιν, φονεύσατε τον αδερφό σας. Ελάτε, μπορούμε να παίξουμε μαζί».

Σε όλη την καταγεγραμμένη ανθρώπινη ιστορία, αλλά και σήμερα, σε συνθήκες τόσο διαφορετικές κάθε φορά αλλά πάντα τραγικές, μπορούμε να διακρίνουμε άραγε αυτή την επικίνδυνη συνενοχή; Αντιλαμβανόμαστε ποιοι και πώς μπορούν να επιτελούν, ασυναίσθητα ενδεχομένως, τον ρόλο εκείνων των «ειδικών ομάδων»;

Στον Προμηθέα Δεσμώτη δεν υπάρχει μόνο ο Δίας και ο τιμωρημένος Προμηθέας. Υπάρχει ο γύπας, η Βία και ο Κράτος που αλυσοδένουν τον Προμηθέα, ο Ήφαιστος που έχει φτιάξει τις αλυσίδες…

Καθήκον μας σήμερα να διαλυθούν κατά το δυνατόν αυτές οι «γκρίζες ζώνες», ο φονιάς και το θύμα να μην είναι αγκαλιά.

Στον βράχο του Προμηθέα, ξέρουμε με ποιανού τη μοίρα ταυτιζόμαστε.

Κώστας Δεσποινιάδης 
(εισαγωγικό σημείωμα στο Πανοπτικόν #23)

Για την Ιερουργία της Άνοιξης

Πριν από δυο χρόνια πήρα το θάρρος και εξέδωσα ορισμένα ποιήματα σε συλλογή με τίτλο «Ιερουργία της Άνοιξης». Για το βιβλίο αυτό δεν ήθελα να κάνω παρουσιάσεις, όπως συνηθίζεται, γιατί ένοιωθα αμήχανα. Ορισμένοι φίλοι έγραψαν μερικά μικρά κείμενα και σχόλια για το βιβλίο. Αυτά τα κείμενα τα συγκέντρωσα όλα εδώ, σε αυτό το μπροσουράκι. Είχαμε σκοπό να το μοιράσουμε σε μια μουσική βραδιά με τους Astronuts όπου θα ακούγαμε ορισμένα μελοποιημένα ποιήματα της συλλογής. Τελικά η βραδιά δεν έγινε λόγω απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Για τα ποιήματα γράφουν οι Νίκος Χόνδρος, Δημήτρης Γκιούλος, Λεωνίδας Πανόπουλος, Δημήτρης Χαραλαμπάκης, Αθανασία Δανελάτου, Λεωνίδας Πραπίδης, Νάγια Παναγούλια, Φώτης Τερζάκης, Βασίλης Λαδάς και η Ματθίλδη Κ.Χ. Τους ευχαριστώ όλους, τον καθένα ξεχωριστά.

(πατήστε εδώ ή πάνω στην εικόνα)


Στο βασίλειο του κιτς



Αν υπάρχει μία αισθητική κατηγορία που αποτυπώνει την πραγματικότητα των σόσιαλ μήντια, αυτή αναμφίβολα είναι το κιτς. Όχι μόνο επειδή τα συγκεκριμένα μέσα κατακλύζονται καθημερινά από κιτς εικόνες κάθε είδους (γατάκια, τοπία, σέξι φωτογραφίες κλπ), αλλά εξαιτίας της λογικής που διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου τους.

Η πλειοψηφία των αναρτήσεων στα σόσιαλ μήντια αφορά σύντομα σχόλια ή εικόνες που απευθύνονται πρωτίστως στο συναίσθημα. Στόχος τους είναι να προκαλέσουν και να αιχμαλωτίσουν έστω και για λίγο την προσοχή των χρηστών, σε ένα περιβάλλον όπου τα ερεθίσματα είναι πάρα πολλά και το attention span μειώνεται διαρκώς. Στην προσπάθειά τους να κερδίσουν όσο το δυνατόν περισσότερους followers ακολουθούν μηχανικά την ίδια απλοϊκή και τυποποιημένη φόρμα, αναπαράγουν τετριμμένα θέματα, άμεσα αναγνωρίσιμα από το πλατύ κοινό και συγκινησιακά φορτισμένα. Ως εκ τούτου ελάχιστα εμπλουτίζουν τη γνώση ή την κατανόηση του θεατή/αναγνώστη.

Αυτά όμως είναι και τα δομικά διακριτικά χαρακτηριστικά του κιτς σύμφωνα με τους κυριότερους μελετητές του (Γκρίνμπερκ, Κούλκα, Σόλομον, Κούντερα κ.α.). Όπως στο κιτς, το μεγαλύτερο μέρος των αναρτήσεων στα σόσιαλ μήντια προσπαθούν να χειραγωγήσουν τον θεατή με πρωτόλειο και χοντροκομμένο τρόπο. Από τις αλλεπάλληλες κραυγές για τις αδικίες του κόσμου, μέχρι τις σπαραξικάρδιες φωτογραφίες προσφυγόπουλων και από τις αγωνιστικές εκκλήσεις μέχρι τα κοινότοπα αστεία και τις σέξι σέλφις, όλες παραπέμπουν σε μία απλοϊκή και υπερφίαλη εικόνα του κόσμου, διεγείροντας ταυτόχρονα εύκολα και επιφανειακά συναισθήματα.

Αντί για μία αυθεντική εμπειρία - αισθητική η γνωστική, οι αναρτήσεις στα σόσιαλ μήντια δεν προσφέρουν παρά μία επίπλαστη προσομοίωσή της. Μία παρωδία κάθαρσης, όπως σημείωνε ο Αντόρνο. Αντί να οξύνουν την κατανόησή μας για το θέμα με το οποίο καταπιάνονται, την αποχαυνώνουν. Εν τέλει, μέσα από τη διαρκή επανάληψη νεκρώνουν ακόμη και αυτή μας τη δυνατότητά να αισθανόμαστε.

Όπως το κιτς είναι προϊόν της βιομηχανικής επανάστασης – μία φθηνή απομίμηση τέχνης για τις μάζες, έτσι και το κιτς στα σόσιαλ μήντια είναι αποτέλεσμα της ψηφιακής επανάστασης και της μαζικής έκθεσης στην εικονική δημόσια σφαίρα. Ένας βολικός τρόπος να «σκοτώσουν» την ώρα τους οι άνθρωποι, χωρίς να αμφισβητήσουν τις θεμελιώδεις προκείμενες της βαρετής και αδιάφορης ζωής τους. Μία καθολική σφαίρα οικείου, προχωνευμένου και αυτάρεσκου υλικού που προκαλεί εύκολο ερεθισμό και πρόσκαιρη εκτόνωση, αλλά και ισχυρό εθισμό.

