«ΕΛ.ΑΣ: εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας»;

«Επανάσταση με σεβασμό στον Νόμο»


              
Ι

Πριν από μερικούς μήνες ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, απευθυνόμενος σε αστυνομικούς, τους αποκάλεσε «εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας» !!! Άθελά του μας υπέμνησε αρκετές παρωχημένες καταστάσεις και μερικές έγκυρες (και έγκαιρες) επισημάνσεις. Έτσι, ο Εβραιο-αυστριακός Καρλ Κράους ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος διανοούμενος που επεσήμανε, τόσο έγκαιρα και με τέτοια οξυδέρκεια, την οργανική και αιτιώδη σχέση μεταξύ γλώσσας, σκέψης, ενσυναίσθησης και πράξης. Θεωρούσε την κακοποίηση και την φθορά της γλώσσας σύμφυτη με την ευτέλεια της περιρρέουσας σκέψης και την «διαφθορά» της ευθέως ανάλογη με αυτήν της κοινωνίας.[1] Στα βαθυστόχαστα γραπτά των φιλοσόφων του Διαφωτισμού, ιδιαίτερα του Κοντιγιάκ, είχε ανιχνευτεί το ενδιαφέρον τους για την αποσαφήνιση της γλώσσας. «Η τέχνη του στοχασμού» έγραψε ο Κοντιγιάκ, «αυτό-ανάγεται σε μια καλά δομημένη γλώσσα».[2]

Η «διάκρισις των εξουσιών» και η υπολογισμένη αδιακρισία της Εξουσίας

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ που δικαίωσε τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς (προστατεύοντας ξανά τα συμφέροντα των αφεντικών τους) αλλά και τα καθημερινά ηθικά λογύδρια περί "διάκρισις των εξουσιών", αναδημοσιεύουμε ένα προ διετίας κείμενο του Πέτρου Πέτκα το οποίο είχε γραφτεί με αφορμή την απεργία πείνας του Νίκου Ρωμανού αλλά και τις τότε αποφάσεις του ΣτΕ για την ΕΡΤ. 


Εισαγωγή

Με αιτία κι αφορμή την απεργία πείνας του κρατούμενου κατάδικου Νίκου Ρωμανού, που διεκδικεί εκπαιδευτική άδεια προκειμένου να παρακολουθήσει τα μαθήματα Σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην οποία πέτυχε, κατόπιν εισαγωγικών εξετάσεων ενώ ήταν κρατούμενος και την απόρριψη του αιτήματός του απ’ το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, ο υπουργός της Δικαιοσύνης και αρεοπαγίτης μέχρι πρότινος, Χαράλαμπος Αθανασίου, απαντώντας σε σχετική ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ είπε, μεταξύ άλλων, και τ’ ακόλουθα: « Δηλαδή, τι ζητούν από τους δικαστές; Να παραβιάσουν τον νόμο ή από την πολιτεία να παρέμβει στο έργο της δικαιοσύνης; Και ο Θεός να κατέβαινε, δεν μπορούσε να αλλάξει το αποτέλεσμα, με βάση το ισχύον καθεστώς».[1] Η πιο πάνω δήλωση του υπουργού της Δικαιοσύνης και πρώην αρεοπαγίτη εμπεριέχει δύο (2) αλληλένδετα συννοούμενα: Οι δικαστές ποτέ δεν παραβιάζουν τον νόμο· τουναντίον, είναι πιστοί εφαρμοστές του και ερμηνευτές του. Και, επί πλέον, η πολιτεία (κυβέρνηση) ποτέ της δεν παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης. Για να καταστήσει δε πειστικότερη και παραστατικότερη την δήλωσή του, επιχειρεί, ρητορική αδεία, να της προσδώσει χαρακτήρα και προέλευση Υπερκόσμιας Επιταγής: «Και ο θεός να κατέβαινε, δεν μπορούσε να αλλάξει το αποτέλεσμα, με βάση το ισχύον καθεστώς»

«POTESTAS LEGIBUS SOLUTA*»



*Εξουσία αποδεσμευμένη απ’ τον Νόμο

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης που ουσιαστικά αθώωσε τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους που βασάνισαν μέχρι θανάτου πριν λίγα χρόνια τον Ίλι Καρέλι, (αφού πέραν του πολύ μικρού των ποινών τους άφησε ελεύθερους εν όψη του εφετείου, προκαταβάλλοντας, έτσι, ουσιαστικά και την απόφασή του) αναδημοσιεύουμε ένα σχετικό κείμενο του Πέτρου Πέτκα που είχε δημοσιευτεί τότε στο περιοδικό Ουτοπία.



Εισαγωγή

Ήδη παρήλθε έτος και πλέον απ’ τις αρχές του Φλεβάρη 2013 όταν εκατομμύρια έκπληκτων Ελλήνων τηλεθεατών παρακολουθούσαν, εκόντες άκοντες, στις τηλεοπτικές τους οθόνες την ανάρτηση φωτογραφιών (εισαγγελική αδεία) φρικωδώς παραμορφωμένων προσώπων νεαρών συλληφθέντων ατόμων, κατηγορουμένων για ληστεία από κοινού και ίδρυση εγκληματικής οργάνωσης που διαπράχθηκε στον Βελβενδό της Κοζάνης. Το ειδεχθές αυτό τηλεοπτικό θέαμα προκάλεσε σωρεία δυσμενών σχολίων μέχρι του σημείου ν’ ασχοληθούν μαζί του, με έντονη επικριτική διάθεση, ξένα ΜΜΕ ως ο «Γκάρντιαν» του Λονδίνου, αλλά και διεθνείς οργανώσεις όπως η «Διεθνής Αμνηστία». Τότε, καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια απ’ τους υπηρεσιακούς διανοούμενους (δηλονότι από εκείνους που παράγουν ιδεολογία για τις ανάγκες της αγοράς) των εγχώριων ηλεκτρονικών Μ.Μ.Ε (Μέσων Μαζικής Επιβολής) προκειμένου να εμφανισθεί η βίαιη παραμόρφωση των προσώπων των συλληφθέντων νεαρών κατηγορουμένων, ως απότοκος, πρωτίστως, της δικής τους αδικοπραγίας και, κυρίως, της βαρύτητας της τελευταίας και όχι ως παράνομη βία κατ’ αυτών των αστυνομικών που τους συνέλαβαν. Οι προαναφερθέντες τηλε-εισαγγελείς εκ του παραχρήμα, εστίασαν επισταμένως την προσοχή τους, ως όφειλαν άλλωστε, στην ιδιάζουσα κοινωνική και ηθική απαξία της αδικοπραγίας των συλληφθέντων την οποία, στην συνέχεια, έσπευσαν να προτάξουν ως ικανοποιητικήν εξήγηση και επαρκή αιτιολογία (νομική και ηθική) της αστυνομικής κακοποίησης των συλληφθέντων. Μια τέτοια σκανδαλωδώς προκλητική πράξη εδράζεται στον ακόλουθο, υπόρρητο μεν, ευδιάκριτο δε, συλλογισμό τους: όσο πιο βαρειά είναι η αξιόποινη συμπεριφορά του συλληφθέντος δράστη, τόσο πιο ισχυρά αναμένεται να είναι τα κατά του σώματος του πλήγματα των αστυνομικών που τον συνέλαβαν. Δηλαδή, εγκαθιδρύεται μια άμεση συνάρτηση μεταξύ της βαρύτητας του εγκλήματος του δράστη και της μετεγκληματικής αστυνομικής βίας που υπέστη ο τελευταίος.

Περί «ισλαμοφασιστών»: ορολογικά πυροτεχνήματα


Ι

Υπήρξαν εποχές του εργατικού κινήματος, διεθνούς και ελληνικού, κατά τις οποίες το ουσιαστικό «φασισμός» και το επίθετο «φασιστικός» χρησιμοποιήθηκαν εντελώς αδιάκριτα ως μια επιπόλαιη και ανήθικη μέθοδος συκοφάντησης του αντιπάλου. Η φορά των πραγμάτων ώθησε τους οπαδούς της μεθοδολογίας αυτής να θεωρούν και ν’ αποκαλούν «φασιστικό το κάθε τι που δεν μου ταιριάζει ή που με εξοργίζει ή με αγανακτεί». Μ’  αυτό το σκεπτικό κάποιος εξαιρετικά προβεβλημένος και προσφάτως εκλιπών Έλληνας πεζογράφος έγραφε, με αδιατάρακτη αυτοπεποίθηση, για τον «φασισμό των νέων», (sic) της αθηναϊκής γειτονιάς του. Οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα δεν μας έβρισκε σύμφωνους, μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε «φασιστική» ή «φασίζουσα» ή «φασιστοειδή» ή «πρωτοφασιστική» ή να χρησιμοποιήσουμε άλλη παρόμοια έκφραση δηλωτική απαρέσκειας που θα την παίρναμε, με σίγουρο χέρι, απ’ τον ειδικό θάλαμο διαφύλαξης λεξημάτων της Αριστεράς. Οι λέξεις «φασίστας» και «φασιστικός» με τα ποικιλώνυμα συνθετικά τους, συνεπεία της πιο πάνω λεκτικής, νοηματικής και πολιτικής κατάχρησης, αφυδατώθηκαν, κατέστησαν τόσο οικείες ώστε έχασαν πια την δύναμή τους. Αρχικώς επρόκειτο για χαρακτηρισμούς με σαφείς και έντονες υποτιμητικές αποχρώσεις που εξέφραζαν ζωηρή αποδοκιμασία και κάτι περισσότερο από ένα αόριστο αίσθημα απαρέσκειας: ένα συνειδητό αίσθημα κατηργασμένης αηδίας και αποστροφής.

Εναντιωματικός ρεαλισμός

του Ρόμπερτ Κούρτζ

[μετάφραση: Λεωνίδας Πραπίδης]

Οι κοινωνικές διενέξεις πάντοτε αποτελούν και μια μάχη για τις έννοιες, για την «εξουσία ορισμού» του τρόπου με τον οποίο τα προβλήματα γίνονται εν γένει αντιληπτά. Θα μπορούσε κανείς να πει και ότι τα προβλήματα ορίζονται φυσικά κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα προς την λογική του κυρίαρχου συστήματος. Και τότε ένας αντίστοιχος χρωματισμός προϋποθέτει τις έννοιες, ακριβώς όπως το κάνει το πρότυπο του Χαμαιλέοντα. Επ' αυτού δεν υπάρχει καμιά συνειδητή συμφωνία και καμιά λογοκρισία, αλλά λειτουργεί πολύ πιο εκλεπτυσμένα η εννοιοδότηση και η διαδικασία του ορισμού (Prozeß der Definition). Ένας σίγουρος, ας πούμε, τρόπος ομιλίας, ξεκινά να ρητορεύει προς τα έξω και ξαφνικά, όλοι μιλούν κατά τα φαινόμενα, με βαθιά πεποίθηση την ίδια γλώσσα. Ιδίως από κοινωνική και οικονομική άποψη έχει καθιερωθεί στην επιστημονική έρευνα, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική τάξη μια γενικευμένη διευθέτηση της ομιλίας, από μια «γλώσσα συναίνεσης», η οποία επενεργεί ολοένα και πιο άκαμπτα, ακριβώς επειδή δεν έχει συνταγογραφηθεί κατευθείαν από κάποια διοίκηση.

«Δεν μ’ αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό»




Με αυτόν τον στίχο ξεκινά ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ένα τραγούδι αναφοράς στον αναρχικό ήρωα της ταινίας των αδελφών Ταβιάνι Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκκορα. Στην ταινία οι Ταβιάνι επιχειρούν να αφηγηθούν την ιστορία του Τζούλιο Μανιέρι, ενός φλογισμένου επαναστάτη, που μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα κολλεκτιβοποίησης σε ένα χωριό, οδηγείται στην ισόβια απομόνωση. Όταν μετά από δέκα χρόνια έρχεται σε επαφή με νέους αγωνιστές διαπιστώνει πως τόσο ο ίδιος όσο και οι ιδέες τους έχουν πια ξεχαστεί. Η ιστορία του Τζούλιο μοιάζει λίγο με τη μοίρα των αναρχικών στην Ελλάδα.

Η έννοια της άρνησης στη διαλεκτική

του Χ. Μαρκούζε

(το κείμενο βασίζεται σε ομιλία που δόθηκε σε συνέδριο για το Χέγκελ το 1966. Αντίστοιχη προβληματική για το ζήτημα της άρνησης σε ένα δικό μου κείμενο εδώ)

Πιστεύω, σ’ αυτό είμαστε όλοι σύμφωνοι, ότι ο προσδιορισμός του περιεχομένου της παρούσης ιστορικής περιόδου και, ειδικά, η ανάπτυξη του ύστερου καπιταλισμού μέσω των αυθεντικών εννοιών, και μάλιστα μέσω των ανεπτυγμένων εννοιών της μαρξικής θεωρίας, παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες ή μάλλον αυτή μπορεί να προσδιορισθεί έτσι, αλλά αυτό μας οδηγεί σε μια νέα αμηχανία. Αν η ίδια θεωρία μπορεί να συλλάβει τόσο την ανάπτυξη του Α όσο και του όχι-Α, τόσο την ευημερία όσο και την κρίση, τόσο την επανάσταση όσο και την εκκρεμότητα της επανάστασης, τόσο τη ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης όσο και την ενσωμάτωσή της στο υπάρχον σύστημα, τότε αυτό μπορεί να συνηγορεί για την εγκυρότητα της θεωρίας αλλά, επίσης, και για την αδυναμία της. Και πράγματι, υπό αυτήν τη σκοπιά κατηγορήθηκε η μαρξική θεωρία ότι εμπεριέχει έναν ενσωματωμένο μηχανισμό, ο οποίος τη στεγανοποιεί έναντι κάθε ανασκευής μέσω της πραγματικότητας.

Ο Μαρξ απέναντι στο Κράτος


«κάθε κοινό συμφέρων χωρίστηκε αμέσως από την κοινωνία και στάθηκε απέναντι σ' αυτή σαν ανώτερο, σαν γενικό συμφέρων, αποσπάστηκε από την αυτενέργεια των κοινωνικών μελών και έγινε αντικείμενό της κυβερνητικής δραστηριότητας»
Κάρλ Μάρξ “18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη”



Ο Μαρξ δεν ασχολήθηκε με το Κράτος με τον συστηματικό τρόπο που ασχολήθηκε με τον Καπιταλιστικό Τρόπο Παραγωγής. Δεν ήταν όμως ένα ζήτημα που τον άφηνε αδιάφορο, το εξετάζει έστω και «παράπλευρα» σε διάφορα από τα έργα του και κυρίως σε αυτά που αποκαλούμε «ιστορικο-πολιτικά». Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύουμε τις βάσεις της κριτικής του Μαρξ μέσα από τέσσερα διαφορετικά έργα του Μαρξ, τα οποία γράφει σε μια περίοδο 30 χρόνων (1843-1875). Πράγμα που νομίζω πως μας δείχνει ότι τα στοιχεία της κριτικής του Μαρξ απέναντι στο Κράτος μπορεί να  μην συγκροτούν μια ολοκληρωμένη θεώρηση, όμως δεν είναι συγκυριακά και κατέχουν μια σοβαρή θέση στον σκληρό πυρήνα της θεωρητικής σκέψης του. Δεν θα ισχυριστώ ότι πρόκειται για μια «αντικειμενική» ανάγνωση του Μαρξ, αλλά για μια προσπάθεια ν' αναδειχθούν εκείνα τα στοιχεία της Μαρξικής θεωρίας, αλλά και πολιτικών θέσεων, που στέκονται κριτικά απέναντι στο Κράτος. Κάποιος άλλος θα μπορούσε να προτείνει μια τελείως διαφορετική ανάγνωση, όπως έκανε σε μεγάλο βαθμό η Μαρξιστική Αριστερά. Όχι όμως χωρίς τον κίνδυνο να υποσκάψει τις θεμελιώδης θεωρητικές & φιλοσοφικές παραδοχές του ίδιου Μαρξ.

Μας λείπει η ηγεσία;


Κατά την ημέρα συζήτησης του νομοσχεδίου για την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια ο φύρερ της Χρυσής Αυγής Νίκος Μιχαλολιάκος απευθυνόμενος στους πολιτικούς του αντιπάλους, είπε τα ακόλουθα: “Θέλετε να αλλάξετε τα πάντα. Είπατε ότι θέλετε να κάνετε λαϊκό κράτος. Σας είπα ότι δεν αλώσατε καμία Βαστίλη· ότι κανένας Ροβεσπιέρος δεν υπάρχει ανάμεσά σας”.[1] Και συνεχίζοντας, διατύπωσε την πρόβλεψη πως ακριβώς λόγω της έλλειψης στιβαρής ηγεσίας, οι αντίπαλοί του σύντομα θα ηττηθούν κατά κράτος. 