Παραφράζοντας τον Κούντερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σύμπαν των σόσιαλ μήντια είναι η μετάφραση της ηλιθιότητας στη γλώσσα του εξυπνακισμού, της κοινοτοπίας και του φθηνού συναισθηματισμού. Η ένωση της ανθρωπότητας έγινε επιτέλους πράξη κάτω από το λάβαρο του σοσιαλμηντιακού κιτς. 

Δημήτρης Τσίρκας



La parole a été donnée à l’ homme pour déguiser sa pensée

O λόγος (ομιλία) δόθηκε στον άνθρωπο για να μεταμφιέζει την σκέψη του

Ι
Ο γνωστός Εβραιοαυστριακός στοχαστής Καρλ Κράους («Όταν ο – εικοστός – αιώνας σήκωσε χέρι για να χτυπήσει τον εαυτό του, το χέρι αυτό ήταν ο Κράους» είπε ο Μπρεχτ) θεωρούσε την κακοποίηση και την φθορά της γλώσσας σύμφυτη με την ευτέλεια της περιρρέουσας σκέψης και την «διαφθορά» της ευθέως ανάλογη με αυτήν  της κοινωνίας. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος διανοούμενος που θα επισημάνει τόσο έγκαιρα και με τέτοια οξυδέρκεια, την οργανική και αιτιώδη σχέση μεταξύ γλώσσας, σκέψης, ενσυναίσθησης και πράξης.[1] Παράλληλα, ο Ερνστ Κασσίρερ αναφερόμενος στην γλώσσα του ναζισμού γράφει ότι ανακαλύπτει κατάπληκτος πως δεν καταλαβαίνει πια την γερμανική γλώσσα. «Έχουν πλαστεί καινούργιες λέξεις· κι οι παλιές ακόμη χρησιμοποιούνται με καινούργια έννοια· έχουν υποστεί μια βαθειά αλλαγή νοήματος… προηγουμένως είχαν περιγραφική, λογική ή σημαντική έννοια, τώρα χρησιμοποιούνται ως μαγικές λέξεις που σκοπός τους είναι να προκαλέσουν ορισμένα αποτελέσματα διεγείροντας ορισμένα συναισθήματα. Οι συνήθεις λέξεις μας είναι φορτισμένες με νοήματα· αλλά αυτές οι καινούργιες λέξεις φορτίζονται με αισθήματα και βίαια πάθη…
Όταν ακούμε αυτές τις καινούργιες λέξεις νιώθουμε μέσα τους όλη την κλίμακα των ανθρώπινων παθών, το μίσος, την οργή, την μανία, την έπαρση, την περιφρόνηση, και την αλαζονεία…»[2] Συνακόλουθα, η γλώσσα δεν είναι μόνο στοιχείο σοφίας, αλλά και σχολείο μωρίας.[3] Ο Machiavelli εκείνος ο μεγάλος δάσκαλος του πολιτικού τεχνάσματος και της πολιτικής απάτης ήταν ίσως ένας από τους πιο ειλικρινείς πολιτικούς συγγραφείς. Μιλάει ειλικρινά, απροκατάληπτα και με κάποια αφέλεια. Ποτέ δεν υποκρινόταν ούτε έκρυβε τις γνώμες και τις κρίσεις του· έλεγε την σκέψη του αποφασιστικά και απερίφραστα. Η καλύτερη λέξη γι’ αυτόν ήταν η τολμηρότερη. Οι σκέψεις του και το ύφος του δεν παρουσιάζουν αμφιλογία· είναι σαφείς, έντονες, ξεκάθαρες. Κανείς δεν αμφέβαλε ποτέ ότι η πολιτική ζωή, όπως έχουν τα πράγματα, είναι γεμάτη εγκλήματα, προδοσίες και κακουργήματα. Αλλά κανένας στοχαστής πριν τον Machiavelli δεν είχε επιχειρήσει να διδάξει την τέχνη αυτών των εγκλημάτων. Αυτά τα πράγματα γίνονταν, αλλά δεν διδάσκονταν.[4] Το πνευματικό δημιούργημα του Machiavelli εμπεριέχει τα πιο επικίνδυνα αξιώματα της τυραννίας. Γι’ αυτό και η θεωρία του δεν έχασε ποτέ έδαφος: ακόμα και στην περίπτωση που κάποιοι εξουσιαστές αισθάνονταν απέχθεια απέναντί του, η απέχθεια αυτή αναμειγνυόταν πάντα μ’ ένα είδος θαυμασμού και σαγήνης![5]  

Επιχείρηση «καθαρά χέρια»