Μια ημέρα αργότερα, σαν ειρωνεία της ιστορίας, ο πρωθυπουργός του κράτους που αποτελεί τον ιδεότυπο όλων των λαϊκών κρατών ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησής του να αναβαθμίσει σε συνταγματική την κατάσταση εξαίρεσης που ισχύει στη χώρα δια νόμου εδώ και λίγες εβδομάδες και η οποία αρχικά είχε ψηφιστεί ως έκτακτο μέτρο μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι. Σκοπός αυτή της πράξης είναι να μην μπορεί κανένας άνθρωπος να προσφύγει στη δικαιοσύνη έναντι των πρακτικών της αστυνομίας, οι αυθαιρεσίες της οποίας -όπως πρόσθεσε- είναι απολύτως δικαιολογημένες αφού η χώρα του βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου. Ο γαλλικός νόμος, αν και το χαρακτηριστικότερο συμβάν της περιόδου, αθροίζεται πια ανάμεσα σε δεκάδες παρόμοια παραδείγματα που έρχονται καθημερινά στα αυτιά μας με την ηχώ πολεμικού ανακοινωθέντος. Σε όλη τη γηραιά Ευρώπη ένα σύνολο φασιστικών νομοθετημάτων επανέρχονται για να παγιώσουν τις ήδη γενικευμένες πρακτικές του κράτους ασφάλειας. Ο εφιάλτης επιστρέφει. 

Ο γραμματέας της ναζιστικής οργάνωσης αγορεύει στην ελληνική βουλή με την αυτοπεποίθηση του σέρφερ που έχει τη βεβαιότητα πως καβαλά το κύμα της ιστορίας. Έχει δίκαιο και το γνωρίζει. Δεν είναι φυσικά η απουσία χαρισματικής ηγεσίας αλλά η απουσία δυναμικής στο στρατόπεδο της δική μας πλευράς. Μοιάζουμε όλοι σαν να έχουμε αποδεχτεί το μοιραίο. Η γενική ακινησία κερδίζει έδαφος. Με όρους σιωπηλής πλειοψηφίας συντελείται μια φασίζουσα αναμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων που υπαγορεύει ακόμα και σε μια έστω κατ’ όνομα σοσιαλιστική κυβέρνηση να απελαύνει όποιον δεν είναι καθαρός Γάλλος, κάνοντας χρήση μιας συνταγματικής διάταξης που μοιάζει πιστή αντιγραφή αυτών που νομοθέτησε κάποτε ο Χίτλερ. Η Γαλλία νομιμοποιεί την ήττα της. 

Δεν πρέπει σήμερα να συντηρούμε αυταπάτες: ένα ολοκληρωτικό κράτος πηγάζει από μια ολοκληρωτική κοινωνία. Γιατί όποια θέση και αν παίρνουμε στο δίπολο της κλασικής διαμάχης για την πηγή του ριζικού κοινωνικού κακού (αν, δηλαδή, το αρχικό φταίξιμο είναι στην κοινωνία ή στο κράτος), οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη διαλεκτική της ανατροφοδοτούμενης πορείας: η ολοκληρωτική κοινωνία, ως παράγωγο της αυταρχικής κρατικής διαχείρισης σε πρώτο χρόνο, γίνεται στην συνέχεια η ανατροφοδοτούμενη αιτία της εμπέδωσης και διαιώνισης του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Η σύμπλευση της στρατιωτικής βιομηχανίας με την κοινωνική ευημερία -ένα φαινόμενο που χρωμάτιζε τις τελευταίες δεκαετίες το κράτος του Ισραήλ- δημιουργεί πια και στην Ευρώπη όρους καθολικής συναίνεσης στον εφιάλτη. Ο αποτροπιασμός των “ανθρωπιστικά ευαίσθητων” Ευρωπαίων στο θέαμα των Ισραηλινών πολιτών που κατά τους βομβαρδισμούς της Γάζας έστηναν αναπαυτικούς καναπέδες στους περιμετρικούς λόφους για να απολαύσουν το θέμα, σήμερα μοιάζει μακρινή ανάμνηση. 

Αν τολμήσουμε να σκεφτούμε τί μέλει γενέσθαι στην περίπτωση που η πορεία της παρούσας κοινωνίας συνεχίσει ακάθεκτη τον καταστροφικό της βηματισμό, είναι βέβαιο πως τα αίσθημα μιας πνευματικής κρίσης πανικού θα μας καταλάβει. Και είναι αυτό το κρίσιμο σημείο που, ξεπερνώντας τον πανικό, οφείλουμε να αναρωτηθούμε φωναχτά: τί είναι αυτό που πραγματικά λείπει; Γιατί αν το ζητούμενο είναι μια στιβαρή ή χαρισματική ηγεσία δεν έχουμε πάρα να οργανώσουμε, κατά τα αγοραία πρότυπα της σύγχρονης κυβερνητικής, μια διαδικασία αυστηρής επιλογής ενός προσώπου στο οποίο θα ορκιστούμε τυφλή πίστη και στις αναμφισβήτητες τυπικές ικανότητες του οποίου θα εναποθέσουμε την ελπίδα μας. Αλίμονο, η πρόσφατη παράσταση μας δίδαξε πως ακόμα ένας ηγέτης που όμοιός του γεννιέται κάθε 200 χρόνια (sic) είναι απελπιστικά αναντίστοιχος των απαιτήσεων του καιρού. 

Και εδώ έρχεται η δική μας μικρή ερώτηση: τα κοινωνικά κινήματα, η ζωντανή κοινότητα, για την απελευθέρωση της οποίας όλες οι ηγεσίες της “δικής μας” πλευράς υποτίθεται ότι αγωνίζονται, τί ρόλο μπορεί να παίξουν στη σύγχρονη ιστορία; Γιατί αν το αναφερόμενο μιας ριζοσπαστικής ηγεσίας δεν υπάρχει, τότε η τελευταία είναι μόνο κατ’ όνομα ριζοσπαστική και δικαίως οδηγείται από την μια συνθηκολόγηση στην άλλη. Με άλλα λόγια, η επιτυχία της ηγεσίας στη σύγχρονη μορφή της δεν είναι τίποτα άλλα παρά σύμπτωμα της ήττας των κινημάτων· και μόνο αν αυτή η διαλεκτική γίνει αντιληπτή έχουμε ίσως την ευκαιρία να ξετρυπώσουμε το βασικό ζητούμενο: την ζωντανή, δρώσα και αυτοδιευθυνόμενη κοινότητα. 

Όσο καθυστερούμε, όσο οι ριζοσπαστικές μας προθέσεις και η νεανική μας ζωτικότητα σπαταλιέται μέσα στις ετερόφωτες προσδοκίες της ανάθεσης, όσο βραδυπορούμε μπροστά στις κατεπείγουσες ανάγκες μιας κοινωνίας που συνεχώς κατακερματίζεται πνιγμένη στον ωκεανό της φρικτής εξατομίκευσης, όσο μένουμε άτολμοι μπροστά στις ασύλληπτες δυνατότητες της δικής μας συλλογικής πράξης, όσο αφήνουμε ακατάληπτη τη Βαστίλη, τόσο το σκοτάδι θα εξαπλώνεται. Ναι, Ροβεσπιέρος δεν υπάρχει -και ευτυχώς- όμως το έλλειμμα αντανακλαστικών της κοινωνικής μας ευαισθησίας έναντι της καλπάζουσας λαίλαπας του ολοκληρωτισμού ορίζει το μέγεθος των καθηκόντων μας. 

Υ.Γ. Το ότι οι αριστερές και εργατικές ηγεσίες αποτελούνται συνήθως από ανθρώπους των προνομιούχων στρωμάτων που …κάνουν το χόμπι τους, και έτσι, στις κρίσιμες στιγμές στρέφουν το πηδάλιο στα αγκυροβόλια του συμβιβασμού και της ήττας, δεν είναι σύμπτωμα της αριστεράς, είναι σύμπτωμα της ηγεσίας. Η ιεραρχία είναι μια βαθιά αριστοκρατική συνήθεια που ριζώνει (δυστυχώς ακόμα) στις ανθρώπινες συμπεριφορές. Αν η ανθρώπινη κοινότητα θέλει να ζήσει κάποτε ελεύθερη πρέπει να απαλλαγεί οριστικά από αυτό το καρκίνωμα. 

[1] http://avmag.gr/60819/olokliri-i-sizitisi-ke-i-psifisi-tou-simfonou-simviosis-apo-ti-vouli/

« … αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού τεταγμέναι εισί»

 Απόστολος Παύλος: Ρωμ. Ιγ’ 1-7, Τίτ. γ’1.


Όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο, ο μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος απευθυνόμενος προς το δύστυχο εκκλησίασμά του καταράστηκε «να σαπίσει το χέρι του υπουργού Παιδείας αν υπογράψει διάταγμα για την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών». Πρέπει να διευκρινίσουμε ευθύς εξαρχής τούτο: τους εξωφρενισμούς του Αμβρόσιου Καλαβρύτων δεν τους εκλαμβάνουμε ως μια εκδήλωση ενός περιθωριακού στοιχείου ανάξια σχολιασμού της. Ο προαναφερθείς αρχιερέας απλώς εξέφρασε δημοσίως, με ιδιαιτέρως άξεστο και χυδαίο τρόπο, τις κοινές σκέψεις ενός μεγάλου αριθμού αρχιερέων της ελλαδικής εκκλησίας που για λόγους άλλους προτίμησαν να μην εκφραστούν ομοιοτρόπως, προς το παρόν. Το ότι «αυτό δεν είναι (χριστιανική) αγάπη» που τόλμησε να ψελλίσει μια εκκλησιαζόμενη, πριν την απομακρύνουν, δεν είναι, από ιστορική άποψη, απόλυτα ακριβές. Αυτόν τον ισχυρισμό μας ας τον δούμε εκτενέστερα: Ειπώθηκε συχνά ότι ο χριστιανισμός εισήγαγε μιαν εντελώς νέα και καλύτερη στάση ως προς την αντιμετώπιση της δουλείας. Ουδέν ψευδέστερον τούτου. Ο Ιησούς δέχτηκε την δουλεία ως ένα γεγονός του περίγυρού του, ακριβώς όπως την δέχεται και η Παλαιά Διαθήκη. Το συχνά αναφερόμενο κείμενο (του Αποστόλου Παύλου) προς  Κολοσσαείς (γ’ 11) « Ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός», κατανοείται καλύτερα στο φως του παράλληλου κειμένου της προς Γαλάτας επιστολής (γ’ 28) (του Αποστόλου Παύλου) «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού». Δεν υπάρχει «δούλος ουδέ ελεύθερος» με την ίδια ακριβώς έννοια που δεν υπάρχει «άρσεν και θήλυ».

«Αριστερά» … ιερά λείψανα


Ι

Κατά την διάρκεια και, κυρίως, μετά το πέρας του Πελοποννησιακού Πολέμου με τις συνεπαγόμενες κοινωνικές εντάσεις και καταστροφές και τα αυξημένα νευρωτικά άγχη, με την παρατεταμένη εμπειρία της ανθρώπινης δυσπραγίας και την πλησμονή έγκλειστων και διαψευσμένων αισθημάτων, παρατηρήθηκε, στην τότε ελληνική κοινωνία, μια αντιδραστική παλινδρόμηση, μια οπισθοδρόμηση στον ανορθολογισμό του παρελθόντος. Έτσι, εμφανίσθηκε μια αυξημένη ζήτηση της μαγικής ίασης που μεταμόρφωσε τον Ασκληπιό από ελάσσονα ήρωα σε μείζονα θεό και μια «μόδα» ξενικών, οργιαστικών λατρειών, «μια σταγόνα ξένου αίματος στις φλέβες των Ελλήνων». Κατά τις ταραγμένες παραμονές της ρωμαϊκής κατάκτησης, παρατηρήθηκε μια εμφάνιση «μεσιτών σωτηρίας» και μια εξάπλωση αστρολογίας.[1] Επρόκειτο για τον ίδιο λαό που, αιώνες ενωρίτερα, εξάλειψε τον φόβο των νεκρών, τον φόβο των μιασμάτων κι’ άλλους πρωτόγονους φόβους, πούχε απελευθερώσει το άτομο απ’ τα δεσμά της φυλής και της οικογένειας, έναν λαό «γαλήνιο και ηλιόλουστο», πολιτισμένο, καθαρόμυαλο και ορθολογιστή.[2]

«Ευρωπαϊκό αξιακό κεκτημένο;»


Ι

Αυτές τις μέρες παρατηρείται μια επίταση της αντιπροσφυγικής υστερίας απ’ την μιαν άκρη της Ευρώπης στην άλλη. Απ’ τις εσχατιές της Σκανδιναβίας μέχρι την Βαλκανική χερσόνησο προβάλλεται το ίδιο “έργο” που έχει τον ίδιο σκηνοθέτη, τους ίδιους ηθοποιούς αλλά διαφορετικούς θεατές. Στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ Δανίας και Σουηδίας περιπολούν «εθελοντές» «επαγγελματίες Σουηδοί» με δικά τους σκάφη προκειμένου να εντοπίσουν βάρκες προσφύγων που προσπαθούν να διεκπεραιωθούν στην Σουηδία. Στόχος τους; Να εμποδίσουν αυτήν την διεκπεραίωση με κάθε μέσο· είτε ειδοποιώντας την σουηδική ακτοφυλακή είτε… διαφοροτρόπως. (Μέσα στην ερημιά του πελάγους οι «επαγγελματίες Σουηδοί» με τα ξυρισμένα και κενά κρανία, ίσως να έχουν κι’ άλλες εναλλακτικές εθνοπρεπούς συμπεριφοράς…).

Ἡ κριτική στάση


Σκεφτόμαστε ἐπειδή βρισκόμαστε σέ πόνο, σέ φόβο, σέ σύγχυση. Μακριά ἀπό τίς ὀλύμπιες κλασικές ἀναπαραστάσεις πού τόν ἤθελαν θεμέλιο καί σκέπη τοῦ κόσμου, κορωνίδα ἑνός ἱεραρχημένου καί έπιβλητικοῦ σύμπαντος, ὁ Λόγος ἴσως νά μήν ἐκφράζει τίποτα περισσότερο ἀπό τήν ἱκανότητα τῆς ζωῆς ν’ ἀνοίγει δρόμους ἐκεῖ ὅπου  ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπειλή τοῦ ἀφανισμοῦ λίγο-λίγο τήν παγιδεύουν, ἐγκλωβίζουν τίς προοπτικές της. Γι' αὐτό, τό ἔργο της μοιάζει μέ τό σισύφειο ἐγχείρημα, γι’ αὐτό καί ἡ φιλοσοφία, ὡς ἔργο ἀνθρώπινο καί ἔργο ἱστορικό, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ, τελικά, παρά μόνον ἁπό τήν πλευρά τῆς τραγωδίας.

Στά χρόνια τοῦ Διαφωτισμοῦ κριτικός, κριτική ἱκανότητα σήμαινε τή δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης διαπερνώντας ὄλους τούς δεσμούς ὑποταγῆς πρός κάθε εἴδους ἐξουσίες, ἐξουσίες φυσικές καί ἐξουσίες κοινωνικές, νά χειραφετηθεῖ, ἀναγνωρίζοντας τήν «ἀληθινή» της φύση, τίς δυνατότητες καί τα ὅριά της. Πίσω ἀπό τοῦτο τό ἀναμφίβολα ἀλαζονικό ἐγχείρημα πού θά ἄφηνε στό τέλος μετέωρη αὐτήν τή σκέψη, ἀνίκανη νά βρεῖ ἕνα ἔρεισμα ἔξω ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό της, κρύβεται ἡ ἀπόγνωση μιᾶς συνείδησης ἔκπτωτης, μιᾶς συνείδησης πού ἀδυνατεῖ πλέον νά κατοικήσει ἕναν κόσμο ἀνθρώπινο καί ὡστόσο ἐχθρικό ἀπέναντι στίς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Πίσω ἀπό τή ρηξικέλευθη τόλμη τοῦ Διαφωτισμοῦ κρύβεται μιά ἀνθρώπινη στάση βαθειᾶς καί ἀπαρηγόρητης ἀπελπισίας.