Τί αισθήματα γεννά στον βαθύ ψυχισμό του μικροαστού η αποκάλυψη ενός σκανδάλου με αργυρώνητους πολιτικούς; Μήπως αποστροφή απέναντι στο αδιαχώριστο πλέγμα πολιτικής και οικονομικής εξουσίας; Μήπως αξιακή στροφή στην προοπτική μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης της ζωής ή μήπως, έστω, την επιθυμία για μια συνολική κάθαρση του πολιτικού προσωπικού από τους «απατεώνες»; Τίποτα από όλα αυτά, και ας αγανακτεί φωνάζοντας «κάτω οι κλέφτες / κάτω οι λωποδύτες». Γιατί, απλούστατα, σε μια κοινωνία όπου ο νόμος της αξίας δεν δέχεται καμία σοβαρή αμφισβήτηση, ο ψυχισμό του μικροαστού κατακλύζεται από την ηδονοβλεπτική ζήλια, απ’ την επιθυμία να βάλει και αυτός «το χέρι στο μέλι». Γιατί αυτό που εννοεί η αγανακτισμένη διαπίστωση «την ώρα που αυτοί τρώγανε με χρυσά κουτάλια εμένα μου κόβανε το εισόδημα» δεν είναι η συνηγορία υπέρ της οικονομικής ισότητας, αλλά η ζήλια για την ευημερία των ελίτ με τις οποίες ονειρεύεται να ταυτιστεί. Ο «ήρωας» στον καπιταλισμός είναι ο κλέφτης του λευκού κολάρου. Μια αριστερά που εδώ και πολλές δεκαετία έχει απενδυθή της οποιασδήποτε ουσιώδους κριτικής στον θεμελιώδη νόμο (της αξίας) του καπιταλισμού αποδεχόμενοι σιωπηλώς τις αξιακές προτεραιότητες των αντιπάλων της, μια αριστερά που πιστεύει πως η κοινωνική ευημερία των καταπιεσμένων ταυτίζεται με την οικονομική κεφαλαιακή μεγέθυνση, μια αριστερά που αρνείται τον μόνο ρόλο που θα την καθιστούσε άξια του ονόματός της (αυτόν του φορέα ενός αντικαπιταλιστικού διαφωτισμού με στόχο την αποδέσμευση τού κοινωνικού ψυχισμού από τις αλυσίδες του), είναι μια αριστερά δέσμια της πολιτικής διαχείρισης των σκανδάλων. Η ιστορία είναι παλαιά και, όπως φαίνεται, δεν δίδαξε κανέναν. Όποιος έκανε πολιτική με τα σκάνδαλα των αντιπάλων του, χωρίς όμως να αμφισβητήσει τις θεμελιακές προϋποθέσεις τους, το μόνο που κατάφερε ήταν να στρέψει τον επιθυμία ταύτισης του κόσμου προς αυτούς που δήθεν πολεμούμε· να τους δικαιώσει, καταγγέλλοντας τους. Γιατί η λογική που οδήγησε την ενιαία αριστερά το ‘89 στο να καταγγείλει τους «φαύλους Πασόκους», προσδοκώντας δι’ αυτής να αλώσει το πολιτικό τους μετερίζι, είναι η ίδια πολιτική που καθοδήγησε τα συνθήματα της μνημονιακής «αγανάκτησης», η ίδια που οδηγεί πάλι σήμερα το ΣΥΡΙΖΑ και το σύνολο της αριστεράς στην πολιτική των σκανδαλοθηρικών «αποκαλύψεων». Το γελοίο αίτημα «ας κυβερνήσουμε και εμείς γιατί οι άλλοι κυβερνάνε 40 χρόνια» δεν κρύβει άραγε την πονηρή συνδήλωση «να λαδώσει και εμάς το αντεράκι μας»;. Όποιος καθοδηγείται από το μικροαστικό πνεύμα του λοχία, από μικρονοϊκές ηγεσίες τύπου Κύρκου και Φλωράκη, από εισαγγελικές φαιδρότητες τύπου Νίκου Κωσταντόπουλου και τόσων άλλων αναλόγου φυράματος, είναι λογικό να ξεπέσει στη πονηρή καθοδήγηση ενός πρώην διοικητή της ΕΥΠ. Ποτέ η αριστερά δεν μπορεί, ούτε ποτέ θα μπορούσε, να ηγεμονεύσει σε μια «επιχείρηση καθαρά χέρια». Ακριβώς γιατί το σύνθημα για καθαρά χέρια είναι επιχείρηση* και ως τέτοια, μόνο από μια Καθαρή Δύναμη, ανεξάρτητη του πολιτικού θιάσου, εξωτερική και «αδέσμευτη», μπορεί να έρθεις εις πέρας. Γιατί κάθε καταγγελία της διαφθοράς του πολιτικού συστήματος που οδηγεί σε γενικευμένη δυσοσμία τελειώνει πάντα με μια ισοπεδωτική δύναμη που έρχεται «απ’ έξω», μια δύναμη «με καθαρά χέρια». Και επειδή οι διάφοροι Μπερλουσκόνι και οι διάφοροι Παπαδόπουλου ήδη προαλείφονται, όσοι αποφασίσατε να ανοίξετε το κουτί τις Πανδώρας: καλά ξεμπερδέματα…

*Επιχείρηση: ουσιαστικό, γένους θηλυκού. Μεταξύ άλλων υπάρχει η οικονομική, υπάρχει και η στρατιωτική. Απ’ όλα έχει ο μπαξές.  

Άνθρωπος στη Θάλασσα



Προσευχηθείτε, απόψε, ν'αναπαύσει 
να λυπηθεί ο Θεός και ν'αναπαύσει 
το σκάφος τούτο και το πλήρωμά του! 
Νικ.Βρεττάκος, "Το ταξίδι   του 'Ἁρχαγγέλου'"


Στις 25 Μαρτίου του 1992, πέντε αιώνες μετά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, έληγε η περιπέτεια του αστροναύτη Κρικάλιεβ, ο οποίος είχε "ξεμείνει" πάνω από έξι μήνες στο Διάστημα. Η περιπέτειά του, αν εξαιρέσουμε τα λιγοστά αναρριπίσματα ευαισθησίας που ρυτίδωσαν στιγμιαία την επιφάνεια της δημοσιογραφικής επικαιρότητας, πέρασε τότε σχεδόν απαρατήρητη. Απαρατήρητη σε σχέση με το μέγεθος της και τη σημασία της. Γιατί δεν αφορούσε απλώς και μόνο τη μοίρα ενός ανθρώπου· αφορούσε, αφορά, τη μοίρα όλων μας: μικρογραφεί την εικόνα ενός ολόκληρου πολιτισμού μπροστά στην ίδια του την εικόνα, τη μεταφυσική του αλαλία την οποία το μεταμοντέρνο ιδίωμα επιχειρεί να εξορκίσει μεταφράζοντάς την ως "διαχείριση της κρίσης". 

"Διαχείριση της κρίσης". Αλλά η διαχείριση προϋποθέτει ερμηνεία και η ερμηνεία κατανόηση. Με τι τρόπο να διαχειριστείς το ακατανόητο που επιβάλλεται ως αυτονόητο; Με τι όρους να κατανοήσεις το παιχνίδι και ποιοί είναι οι παίκτες; Πού παίζεται το παιχνίδι; Ο ανθρώπινος λόγος έχει κατακτήσει το φεγγάρι, αλλά ο φορέας του είναι ήδη ένας περιφερόμενος Κρικάλιεβ, ένα παρατημένο κουφάρι στο Διάστημα, εσαεί μνημείο τω αγνώστω ανθρώπω. Η παλινόστηση του αστροναύτη δεν έγινε ποτέ, γιατί δεν συνοδεύτηκε από μια κάθαρση της καθημερινής ύβρεως, η οποία δεν συνίσταται πλέον στο ίδιο το ωμό "γεγονός"(την αδικία, τη βία, το έγκλημα), όσο στην "ψύχραιμη" αποδοχή του, στην ήρεμη αναγνώριση της "αναγκαιότητάς" του — στην παραίτηση, τελικά, από το "ακραίο" ερώτημα που θα ναρκοθετούσε το ωμό γεγονός: Γ ι α τ ί, δηλαδή, να συμβαίνει  έ τ σ ι  κι όχι αλλιώς;