Αὐτοῦ τοῦ κόσμου κληρονόμοι σήμερα, τοῦ κόσμου τῶν ἀνταγωνιστικῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων καί τοῦ έξαρτημένου ἀπό μιά τεχνολογία δίχως σκοπό κόσμου, δέν εἴμαστε πλέον σέ θέση νά βροῦμε κατοικία πού θά στεγάσει τά ὄνειρά μας, ὅσα ἡ ἱστορική ζωή φάνηκε γιά μιά στιγμή τουλάχιστον νά μᾶς ὑπόσχεται καί ὅσα δέν εἴμαστε διατεθειμένοι μέ κανένα ἀντάλλαγμα ν’ ἀπαρνηθοῦμε. Ὅταν καί ὅσο ἀρνούμαστε νά συνθηκολογήσουμε μέ μία κοινωνική πραγματικότητα πού ἔχει πλέον τή φύση τῆς πέτρας, ὄταν καί ὅσο ἀρνούμαστε νά νομιμοποιήσουμε μέ τή συμμετοχή μας αὐτό πού ὑπάρχει, ὅσο μποροῦμε ν’ ἀντλοῦμε τήν τελευταία δυνατή χαρά μετασχηματίζοντας τήν ὀδύνη τῆς ματαίωσης σέ μάχιμη σκέψη, σκέψη πού ἐκθεμελιώνει τό ὑπάρχον καί δείχνει ἀνυποχώρητα πρός ἐκεῖνο πού θά μποροῦσε, πού ἀκόμα περιμένει νά ὑπάρξει, ἡ κριτική γίνεται τότε ἡ μοίρα μας – καί αὐτό δέ σημαίνει ἁπλῶς ἕναν τρόπο σκέψης, οὔτε πολύ περισσότερο ἕνα ὕφος ἤ μια τεχνοτροπία, ἀλλά μιά στάση ζωῆς, πού περιέχει ἀσφαλῶς κι ἕναν τρόπο σκέψης. Ἡ κριτική στάση εἷναι ἡ μοίρα ἐκείνου πού λύνει ὅλους τούς δεσμούς καί τίς οἰκειότητες, ἀναλαμβάνει σχεδόν ἀσκητικά τήν ἠθελημένη μοναξιά καί τήν περιπλάνηση ἐπειδή ἀρνεῖται πεισματικά νά ξεχάσει τί εἷναι ἐκεῖνο πού πρέπει νά διασωθεί. Ἡ κριτική εἷναι ἡ στάση τῆς μεγάλης ἄρνησης, εἷναι ἡ μοίρα πού σφραγίζει ἀνεξίτηλα μιά ζωή κάνοντάς την ἀνέστια, ὁδηγώντας την σέ μιάν ἀβάσταχτη, κι ὡστόσο ἀνειλημμένη σά νά πρόκειται γιά γιορτή, ἐξορία· καί ὅμως, λίγο πρίν ἀπό τή βέβαιη ἥ πιθανή συντριβή, μέσα ἁπό τήν ἔσχατη διακινδύνευση καί τήν ἐκούσια θυσία, ἀνταμείβει μέ τήν παράδοξη γαλήνη μιᾶς ζωῆς πού δέν ἀποποιήθηκε τό νόημά της καί μέ τήν ὑπόσχεση μιᾶς ἐκστατικῆς συμφιλίωσης μέ ὅ,τι πολύτιμο καί βαθύ δέν μπόρεσε ἐπίσης νά βρεῖ μέσα στήν ὑπάρχουσα ἱστορική στιγμή δικαίωση καί κατοικία. Στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀντοχῆς, ἡ κριτική στάση εἶναι ἡ μόνη πού διαφυλάσσει τήν παράδοξη ἕνωση τοῦ ἀκραίου ἀσκητισμοῦ καί τῆς ὀργιαστικῆς ἐπανεύρεσης τοῦ κόσμου.

Στήν πιό ἐκλαϊκευμένη σήμερα σημασία της, ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς ἔχει φτάσει νά σημαίνει τή μεσιτευμένη ἀπό τή βιομηχανία κουλτούρας ἐπαγγελματική δραστηριότητα τοῦ τεχνοκριτικοῦ. Ἡ σημασία της ὅμως αὐτή, ὡς προσδεμένης στήν καλλιτεχνική δημιουργία θεωρητικῆς δραστηριότητας, ὅταν ἀρνεῖται νά ξεπέσει στόν κομφορμισμό ἑνός στείρου ἐπαγγελματισμοῦ, ἀντλεῖται ἀπό τήν πρόθεσή της νά μεσολαβήσει κοινωνικά τό ἔργο, πράγμα πού θά τήν ὑποχρεώσει, ἀργά ἤ γρήγορα, σέ μιά δεσμευτική ἐπιλογή: στήν ἀμυντική ὑπεράσπιση αὐτοῦ πού ὑπάρχει καί κωδικοποιεῖται στά πλέον τυπικά μορφικά στοιχεῖα τοῦ ἔργου, ἤ, ἀντίθετα, στή μαχητική ἀνάδειξη τοῦ οὐτοπικοῦ στοιχείου, ἐκείνων τῶν ριζικά καινούργιων φαντασιακῶν σημασιῶν πού κάθε ἀληθινό ἔργο φέρνει στόν κόσμο φανερώνοντας τήν ἀγεφύρωτη ἀντίθεση μεταξύ ἀλήθειας καί πραγματικότητας.


Στήν βαθύτερη σημασία της ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς παραμένει ἀκόμα συνδεδεμένη μέ τό πρόγραμμα τοῦ Διαφωτισμοῦ καί μέ τή θεωρητική κληρονομιά του. Πασχίζοντας αὐτός νά βρεῖ ἕνα πέρασμα ἐκεῖ ὅπου ὅλοι οἱ δρόμοι ἔμοιζαν παγιδευμένοι, ἔκοψε ἀποφασιστικά ἕνα διπλό δεσμό: ὄχι μόνον ἀντιτέθηκε σέ ὑπάρχουσες μορφές κοινωνικῆς ὀργάνωσης καί σέ κοινωνικῆς προελεύσεως ἐξουσίες, ἀλλά ἐπίσης καί σέ ὅ,τι ἕφερε τό ἔμβλημα τοῦ φυσικοῦ καί τῆς φύσης πού στά μάτια του φάνηκε ὡς μία ἀλλη μορφή καταναγκασμοῦ καί ἐξουσίας. Ἔτσι ὁ Διαφωτισμός παγιδεύτηκε καί ὁ ἴδιος μετασχηματιζόμενος σέ στείρα αὐτοανασκόπηση μιᾶς χωρίς ἀναφορικό λογικότητας· οἱ τελευταῖοι του ἐπίγονοι, κομφορμιστές πανεπιστημιακοί ἐξαρτημένοι ἀπό τίς σημερινές μορφές κράτους, διακηρύσσουν μέ τήν ἴδια τους τή μορφή ὕπαρξης τήν τραγική του χρεωκοπία. Ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς πρέπει σήμερα νά μετασχηματιστεῖ: βιωμένη ὡς δραματική καί θαρραλέα ἀνθρώπινη στάση θά βρεῖ τό μοναδικό σύμμαχο στήν ἑλπίδα μιᾶς ἀνάκτησης τοῦ φυσικοῦ δεσμοῦ ἐνάντια στίς θεσμοποιημένες ἐργαλειακές κοινωνικές πρακτικές, ἐνάντια στό φετιχισμό τοῦ θεσμικοῦ ἀλλά καί στήν κουλτούρα τῆς ἀγορᾶς καί τῶν ἀνταγωνιστικών ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἡ φιλοσοφία ὡς κριτική ὀφείλει νά ἀξιώσει νά γίνει ἡ φωνή τῶν πραγμάτων· ἡ ἀποφασισμένη μοναχικότητα τῆς κριτικῆς στάσης θα βρεῖ τή δικαίωσή της ὡς ἀδιάρρηκτη συμμαχία μέ τόν πάσχοντα Κόσμο. 

Φώτης Τερζάκης

Το νεανικό αυτό κείμενο του Φώτη Τερζάκη δημοσιεύτηκε το 1989 στο περιοδικό Σημειώσεις και αναδημοσιεύτηκε το 2015 στο πρώτο τεύχος του Σκαντζόχοιρου. 

Αναζητώντας τον χαμένο μύθο…


Τέλη του 19ου αιώνα ο μεγάλος Πατρινός καραγκιοζοπαίκτης Μίμαρος εμπνεύστηκε τη φιγούρα του Σιορ Διονυσίου. Ο τύπος του Σιορ Διονυσίου έγινε ασμένως δεκτός από το κοινό του Θεάτρου Σκιών – ένα θέατρο που, κατά τους ειδικούς, στην Πάτρα ανανεώθηκε αποκτώντας χαρακτηριστικά αθηναϊκών επιθεωρήσεων. Δεν ήταν τυχαίο που ο Σιορ Διονύσιος ως χαρακτήρας δημιουργήθηκε από Πατρινό καραγκιοζοπαίκτη. Στην Πάτρα ζούσαν πολλοί Ζακυνθινοί που ξεχώριζαν από την ιδιάζουσα προφορά τους και τα χαριτωμένα τερτίπια τους. Αλλά δεν ήταν αυτό το κυριότερο. Ο Σιορ Διονύσιος είναι ο πλέον Ευρωπαίος του Θιάσου Σκιών και η Πάτρα τότε ήταν και εθεωρείτο από τους Πατρινούς ότι ήταν η πλέον ευρωπαϊκή πόλη της μικρής Ελλάδος. Ήταν η πύλη προς τη Δύση.

Τα κεραμίδια στάζουν (απόσπασμα)


Είναι πολύ εύκολο, ξέρεις, και αφάνταστα ανακουφιστικό, να εκχωρείσαι, να απαλλάσσεσαι από πάσαν ατομικήν ευθύνην. Κι εδώ που τα λέμε, τα αδιέξοδα όπου μας οδήγησαν -και που με κομπασμό τα ονομάζουν «πολιτισμό» – οι επιλογές του ανθρώπου, εξαντλούνται ανάμεσα στον αφηρημένο λόγο του αρχηγού, που καλύπτει όλη την τραγικότητα και την κτηνωδία της πραγματικότητας, στη λατρεία των συμβόλων, στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή και στο ζουρλομανδύα… 

Η απόλυτη ταύτιση της εξουσίας -σκοπών, μέσων και μεθόδων- με μοναδικό σκοπό πως θα κατακτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι εξουσίας και περισσότερους οπαδούς, πως θα βάλουν τις «μάζες» να δουλέψουν καλύτερα, κατατρώγωντας τα σωθικά τους και δολοφονώντας τη μήτρα που της γέννησε, είναι η κοινή τους συνισταμένη… 

Ελευθερία και… ασφάλεια !