Δεν έχουμε, όμως, π ο ύ  να πατήσουμε για να μπορούμε να θέτουμε τέτοια ερωτήματα. Δεν τα ρωτάμε πλέον "αυτά". Είτε γιατί φοβούμαστε, είτε γιατί βαριούμαστε τα "ακραία" ερωτήματα. Αλλά να που αυτά, ξαφνικά, "τίθενται"από μόνα τους μέσ'από τους τριγμούς του τέλους ενός κόσμου κωδίκων πάνω στους οποίους στηρίχτηκε κάποτε ό,τι ονομάστηκε ανθρώπινη συμβίωση. Αν τα ακραία ερωτήματα δεν έχουν "νοήμα", αν, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι σκουλήκι, τότε τι γυρεύει Εκεί πάνω; Αν δεν είναι σκουλήκι, τότε πώς επιτρέπει να γίνονται αυτά που τ ο υ  γίνονται κάθε μέρα;

Κάποτε η κραυγή "άνθρωπος στη θάλασσα!" υποχρέωνε την κοινότητα ενός καραβιού να επιστρατεύσει όλες τις υλικές και ηθικές δυνάμεις της για να σώσει αυτόν που βρισκόταν σε κίνδυνο. Η επιστράτευση της κοινότητας ήταν ολοκληρωτική, εσωτερική, ενστικτώδης, δηλαδή ανάλογη σε δύναμη και ομόλογη σε ποιότητα προς τα φυσικά στοιχεία που απειλούσαν το κινδυνεύον μέλος της. Γιατί αλίμονο στο σκάφος εκείνο που θα μπορούσε να αδιαφορήσει σε μια τέτοια κραυγή. Θα ήταν ένα σκάφος καταδικασμένο και το ίδιο σε χαμό, ένα σκάφος καταραμένο, άρρωστο, ταμένο του Διαόλου.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, στο δικό μας σαστισμένο ταξίδι; Ολόφωτο πλέει το καράβι μας στα κύματα των πνιγμένων που κανείς δεν τους άκουσε ποτέ. Μα αν δεν ξυπνήσουμε στην ώρα μας, θα ξυπνήσουμε αύριο πεθαμένοι-σπασμωδικά, δουλευτάδικα φαντάσματα πάνω σε τούτο το άσκοπο πλεούμενο. Με όλους τους νόμους και τους προφήτες να σαπίζουνε στο αμπάρι. Με την παντιέρα κουρέλι και τη χολέρα να κόβει βόλτες εκεί που ηχούσαν κάποτε τραγούδια. Γιατί παρατήσαμε το τιμόνι στην Αδιαφορία. Γιατί σαϊτέψαμε από ανία το ερημικό πουλί που κάθησε κάποτε στην πρύμη μας.

Αρχαίες ιστορίες, μοντέρνες όμως οι συνέπειες.

-------------------------------
Από το βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, "Άνθρωπος στη Θάλασσα, Συνειρμοί και προκηρύξεις", εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 1995.

«Το παρελθόν είναι ένα ύφασμα»


αλλά το μεγάλο στοίχημα
είναι να διατηρήσουμε
αναμμένη τη μικρή
σταγόνα της βροχής

Δημήτρης Τρωαδίτης




Ο Μίλαν Κούντερα είχε κάποτε αντιστοιχίσει τους αγώνες των ανθρώπων ενάντια στην εξουσία με τη μάχη της μνήμης κόντρα στη λήθη. Αυτή η παρατήρηση προσδιορίζει ένα από τα βασικότερα καθήκοντα του αντιεξουσιαστικού κινήματος και ταυτόχρονα ένα διαρκές πεδίο εντάσεων μεταξύ των απλών ανθρώπων και της εξουσίας. Μιλάμε, φυσικά, για την μάχη της ιστορίας. Γιατί στους αιώνες που διατρέχουν την ανθρώπινη σκηνή, η ιστορία επιχείρησε ουκ ολίγες φορές να γίνει η γλώσσα μέσα από την οποία η εξουσία προσπάθησε να δικαιωθεί, νομιμοποιώντας εκ των υστέρων τις αξιώσεις κυριαρχίας της. Η Ιστορίας τής εξουσίας, αυτή η «Ι» κεφαλαίο, δεν είναι όμως τίποτα παραπάνω από ιδεολογία, ένα χρυσοστολισμένο και κακόγουστο ψέμα. 

Περί δικαστών…




Ι

Αυτές τις μέρες ολόκληρο το πανελλήνιο παρακολουθεί με ανάμεικτα συναισθήματα τα μάλλον ειδεχθή κονταροχτυπήματα μεταξύ της κυβέρνησης της Φιλοδέσποτης Αριστεράς και της αντιπολίτευσης σχετικά με την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης» και την καταστρατήγησή της. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση θέλει να καθυποτάξει την δικαιοσύνη στις κομματικές — κυβερνητικές επιδιώξεις της καταπατώντας τις σχετικές επιταγές του Συντάγματος. Η κυβέρνηση αντεπιτίθεται κατηγορώντας την «Νέα Δημοκρατία» ότι ήταν εκείνη που έκανε αντισυνταγματικές παρεμβάσεις στην δικαιοσύνη όταν ήταν κυβέρνηση κι ότι σήμερα το επαγγελματικό σωματείο των λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης έχει μεταμορφωθεί σε γραφείο Τύπου της «Νέας Δημοκρατίας». Οι οθόνες του ηλεκτρονικού και οι σελίδες του έντυπου Τύπου κατακλύζονται από ανακοινώσεις, συνήθως πολεμικού χαρακτήρα, από σχόλια, συνήθως ειρωνικά, καυστικά ή εγκωμιαστικά και από σημειώματα, άρθρα και «αναλύσεις» που κινούνται σ’ όλο το φάσμα του προπεριγραφέντος δίπολου. Ίσως ασχοληθούμε αργότερα με όλα όσα γίνονται τώρα γύρω από την δικαιοσύνη, όταν κατασιγάσει ο θόρυβος και καταλαγιάσει ο κονιορτός αυτής της τόσο έντονης και ασυνήθιστης έντασης αντιπαράθεσης. («Η σκόνη είναι η διψασμένη αδελφή της λάσπης» έλεγε ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα στίχος 494-495. Αυτό ας μην το λησμονούμε, ειδικά τώρα!). Όταν θάρθει εκείνη η ώρα θα τροφοδοτήσουμε την σκέψη μας με τα γεγονότα της τωρινής επικαιρότητας αλλά θα φροντίσουμε να ξεπεράσουμε το επίκαιρο για να φτάσουμε στο πρότυπο. Μ’ άλλα λόγια, θα προσεγγίσουμε το παρόν και τις αντιπαραθέσεις περί «δικαστικής ανεξαρτησίας» που το διαπερνούν, μόνο και μόνο για να αποσπάσουμε το «διαχρονικό μυστικό» τους που με τόσην επιμέλεια αποκρύπτεται απ’ τους ανειλικρινείς διαπληκτιζόμενους. Θα φανεί ότι ο διαπληκτισμός τους και το ενδιαφέρον τους για την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης», είναι κίβδηλα, σαν πρωτομαγιάτικος λόγος επαγγελματία συνδικαλιστή.