 (΄΄Υπεράσπιση΄΄ της ελευθερίας δια του ευνουχισμού της! )


Ι
Ο γενικός αστυνομικός διευθυντής της Αττικής με την από 29-1-2016 αστυνομική διάταξή του, απαγόρευσε όλες τις συγκεντρώσεις στο κέντρο της Αθήνας από τις έξι (6) το πρωί του Σαββάτου 30/1/2016 μέχρι τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας με πρόσχημα την «διαφύλαξη  της δημόσιας τάξης» λόγω επαπειλουμένων επεισοδίων με αιτία κι αφορμή την συγκέντρωση φασιστών της Χρυσής Αυγής «για τα Ίμια» και τις συναφείς αντιδράσεις δημοκρατικών πολιτών. Μερικές ημέρες αργότερα, στις 4-2-2016, επικαλούμενη η ΕΛ.ΑΣ την πανελλαδική απεργία, έλαβε δρακόντεια μέτρα «ασφαλείας» αποκλείοντας με «κλούβες» όλους, σχεδόν, τους δρόμους του Αθηναϊκού κέντρου. Σχεδόν, ταυτόχρονα, και μετά την λήξη της απεργίας, η ΕΛ.ΑΣ διενεργούσε σωματικό έλεγχο σε όσους αδιακρίτως τολμούσαν (!) να διανύσουν την οδό Ηρώδου του Αττικού, όπου και η έδρα της κυβέρνησης, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε αξιόποινής ή, έστω, επιλήψιμης συμπεριφοράς τους. Παράλληλα, κατά την διεξαγωγή της «λήψης DNA» από κάποιον Έλληνα πολίτη, βασανίστηκε ο τελευταίος από την ΕΛ.ΑΣ κατά παράβαση ρητής δικονομικής διάταξης. Δηλονότι, αντιμετωπίσθηκε ο «ύποπτος» τέλεσης αξιόποινης πράξης όχι ως ανθρώπινο ον αλλά ως «κονσέρβα αποδεικτικών στοιχείων».

Οι γκρι αποχρώσεις του Μπλε

Η δημοκρατική μας κοινωνία κληρονόμησε την υψηλή τέχνη περασμένων αιώνων, άλλοτε κτήμα ηγεμόνων, κοσμικών ή θρησκευτικών εξουσιών. Ιδιοποιήθηκε τα έργα τέχνης μετατρέποντάς τα σε αντικείμενα όχι μόνο αισθητικής απόλαυσης, αλλά και γνώσης που – θεωρητικά τουλάχιστον – θα έπρεπε να ωφελεί το κοινωνικό σύνολο, προάγοντας την κριτική σκέψη και τις συλλογικές αξίες. Τι γίνεται όμως όταν το μουσείο εισβάλλει στο σύγχρονο δημόσιο χώρο, υφαρπάζοντας μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης όχι απλώς ξένες, αλλά απροκάλυπτα εχθρικές απέναντι στην ίδια τη μουσειακή αντίληψη της τέχνης; Δεδομένης μάλιστα της λατρείας του πολιτιστικού θεσμικού οικοδομήματος για οτιδήποτε «ανατρεπτικό» ή «επαναστατικό», υπάρχει σήμερα πραγματικά αντισυστημική τέχνη και ποιος είναι ο ρόλος της; Τι σημαίνει για τη φυσιογνωμία της σύγχρονης τέχνης, αλλά και για το ρόλο της πολιτιστικής κληρονομιάς, η καθιέρωση εκθεσιακών πρακτικών όπως η απόσπαση έργων τέχνης από το αρχικό τους πλαίσιο και η εργαλειακή αντιμετώπιση των πολιτιστικών αγαθών; Σε ποιον ανήκουν τελικά τα έργα και ποιος νομιμοποιείται να τα αφαιρέσει; Ή όπως το θέτει ένας αρθρογράφος τηςReppublica «Το copyright προστατεύει ακόμα και έργα που πραγματοποιήθηκαν παράνομα; Μα κυρίως η street art παραμένει art και χωρίς street»;

Τέτοια ερωτήματα ανακύπτουν εκ νέου με αφορμή την απόφαση του Ιταλούstreet artist με το ψευδώνυμο «Blu» να καλύψει με γκρι μπογιά όλα τα έργα που δημιούργησε την τελευταία εικοσαετία στη Μπολόνια, αντιδρώντας σε μια πρωτοβουλία «διάσωσης» της τέχνης του δρόμου, πίσω από την οποία ο καλλιτέχνης βλέπει μια απόπειρα αλλοτρίωσής της. Πρόκειται για την έκθεση«Street Art.Banksy & Co. – Η τέχνη στον αστικό χώρο», που εγκαινιάστηκε στις 18 Μαρτίου στο Palazzo Pepoli, όπου παρουσιάζεται πλήθος αποτοιχισμένων έργων, με διακηρυγμένο στόχο τη διάσωση τους από υπό κατεδάφιση κτίρια, δια της μετατροπής τους σε μουσειακά εκθέματα. Η έκθεση διοργανώνεται από το ίδρυμα «Genus Bononiae. Musei nella Città», με πρόεδρο το Fabio Roversi Monaco, πρύτανη του Πανεπιστημίου της Μπολόνια από το 1985 ως το 2000 και ισχυρό στέλεχος σημαντικών καλλιτεχνικών θεσμών της πόλης.

16 χαϊκού


κρύο πρωινό
ο ήλιος ανατέλλει
πίσω από τα μάτια
*
αιγαίου το φως
ο κόσμος που πνίγεται
για μια ελπίδα
*
φωτιά που ανάβει
σε ψυχρό παγετώνα
είναι η ελπίδα
*
ζωή που γεννά
ολόκληρο το σύμπαν
σε ένα σημείο
*
έρως της νύχτας
ένα κορίτσι γελά
μέσ' απ' τα χείλη
*
ζεστή μου πηγή
ποτέ δε θα μπορέσω
να ζήσω μακριά
*
μήτρα που ρέει
το υγρό της ποτάμι
γίνεται φως
*
ναυάγιο φως
στη θάλασσα που πλέει
η ιστορία
     *     
άραγε μπορώ
να χωρέσω τον κόσμο
σε δυο σταγόνες;
*
τρανέ ουρανέ
των βουνών οι κορυφές
δε θα σ' αγγίξουν
*
δίνη του κόσμου
στο ζεστό σου ταξίδι
πάρε μας όλους
*
πώς να μαζέψω
τον ανθρώπινο πόνο
σε ένα δοχείο;
*
ίχνος στην πέτρα
μουσική της πλημμύρας
είν' ο λυγμός μου
*
βάρκα στη λίμνη
λυμένη από κάβους
ειν' η ζωή μου
*
λευκή ομίχλη
η θάλασσα δε μπορεί
να τη σηκώσει
*
καρποί του δένδρου
ο δειλινός ουρανός
πόσο σας μοιάζει

Οι αγρότες, οι νόμοι και ο ΣΥΡΙΖΑ

                               

Ι
Εν όψει των γενικευμένων αγροτικών κινητοποιήσεων αυτών των ημερών και της ανακοινωθείσας συγκέντρωσης των αγροτών στο κέντρο της Αθήνας, η κυβερνητική εκπρόσωπος έσπευσε στις 9-ΙΙ-2016 να υπομνήσει πως υπάρχουν «νόμοι και κανόνες σ’ αυτήν την χώρα» οι οποίοι, εκτός των άλλων, καθιστούν απαγορευτική την είσοδο των τρακτέρ στην Αθήνα με συνέπεια, αν παρ’ ελπίδα, εισέλθουν τελικά, να αντιμετωπισθούν δεόντως από την αστυνομία. (βλ. δηλώσεις της στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο). Έτσι, ήρθε η ώρα για να αισθανθούν, ακόμη μια φορά, οι αγρότες την επαπειληθείσα κρατική καταστολή με «αριστερό» πρόσημο. Ας ρίξουμε, έστω επί τροχάδην, μια διαχρονική ματιά στους αγρότες γενικά και στους Έλληνες αγρότες, ειδικότερα.