Ποίο είναι το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής;

Έθνος, Λαός, Τάξεις και Κοινωνικά Κινήματα*

έργο του εικαστικού IAN HAMILTON

Στην πολιτική γλώσσα μιλάμε συχνά για «συλλογικά υποκείμενα». Τί εννοούμε; Η έννοια του υποκειμένου που σήμερα χρησιμοποιούμε είναι μια έννοια νεωτερική, του δέκατου έβδομου αιώνα. Την οφείλουμε στον Καρτέσιο, ο οποίος την έκανε, όπως λέγεται, «νέα γη» όλης της μοντέρνας φιλοσοφίας. Σε αυτή την καταγωγική σύλληψή της σήμαινε ακριβώς την αυτοστοχαζόμενη συνείδηση. Ο Καρτέσιος βέβαια την αντιλαμβανόταν ως ατομική συνείδηση, πράγμα που υπονοείται ακόμα στις περισσότερες εμπειρικές χρήσεις τής λέξης. Ο όρος «συλλογικό υποκείμενο» δεν θα ήταν διόλου αυτονόητος, λοιπόν, αν δεν είχε γίνει κανονικό μέρος τού μαρξιστικού λεξιλογίου. Υπονοεί μια ομάδα ανθρώπων ενωμένων από μια κοινή συνείδηση του ανήκειν – και, ανεξαρτήτως του υπό ποιους αντικειμενικούς (εξωτερικούς) όρους μπορεί αυτή να παραχθεί, το στοιχείο συνείδηση είναι που συνιστά την υποκειμενικότητα ως τέτοια: χωρίς αυτήν, κανένα κοινό χαρακτηριστικό ή συμφέρον δεν θα συγκροτούσε κάτι άξιο να ονομαστεί «υποκείμενο».

Τι σώζεται από την καταστροφή των σημασιών;




Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω αυτή τη φορά με ένα ανέκδοτο. Ένας τουρίστας περιφέρεται στην παλιά Πράγα, και βλέπει μια βιτρίνα με ρολόγια. Μπαίνει στο κατάστημα, και ρωτάει τον ηλικιωμένο Εβραίο που στέκεται πίσω από τον πάγκο:

– Μπορώ να δω ένα ρολόι χειρός;

– Δεν πουλάμε ρολόγια εδώ, κύριε.

– (Σαστισμένα) Και τί κάνετε δηλαδή;

– Περιτομές!

– Ναι, αλλά στη βιτρίνα…

– Και τι θέλατε να κρεμάσουμε στη βιτρίνα, κύριε;

Τρία σχόλια περί “αλλαγής”


/#1 αλλαγή εποχής/

«Δεν ξέρω αν είναι επιβαρυντικό, αλλά ήμουν όντως στην ΚΝΕ μαζί με τον Λοβέρδο… Ήταν η εποχή κύριε Κασιδιάρη»

Θέμος Αναστασιάδης, στην επιτροπή της Βουλής

Τώρα είναι μια άλλη εποχή κύριε Κασιδιάρη. Τα μπράτσα της νεότητας στιγματίζονται με αγκυλωτούς εφιάλτες, οι πρόσφυγες πνίγονται στον υγρό τάφο του Αιγαία ή εξοντώνονται από αναθυμιάσεις σε θαλάμους αερίων μέσα σε μεταμοντέρνα στρατόπεδα φιλοξενίας· η φιλανθρωπία απελευθερώνει! Επιστρέψατε πια για τα καλά, κύριε Κασιδιάρη, επιστρέψατε «και η γη τρέμει», σαν «λύκοι μπήκατε στα κοινοβούλια των “αμνών”». Η γαλαντομία με την οποία σας αγκαλιάζουν οι «πρώην κνίτες» είναι το μέτρο τις δική σας υπεροπλίας. Ξοφλημένοι πια, έμποροι μιας διαρκούς απάτης, κομιστές της δυσοσμίας απ’ το σβησμένο πούρο του λάιφ στάιλ που πασχίζουν να πλασάρουν για άρωμα πολυτελές, πουλούν σήμερα τη δική σας ιδεολογία γιατί, δήθεν, …αυτά θέλει ο κόσμος. «Οι σταλινικοί του χτες γίναν οι αντικομουνιστές του σήμερα» (Γ. Λυκιαρδόπουλος). Τώρα πλέετε πρίμα, κύριε Κασιδιάρη, πάνω στο ανάστροφο κύμα της ιστορίας και όλοι δουλεύουν για το σκοπό σας. Οι σοσιαλδημοκράτες έπνιξαν πάλι τη Ρόζα στα νερά του Σπρεε, υλοποιούν το πρόγραμμά σας στο όνομα του κινδύνου σας (τι εμπαιγμός!) ενώ σύσσωμες οι υπερδυνάμεις, αλλάζοντας φρουρά ή εμμένοντας, χορεύουν το χορό των ηρώων σας. Ποιος θα σας αντισταθεί;

/#2 αλλαγή φρουράς/

Η βαρβαρότητα προελαύνει σαν ψυχαγωγικό σόου. Δεν φορά πια τη μπότα της Βέρμαχτ ούτε βαδίζει στο ρυθμό του στρατιωτικού εμβατηρίου. Δημοκρατικά εκλεγμένη, τοποθετεί αιμοσταγείς στρατηγούς σε υπουργικές καρέκλες την ίδια στιγμή που χαριεντίζεται με την παρουσιάστρια της μεσημεριανής ζώνης. Διατάζει βομβαρδισμούς αμάχους με τιτιβίσματα κινητού τηλεφώνου ενώ με το άλλο χέρι αγκαζάρει χορεύοντας συνοδό πλαστικής ευτελείας. Υπογράφει εκτοπίσεις αντιφρονούντων εν μέσω πιπεράτων σχολίων για τις ερωτικές επιδόσεις του δούκα του Ουελινγκτον. Διακηρύσσει την ανωτερότητα της αρίας φυλής αραδιάζοντας ανέκδοτα που προκαλούν αυθόρμητες κονσέρβες γέλιου και χειροκροτημάτων. Σήμερα όλα δείχνουν σαχλά, για αυτό είναι και πιο επικίνδυνα.

Στον αντίποδα, η αγανακτισμένη σοβαροφάνεια της βιομηχανίας του θεάματος (Χόλιγουντ) οργίζεται με την αλλαγή· βγαίνει στα κάγκελα για να καταγγείλει την προεδροποίηση της μαριονέτας, κι ας ξέρει πως αυτή η μαριονέτα αποτελεί το έσχατο προϊόν της κοινωνίας του θεάματος. Φαινομενικά, έχουμε μπροστά μας έναν νέο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ της υποψιασμένης γκλαμουρίας των εφέ δισεκατομμυρίων (με ολίγη από κοινωνική, φιλοζωική και οικολογική ανησυχία) έναντι μιας αφτιασίδωτης και ωμής επίδειξης χρήματος. Το ότι η πρώτη έχει καταφέρει να εδραιώσει την ιδεολογική της ηγεμονία και δια αυτής να κατηγοριοποιεί τη δεύτερη ως «κιτς», δεν έχει καμία ουσιώδη αξία καθώς η ιστορία του θεάματος μας έχει διδάξει το πόσο δραματικά μπορούν να αντιστραφούν εντός της οι όροι του δίπολου “σοβαρό — ευτελές” (παίρνοντας, λόγου χάρη, αντίστοιχα τις αληθοτιμές “διεφθαρμένο — αυθεντικό”). Παραμένουμε λοιπόν θεατές ενός θεαματικού εμφυλίου, στον οποία μια ολόκληρη κοινωνία «οφείλει» να πάρει θέσει και στον οποίο προβάλλονται υποθετικές ή/και βάσιμες πολιτισμικές και ταξικές αντιθέσεις. Εδώ είναι όμως το κλειδί της παγίδευσης καθώς η θεαματική δημοκρατία έχει από καιρό αντιστρέψει πλήρως τους όρους του παιχνιδιού αποσπώντας συναίνεση μέσα από την ψευδαίσθηση της ψηφοφορίας. Έτσι, ο μέσος θεατής παρακολουθεί ακριβοπληρωμένους κομπάρσους να διαπληκτίζονται διαρκώς σε απευθείας μετάδοση υποκρινόμενοι πως αντιμάχονται για κάτι που τον αφορά· ενώ στην πραγματικότητα δεν δίνουν για δαύτον δεκάρα τσακιστή. Όταν η ένταση της λήψης φεύγει, όταν ο σκηνοθέτης διατάζει brake, οι αντιμαχόμενοι κομπάρσοι γελούν στα παρασκήνια μαζί με τους εντολείς τους για το πόσο κατάφεραν να κρατήσουν ζωντανή τη διέγερση του θεατή. Σε αυτό το διαρκές ριάλιτι σόου, ο δήθεν συλλογικός αξιολογητής, αυτός ο περίφημος «μέσος» τηλεθεατής — ψηφοφόρος, είναι ο πραγματικός στόχος και των δύο στρατοπέδων. Βιώνουμε μια καθολική μορφή λαϊκισμού (με την πλήρη σημασία του όρου) που μας πουλάει εικονική πραγματικότητα ως τη μόνη νόμιμη μορφή φαντασίας (ζωής) καλώντας μας να επιλέξουμε ανάμεσα σε κατοπτρικές εκδοχές της ίδιας αδιάφορης γελοιότητας. Στον εικονικό εμφύλιο της διεστραμμένης επίδειξης δισεκατομμυρίων, εκεί που ξεφτιλίζεται εδώ και δεκαετίες κάθε έννοια ανθρωπινότητας, η επικράτηση του prime time έναντι του trash tv (ή το αντίστροφο) μας είναι παντελώς αδιάφορη. Η απεμπλοκή από την δέσμευση του τηλεκοντρόλ, που εξ αιτίας ενός ακατανόητου λεκτικού φασισμού ονομάζουμε ακόμα δημοκρατία, είναι πιο επιβεβλημένη από ποτέ. Στην εποχή μας άλλωστε, η δημοκρατία δεν είναι πολίτευμα είναι προκατάληψη.

Θα πείτε, πως εδώ είμαστε αντιμέτωποι ενός υπαρκτού διλήμματος που σκιαγραφείται από την αντίθεση προστατευτισμού ή παγκοσμιοποίησης. Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί δεν είναι αν αυτή η στρατηγική αντιπαράθεση είναι πραγματική ή εικονική, αλλά για το αν αφορά (ως τέτοια) την ανθρωπότητα των καταπιεσμένων· που είναι και η μόνη ανθρωπότητα για την οποία αξίζει να προβληματίζεται κανείς. «Μας αφορά» θα πει αυθόρμητα ο ένας «γιατί πρέπει με κάθε μέσο να κλείσουμε το δρόμο στους νέους φύρερ». Ο διπλανός σύντροφος εξεγείρεται, «οι νέοι συσχετισμοί είναι η ελπίδα μας για να απαλλαγούμε από τις ασφυκτικές θηλιές της παγκοσμιοποίησης και από τα αρπακτικά των διεθνών χρηματοσυμοριτών». Διχασμένη, άοπλη και αποσβολωμένη, η κοινωνία των από τα κάτω παρακολουθεί το ντέρμπι «σαν τους ανάπηρους που βλέπουνε αγώνα», τζογάροντας με πάθος· το παιχνίδι είναι όμως στημένο. Αν είναι πάλι να “πεθάνουν οι λαοί για τ΄ αφέντη το ψωμί” ίσως θα ήταν σοφότερο, να διαβάσουμε καλύτερα τα διδάγματα της ιστορίας, για να μην αφήσουμε τον εικοστό πρώτο αιώνα να νοτίσει ξανά το χώμα με το αίμα των ανθρώπων. Σε μια ανθρωπότητα που οι οκτώ πλουσιότεροι ιδιοκτήτες κατέχουν αξίες ίσες με τρισίμιση δισεκατομμύρια ανθρώπους είναι νομίζετε λογικό να διαφωνούμε, να στρατευόμαστε πίσω τους ή και να σκοτωνόμαστε για το πια από τις δύο στρατηγικές είναι προτιμότερη για το ξεπέρασμα της κρίσης τους, για το ποια θα οδηγήσει γρηγορότερα στην απρόσκοπτη συνέχισης του μέλλοντος της δικής μας εκμετάλλευσης;