Το παλαιότερο συστηματικό πρόγραμμα του γερμανικού ιδεαλισμού [1797] Hegel, Schelling, Hölderlin

Μετάφραση - εισαγωγή: Σωτήρης Λυκουργιώτης, Βασιλική Σουλιώτη


Εισαγωγή

Το μικρό αυτό μανιφέστο ήρθε στο φως για πρώτη φορά μόλις το 1926 από τον Franz Rosenzweig και παρουσιάστηκε ως «αγνώστου συγγραφέα». Νεότερες έρευνες αποκάλυψαν ότι το κείμενο πιθανότατα γράφτηκε το 1797 από την τρομερή τριάδα του Tübingen. Πρόκειται για τους νεαρούς συγκατοίκους που έμελλε να εξελιχθούν στις πλέον χαρακτηριστικές μορφές του γερμανικού πνεύματος. Οι τρεις ήταν ο Hegel, ο Schelling και ο Hölderlin 22, 27 και 28 χρονών αντίστοιχα. Στο κείμενο, στο οποίο είναι εμφανής τόσο η επίδραση της Γαλλικής επανάστασης όσο και τα έντονα ρομαντικά μοτίβα, συμπυκνώνονται προγραμματικά όλες οι μετέπειτα ιδέες του γερμανικού ιδεαλισμού με κομβικότερη την ιδέα του αναστοχαστικού υποκειμένου. Μέσα από το μανιφέστο αποκαλύπτεται μια ριζοσπαστική ομάδα στοχαστών που επιτίθενται στην ιδέα του κράτους και προτάσσουν την αισθητική επανασύνδεση εμπειρικής έρευνας και φιλοσοφίας. Το στίγμα της τρίτης κριτικής του Καντ «Κριτική της κριτικής Δύναμης» (Kritik der Urteilskraft), που είχε γραφτεί μόλις επτά χρόνια πριν το 1790, είναι παραπάνω από εμφανές. Στο γραπτό είναι ευδιάκριτη η αγωνία για έναν κόσμο κατακλυσμιαίων αλλαγών που οδηγείται στην καταστροφή, και που του αξίζει να σωθεί μόνο με αισθητικούς όρους. Τα έντονα ρομαντικά μοτίβα για τον ρόλο της ποίησης ως σωτήρια πράξη, η αγωνία για τη διάδοση του πνεύματος μέσα στον λαό διατρέχουν τις σκέψεις τους. Προτείνουν μια νέα φιλοσοφική μυθολογία που θα κάνει τις ιδέες προσιτές και θα σημάνει την αναγέννηση και την ενότητα του λαού. Για μια ελευθερία δίχως κράτος και δυνάστες, για μια ισότητα όλων χωρίς αυθεντίες. «Η φιλοσοφία του πνεύματος είναι αισθητική φιλοσοφία», διακηρύσσουν. Η σύλληψη μιας τελικής ενότητας των ιδεών σε μια υψηλότερη ιδέα, η ιδέα της τέχνης και της παραστατικής θρησκείας, ως βαθμίδες που οδηγούν στο απόλυτο πνεύμα, διατρανώνονται. Ιδέες που θα επεξεργαστούν αργότερα στη φιλοσοφία τους οι Hegel και Schelling και θα σκιαγραφήσει χαρακτηριστικά στην ποίησή του ο Hölderlin, βρίσκονται συμπυκνωμένες σε αυτό το μικρό μανιφέστο.



Μια ηθική

Το γεγονός ότι στο μέλλον κάθε μεταφυσική θα κρίνεται από την ηθική —πράγμα για το οποίο ο Καντ, χωρίς να θέσει περιορισμούς, έδωσε μόνο ένα παράδειγμα με τα δύο του πρακτικά αξιώματα— καθιστά την ηθική ένα ολοκληρωμένο σύστημα όλων των ιδεών και όλων των πρακτικών αξιωμάτων. Η αρχική σύλληψη είναι φυσικά η ιδέα του εαυτού [υποκειμένου], ως ενός απόλυτα ελεύθερου όντος. Με το ελεύθερο, ενσυνείδητο ον εμφανίζεται ταυτόχρονα —από το μηδέν— ένας ολόκληρος και ανεξάρτητος κόσμος — η μόνη αληθινή και νοητή δημιουργία που μπορεί να γεννιέται από το τίποτα.

Προσεγγίζοντας το ζήτημα από την πλευρά των εμπειρικών — φυσικών επιστημών, το ερώτημα τίθεται ως εξής: πώς πρέπει να συγκροτηθεί ένας κόσμος για ένα ηθικό ον; Ας δώσω γι’ άλλη μια φορά φτερά στην αργή και δυσκίνητη φυσική επιστήμη. Έτσι, αν η φιλοσοφία καθορίζει τις ιδέες και η εμπειρία τα στοιχεία, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε τελικά μια συνολική επιστήμη, κάτι το οποίο επιδιώκουμε. Η σύγχρονη φυσική επιστήμη, όμως, φαίνεται αδύναμη να πραγματώσει αυτό το δημιουργικό όραμα.

Από την επιστήμη περνάμε, λοιπόν, στην ανθρώπινη πράξη. Με πρωταρχική ιδέα, την ιδέα της ανθρωπότητας – θέλω φυσικά να τονίσω ότι δεν υπάρχει η ιδέα του κράτους, επειδή το κράτος είναι ένα μηχανιστικό κατασκεύασμα, τόσο στενό εννοιολογικά όσο η ιδέα μιας απλής μηχανής. Μόνο το αντικείμενο της ελευθερίας μπορεί να ονομάζεται ιδέα. Θα πρέπει, λοιπόν, να υπερβούμε το κράτος! Γιατί κάθε κράτος αντιμετωπίζει τους ελεύθερους ανθρώπους ως μηχανικά γρανάζια και γι’αυτό το λόγο θα πρέπει να παυτεί. Είναι εμφανές, εδώ, πως όλες οι ιδέες, όπως για παράδειγμα η ιδέα της αιώνιας ειρήνης[1] και άλλες, αποτελούν υποδιαιρέση μιας υψηλότερης ιδέας. Θα ήθελα να παραθέσω εδώ τις αρχές για μια ιστορία της ανθρωπότητας και να ξεγυμνώσω μέχρι το κόκκαλο όλο το άθλιο, δήθεν ανθρώπινο έργο του κράτους, του συντάγματος, της κυβέρνησης και της βουλής.

Επιτέλους, έρχονται οι ιδέες ενός ηθικού κόσμου μέσω της ίδιας της λογικής. Επανάσταση όλων των προλήψεων, εκδίωξη του ιερατείου που παρουσιάζεται ως δήθεν φορέας του ορθού λόγου. Απόλυτη ελευθερία όλων των πνευμάτων, που φέρουν μέσα τους τον πνευματικό κόσμο και που δεν μπορούν να αναζητήσουν ούτε Θεό ούτε αθανασία έξω απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό.

Και, τελικά, έρχεται η ιδέα που εναρμονίζει τα πάντα· η ιδέα της ομορφιάς, μια λέξη που χρησιμοποιείται εδώ με την υψηλότερη πλατωνική της έννοια. Είμαι πλέον πεπεισμένος ότι η υψηλότερη πράξη του λόγου, που περιέχει όλες τις ιδέες, είναι μια αισθητική πράξη, και ότι η αλήθεια και η καλοσύνη μόνο μέσα στην ομορφιά είναι συνυφασμένες. Ο φιλόσοφος θα πρέπει να κατέχει την ίδια αισθητική δύναμη με τον ποιητή. Η φιλοσοφία του πνεύματος είναι αισθητική φιλοσοφία. Κανείς δεν μπορεί να διακριθεί κάπου για την ευφυΐα του ούτε καν μπορεί να εκλογικεύσει την ιστορία, αν δεν διαθέτει αισθητικό νου. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει σαφές τι είναι αυτό που στερούνται οι άνθρωποι, που δεν αντιλαμβάνονται τις ιδέες, και με ειλικρίνεια ομολογούν ότι όλα τούς είναι «σκοτεινά» και ακατανόητα αν δεν έχουν τη μορφή απλών διαγραμμάτων. Η ποίηση, έτσι, αποκτά υψηλότερη σημασία, γίνεται τελικά ξανά αυτό που ήταν στην αρχή του κόσμου: ο δάσκαλος της ανθρωπότητας. Επειδή δεν θα υπάρχει πια φιλοσοφία ούτε ιστορία, μόνο η ποίηση θα επιβιώσει απ’ όλες τις τέχνες και τις επιστήμες.

Σήμερα ακούμε τόσο συχνά ότι οι μάζες θα έπρεπε να έχουν μια αντιληπτή θρησκεία με αισθητές παραστάσεις. Όχι, όμως, μόνο το πλήθος αλλά και η φιλοσοφία χρειάζεται μια. Μονοθεϊσμός του λόγου και της καρδιάς, πολυθεϊσμός της φαντασίας και της τέχνης, αυτό είναι που χρειαζόμαστε! Θα καταθέσω μια σκέψη, την οποία απ’ όσο γνωρίζω κανείς ως τώρα δεν έχει διατυπώσει. Θα έπρεπε να αποκτήσουμε μια νέα μυθολογία, μια μυθολογία των ιδεών, μια μυθολογία στην υπηρεσία του ορθού λόγου. Γιατί αν δεν κάνουμε τις ιδέες μας αισθητικές και μυθολογικές δε θα έχουν κανένα ενδιαφέρον για τον λαό και, αντίστροφα, αν η φιλοσοφική μυθολογία δεν είναι λογική, τότε ο φιλόσοφος θα πρέπει να ντρέπεται γι’ αυτή.

Έτσι, θα πρέπει διαφωτισμένοι και αδιαφώτιστοι να δώσουν τα χέρια, η μυθολογία μας πρέπει να γίνει φιλοσοφική ώστε οι ίδιοι οι φιλόσοφοι να γίνουν κατανοητοί. Τότε θα κυριαρχήσει η αιώνια ενότητα. Ποτέ περιφρονητική ματιά, ποτέ τυφλός τρόμος του λαού μπρος στους σοφούς και ιερείς. Μόνο τότε μας περιμένει ίση κατάρτιση όλων των δυνάμεων της μονάδας και του συνόλου. Καμία δύναμη δε θα καταπιεστεί. Τότε θα κυριαρχήσει η γενική ελευθερία και η ισότητα όλων των πνευμάτων. Ένα υψηλότερο πνεύμα, σταλμένο εξ ουρανού, θα πρέπει να ιδρύσει αυτή τη νέα θρησκεία και αυτή θα είναι το τελευταίο αλλά και μεγαλύτερο έργο της ανθρωπότητας.

δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Κοινωνικός Αναρχισμός



[1] Σ.τ.Μ. πρόκειται για αναφορά στη βασική πολιτική ιδέα του Καντ.

Θέσεις για το Κράτος, την εξουσία και την μισθωτή εργασία


του antisystemic


«Αν επομένως αντέχει κάποιος να είναι φιλόσοφος στην υπηρεσία του κράτους, πρέπει επιπλέον να αντέξει το να τον βλέπουν σαν να έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας σε όλες τις κρυψώνες της. Όσο είναι ευνοημένος και έχει μια απασχόληση, πρέπει το λιγότερο να αναγνωρίζει κάτι ανώτερο από την αλήθεια: το κράτος. Κι όχι μόνο το κράτος, αλλά, συγχρόνως, όλα όσα το κράτος απαιτεί για την ευημερία του: φερ’ ειπείν, μια ορισμένη μορφή θρησκείας, κοινωνικής τάξης πραγμάτων, στρατιωτικής συγκρότησης – όλα τα πράγματα που έχουν γραμμένο πάνω τους ένα noli me tangere [μην αγγίζετε]. Μπορεί ένας πανεπιστημιακός φιλόσοφος να έχει ξεκαθαρίσει το συνολικό εύρος των υποχρεώσεων και των περιορισμών του; Δεν το γνωρίζω. Αν κάποιος το έχει κάνει και παραμένει, μολαταύτα, δημόσιος υπάλληλος, τότε είναι, σε κάθε περίπτωση, κακός φίλος της αλήθειας. Αν δεν το έχει κάνει ποτέ, τότε θα έλεγα πως εξακολουθεί να μην είναι φίλος της αλήθειας».

Φρίντριχ Νίτσε, «Παράκαιροι Στοχασμοί»  


I
Το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό Κράτος είναι πιο ολοκληρωτικό από τις προηγούμενες ιστορικές εκδοχές της κρατικής μορφής. Και αυτό γιατί οι διάφορες ενσαρκώσεις που έλαβε το κράτος σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους (ρωμαϊκή αυτοκρατορία, βυζαντινή θεοκρατική απολυταρχία, συγκεντρωτικές μοναρχίες, φιλελεύθερες ολιγαρχίες, φασιστικές & στρατιωτικές δικτατορίες) δεν έκρυβαν ότι εξυπηρετούσαν και προάσπιζαν μορφές κοινωνικής οργάνωσης που ήταν απροκάλυπτα, μέχρι και υπερήφανα, ταξικές. Μάλιστα, κωδικοποιούσαν και κανοναρχούσαν αυτές τις ταξικές διακρίσεις στο νομικό πλαίσιο που ρύθμιζε τις κοινωνικές σχέσεις και παγίωνε την άνιση κατανομή της δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες κι έτσι τις κατοχύρωναν θεσμικά. Για παράδειγμα, πέρα από τις επίσημες ιδιοκτησιακές σχέσεις που ήταν και τυπικά ιεραρχικές (π.χ., η σχέση εξάρτησης γαιοκτήμονα – χωρικού / πέονα στο προεπαναστατικό Μεξικό του Ντίαζ που μεταφραζόταν σε καθεστώς δουλείας για τον χωρικό) και την άνιση κατανομή του κοινωνικού πλούτου (πράγμα που ισχύει και σήμερα), κατά την περίοδο της φεουδαρχίας η κατανομή των ατόμων σε ένα σύστημα κοινωνικών καστών είχε αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο αυτά αντιμετωπίζονταν από τον νόμο. Παρομοίως, η μαρτυρία ενός νέγρου στις ΗΠΑ την εποχή της κυριαρχίας των φυλετικών διακρίσεων είχε μειωμένη βαρύτητα σε ένα δικαστήριο σε σύγκριση με την μαρτυρία ενός λευκού.

H «προδοσία των διανοουμένων» και η συνεχιζόμενη αντεπίθεση της νέας δεξιάς

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σημειώσεις, Δεκέμβριος 2015



ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟ χειμώνα του 2015, τη στιγμή που μια εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση η οποία θέλει να λέγεται «αριστερή» γονάτιζε μπροστά στα εκτελεστικά όργανα των ευρωπαϊκών τραπεζών και επιχειρήσεων παραιτούμενη από το ανειλημμένο καθήκον να κυβερνήσει προς το συμφέρον τού λαού που την εξουσιοδότησε, πρακτορεία του νεοφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» και του δωσιλογικού ευρωπαϊσμού στο εσωτερικό τής χώρας –έντυπα όπως το The Athens Review of Books, το The Books Journal κι ένα μέρος τού αηδιαστικού καθεστωτικού τύπου– σήκωναν έναν αδικαιολόγητο θόρυβο δημοσιότητας γύρω από ένα «φιλοσοφικό» πόνημα τρίτης –επιεικώς– κατηγορίας: το βιβλίο τού Mark Lilla, Η σαγήνη των Συρακουσών. Διανοούμενοι στην πολιτική [1]. Γιατί άραγε;

Μικρά ιστορικά

ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

Πάγωσαν όλοι στα φιλολογικά σαλόνια των Παρισίων
όταν ο έφηβος που ήρθε από την επαρχεία
—με συστάσεις ανερχόμενου ποιητή—
έγραψε:

η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει

Να λεηλατήσει;
μα αυτό ήταν σκάνδαλο!

Η επανάσταση τους είχε γίνει
για ιδέες
λέξεις
και οράματα υψηλά

τόσο υψηλά, που ήταν
—εν πάση περιπτώσει— ταπεινό,

να μιλάς για κολασμένους




ΑΜΥΝΕΙΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Καρφώνοντας το σπαθί στην καρδιά
του επίδοξου βασιλιά και πατέρα
ο Βρούτος
κλήθηκε να σώσει την πόλη
—που για καιρό τώρα έρρεπε στην τυραννία—
από τον ίδιο της τον εαυτό.

Γνώριζε πως αυτή η πράξη ήθους
θα λογιζόταν σαν προδοσία
και πως θα ηττάτο κατά κράτος·

αν και ευτυχέστερος των νικητών
θα αυτοκτονούσε

Αυτή είμαι όμως η μοίρα της ελευθερίας
να τιμάται πάντα, και μόνον, από τους προδότες




ΜΟΣΧΑ 1944

Στον Winston φάνηκε κάπως κυνικό
έτσι που μοίρασαν τον κόσμο
σε ένα χαρτάκι
«Ας το κάψουμε» είπε

Έκανε κρύο
εκείνο το φθινόπωρο στη Μόσχα
όμως, στο δωμάτιο ζέσταινε το τζάκι
και το μπράντι μέλωνε
τις φλέβες τους

—αχ, πόση ψυχρότητα μπορεί να κρύψει μια φωτιά—

«Ὀχι, κρατήστε το εσείς» είπε, γελώντας
πίσω από το βαρύ του μουστάκι·

ήξερε, ο θείος Τζο
εν τη σοφία του,
πως το χαρτάκι αυτό
θα γινόταν η ντροπή τους