/#3 αλλαγή;/

Δυο χρόνια πέρασαν από το βράδυ της νέας «αλλαγής» και η αποτίμηση της αριστερής διακυβέρνησης μας φέρνει αντιμέτωπους με το γνωστό μαρξικό δίπολο περί τραγωδίας και φάρσας. Δεν πρόκειται για μια φιλολογική διαμάχη αλλά για μια ουσιώδη απόφαση. Αν εξακολουθούμε να ερμηνεύουμε την περίοδο που ζούμε ως τραγωδία και δεν αντιλαμβανόμαστε —έστω και κατόπιν εορτής— ότι επρόκειτο εξ αρχής για φάρσα, τότε δεν έχουμε καμία ελπίδα φυγής, καθώς το μόνο που μας μένει είναι να γράφουμε ασυνείδητα το σενάριο της επόμενης φαρσοκωμωδίας. Όπως όμως μας διδάσκει ο γνωστός μύθος του Αισώπου, η κατ’ εξακολούθηση φάρσα παύει προοδευτικά να συγκινεί το πόπολο και οι εμπνευστές της μένουν μόνοι στην άνυδρη έρημο του πραγματικού. Ένας μοναχικός χορός με τους λύκους (του κυρίου Κασιδιάρη) θα γράψει την τελική έκβαση της ιστορίας αν συνεχίσουμε την πολιτική της φάρσας. Για αυτό και το «ζητείται αυτοκριτική» είναι στην μέρες μας συνώνυμο του «ζητείται ελπίς».

Αριστερά και ευδοκίμηση της μετριότητας


Ι

Ο «Δρόμος της Αριστεράς» της 27-5-2017 σελ.23 αναδημοσιεύει άρθρο του Γιώργου Παπαδόπουλου-Τετράδη με τίτλο «Ποιος αποβλακώνει περισσότερο, το Survivor ή το πολιτικό σύστημα;». Ο συγκεκριμένος αρθρογράφος έχει την πεποίθηση ότι «Το Survivor σαρώνει σε προτίμηση ακόμα και τις χτεσινές ειδήσεις για το χρέος και τη δόση. Αλλά, σ’ αυτό δε φταίει το Survivor». Μια εκτίμησή του συνίσταται στο ότι «Το Survivor σαρώνει γιατί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προτιμάει τους ήρωες της οικογένειάς του και της διπλανής πόρτας από τους απατεώνες της δημόσιας ζωής που παριστάνουν τους ήρωες. Και μ’ αυτή την έννοια το Survivor είναι πιο καθαρό απ’ το βρώμικο πολιτικοοικονομικό παιχνίδι. Αποβλακώνει; Το βέβαιο είναι ότι είναι πιο ανώδυνο από την πολιτική και κοινωνική αποβλάκωση που φέρνει το πολιτικό σύστημα». Συνεχίζοντας κακίζει, μεταξύ των άλλων, τους «διανοούμενους» και «ελιτιστές», τους οικτίρει επειδή «Λυσσάνε ενάντια στο Survivor» μια και «Οι Έλληνες έχουν διαλέξει. Είναι με τους μαχητές και όχι με τους μασητές», θεωρώντας έναν συγκεκριμένο παίκτη του Survivor ως «πρότυπο δυνατού, πρωτόγονου αγωνιστή του περασμένου και προπερασμένου αιώνα, για μια κοινωνία που αδυνατεί να συντονιστεί με το σήμερα και να προχωρήσει στο αύριο».

Επομένως, σύμφωνα με τις απόψεις του προαναφερόμενου αρθρογράφου, τις οποίες ο «Δρόμος της Αριστεράς» έσπευσε να προβάλει στους έκπληκτους αναγνώστες του, οι παίκτες του Survivor είναι «μαχητές», «αγωνιστές», «ήρωες της διπλανής πόρτας», γι’ αυτό και τους αντιπαραθέτει στους «μασητές» του «βρώμικου πολιτικοοικονομικού παιχνιδιού» και, στην συνέχεια, εναντιώνεται σε όσους «Λυσσάνε ενάντια στο Survivor» δηλαδή, μεταξύ των άλλων, στους «διανοούμενους» και «ελιτιστές» τους οποίους και χλευάζει. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο «Δρόμος της Αριστεράς» αναδημοσιεύοντας το προαναφερόμενο ολοσέλιδο άρθρο, μένει πιστός στην παράδοσή του να προβάλει τις παραδοξολογίες του συρμού αδιαφορώντας για την αβυσσαλέα προχειρότητά τους που απάδει στα πολιτικά προτάγματα της εφημερίδας και τα ευτελίζει. (Σημείωση: Υπενθυμίζουμε τα σχετικά άρθρα μας 1) Ο ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Ο…ΠΑΠΑΣ! Και 2) «Αριστερά…ιερά λείψανα» που δημοσιεύτηκαν στην «Νέα Προοπτική» στις 18-10-2014 και στις 6-6-2015, αντίστοιχα. Ίσως μια εκ νέου ανάγνωσή τους να καταδείξει το επίκαιρον και το ουσιαστικώς βάσιμον της σημείωσής μας!).

Βατοπεδινές ιστορίες


Ι

Πρόσφατες, σχετικά, δικαστικές εξελίξεις μας ώθησαν να ανασύρουμε απ’ τα «ερμάρια της μνήμης» μας την ακόλουθη ιστορία την οποία και σπεύδουμε να μοιραστούμε μαζί σας: Το ancient régime (γαλλικό προεπαναστατικό καθεστώς) όδευε προς το τέλος του όταν η κατάληξη μιας δίκης σχετικής με κληρονομιαία περιουσία σκανδάλισε ως και τους ανθρώπους εκείνης της εποχής που ήσαν κορεσμένοι από κάθε λογής σκάνδαλα. Επρόκειτο για τον δέκατο όγδοο (18ο) αιώνα, τότε που κάποιος ηγούμενος μοναστηριού επαίρετο για τον αθεϊσμό του, ο λοχαγός του γαλλικού πυροβολικού Σοντερλό ντε Λακλό δημοσίευσε το διαβόητο μυθιστόρημά του «Οι επικίνδυνες σχέσεις» (Les liaisons dangereuses) και ο Ντιντερό δημοσίευσε το πορνογραφικό μυθιστόρημα του «Αδιάκριτα κοσμήματα» (Les Bijoux indiscrets).[1]  Αυτός ο ίδιος λαμπερός στοχαστής διέκρινε την σεξουαλική προέλευση των ηθικών ιδεών: «Στο βάθος των πιο ευγενών αισθημάτων μας και της πιο εκλεπτυσμένης τρυφερότητας, θα βρεις να υπάρχει και κάτι από αρχίδι» έγγραφε.[2]

Στο όνομα των απελπισμένων μπορούμε ακόμα να ελπίζουμε


Χθες βράδυ στο σινεμά. Όλο πολεμικά έργα, ένα πολύ καλό, έδειχνε ένα πλοίο γεμάτο πρόσφυγες που βομβαρδιζόταν κάπου στη Μεσόγειο. Οι θεατές διασκέδαζαν πολύ με τα πλάνα ενός μεγαλόσωμου, χοντρού ανθρώπου που προσπαθούσε να ξεφύγει κολυμπώντας, ενώ ένα ελικόπτερο τον κυνηγούσε. Πρώτα, τον έβλεπες να τσαλαβουτάει στα νερά σαν δελφίνι, ύστερα, ανάμεσα από τις ριπές των πολυβόλων που έριχναν τα ελικόπτερα, μετά γέμισε τρύπες και η θάλασσα γύρω του κοκκίνισε και βυθίστηκε σαν να μπήκε το νερό από τις τρύπες. Οι θεατές ούρλιαζαν από το γέλια όταν βυθιζόταν.
Τζορτζ Όργουελ, “1984”


Μαζί με τους πρόσφυγες στο πέλαγος πνίγεται αυτό τον καιρό και η ελληνική κοινωνία. Παρά τα παραδείγματα αυθόρμητης αλληλοβοήθειας τον γενικό τόνο δίνει ξανά ο ρατσισμός. Από τις οργανωμένες μπίζνες των κάθε λογής (Μ)ΚΟ ως τις ανοργάνωτες κομπίνες των παραμεθόριων παραγόντων, το αθάνατο επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα θριαμβεύει. Λίγα μέτρα πιο πέρα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα hotspots συμπληρώνουν το πλέγμα της “ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής”. Μια κοινωνία δέκα εκατομμυρίων με τη μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού στην Ευρώπη, αντί να καλοδέχεται τον κυνηγημένο, τον εξοντώνει οικονομικά, τον φυλακίζει, τον εξωθεί σε απεγνωσμένες απόπειρες –ποίος, τάχα, θα έβαζε μικρά παιδιά σε μια σάπια βάρκα αν δεν ήταν απελπισμένος; Ελλάδα και Ευρώπη, σε πλήρη συναντίληψη, διαπραγματεύονται μόνο τις επιμέρους επιβαρύνσεις και τα αντισταθμιστικά ανταλλάγματα. Η αγορά θριαμβεύει επί της ζωής.

Οι Έλληνες που εισηγήθηκαν κάποτε τον ρατσισμό κατασκευάζοντας την εθνική τους ιδιοσυστασία στο όνομα του πας μη Έλλην, σήμερα νιώθουν Ευρωπαίοι όντας ρατσιστές. Το θέαμα των κατατρεγμένων γίνεται φάρμακο στη μιζέρια. Η Δύση ως πληρεξούσιος της ελληνικής ταυτότητας δεν κληρονόμησε μόνο το πνεύμα του υψηλού αλλά και την ιδεολογία της φυλετικής ανωτερότητες, πάνω στην οποία –και δια της αποικιοκρατικής της εφαρμογής– χρηματοδοτήθηκαν τα οικοδομικά της επιτεύγματα. Από τον πόλεμο κατάκτησης ως τη φυσική εξόντωση, από την κοινωνία της αγοράς ως το στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο λαμπρός ελληνοδυτικός πολιτισμός σμίλεψε τον πλανήτη με φωτιά και με σίδερο. Η οδύνη αυτού του κόσμου, αυτό που ήταν κάποτε το επώνυμο της διαλεκτικής του δυτικού εκπολιτισμού, η ευαίσθητη αυτοσυνειδησία μιας κοινότητας που οραματίστηκε μια εξισωτική και ελεύθερη κοινωνία, εξοντώθηκε ως επικίνδυνη (εσωτερική) αντιπολίτευση, πνίγηκε στα νερά του Σπρέε, στα οδοφράγματα της Βαρκελώνης, της Βουδαπέστης και του Παρισιού.
Με όρους παγκόσμιου καταμερισμού είμαστε κοινωνία μικροαστών, έθνος μικρομεσαίων και αυτή η μικρομέγαλη ιδιοπροσωπία αντανακλάται στην εθνική ιδεολογία της ατομικής και συλλογικής υποτέλειας. Θέλουμε να παραμείνουμε στην Ευρώπη πάση θυσία, τουτέστιν εν πάση επαιτεία καλοντυμένοι σερβιτόροι στο άθλιο κλαμπ των κραταιών προσδοκώντας ένα ξεροκόμματο: λιγότερο μόχθο, αποχή από τα λερωμένα χέρια της δουλειάς του χειρώνακτα. Είμαστε πολιτισμένοι όσο έχουμε τη δυνατότητα να εκμισθώνουμε ανθρώπους. Η φωτορύπανση της αγοράς μας υποβιβάζει στο σκοτάδι της απόλυτης ετερονομίας εντός του οποίου ο συλλογικός καθρέπτης αχρηστεύεται.

Βλαχοευρωπαίοι της σαχλαμάρας, τσανακογλύφτες της αντιπαροχής και του πανωσηκώματος, υπανάπτυκτοι της ανάπτυξης, μωροφιλόδοξοι αεριτζήδες, διαχρονικά μικρονοϊκοί και εθελόδουλοι. Αδέλφια μου, αλήτες, σκουλικαντέρες. Εδώ στις ακρογιαλιές του Ομήρου, που ο Ελύτης έγινε πια ντεμοντέ, εδώ στο κέντρο μια ωκεάνιας νηνεμίας που προμηνύει τον αφανισμό, εδώ στο φτερό μια κοινωνίας που ίπταται πάνω από τη δυστυχία των άλλων, εδώ στο μεταίχμιο μια εποχής τεράτων, μουλιάζουμε όλοι μαζί. Θα σωθούμε;

Αν μας κληρώνει ακόμα μια ελπίδα, τη χρωστάμε στην ευσπλαχνία των απελπισμένων.