Νίτσε, ναζισμός και παραχάραξη


του Θοδωρή Τζίμα



«Οι εχθροί μου έγιναν πολύ δυνατοί και 
παραμόρφωσαν την διδασκαλία μου,
τόσο που οι πολυαγαπημένοι μου
θα πρέπει να ντρέπονται 
για τα δώρα που τους έδωσα»
(Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα)


Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε σπουδαίος φιλόσοφος, σχεδόν αξεπέραστος. Ιδιότροπος, καινοτόμος, αιρετικός και ριζοσπάστης. Γεννημένος το 1844 στη Γερμανία θήτευσε μεταξύ άλλων δίπλα στον Σοπενχάουερ και τον Βάγκνερ, τους οποίους σύντομα αποκήρυξε. Τα γραπτά του, αν και δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής στην εποχή του, έμελε να θέσουν την δυτική σκέψη σε μια νέα, πρωτόγνωρη βάση φτάνοντας να συγκροτούν μια νέα φιλοσοφική τάση, τον νιτσεϊσμό.

Φυσική απόρροια αυτού ήταν ο Νίτσε να επηρεάσει όλο το πολιτικό φάσμα της πολιτικής θεωρίας. Αναρχισμός, φεμινισμός, αλλά και ναζισμός, σωβινισμός και αντισημιτισμός επηρεάστηκαν βαθύτατα από την νιτσεϊκή σκέψη. Μέχρι ενός σημείου, η δίσημη και αινιγματική γραφή του Νίτσε είναι το άλλοθι για όλες αυτές τις αντιφατικές κι ετερόκλητες επιρροές. Στη πραγματικότητα, ο Νίτσε το μόνο από το οποίο γλίτωσε ήταν να χαρακτηριστεί μικροαστός φιλόσοφος (τάση που τα τελευταία υπάρχει στους κόλπους αριστερών σεχτών).

Δυο σημειώματα για το Μάη


του Λεωνίδα Πραπίδη



Τα δυο παρακάτω σημειώματα δημοσιεύτηκαν από το Λεωνίδα διαδοχικά το Μάη του 2013 και το Μάη του 2018, εξ αφορμής των 45 και 50 χρόνων από το Γαλλικό Μάη του 68’. Επέλεξα να τα δημοσιεύσω μαζί καθώς αποτελούν μια διαλεκτική ενότητα, αφού, κατά τη γνώμη μου, συμπληρώνουν —κατοπτρικά— το ένα το άλλο.

Ι

«Να θυμόσαστε πάντα πως τα "αιώνια βουνά στον ορίζοντα" είναι απλώς σκηνικά στον πίνακα. Κουνήστε τον ελαφρά και θα τα δείτε να τρέμουν!»[1]


Όλα δείχνουν να αρχίζουν αναπάντεχα και ξαφνικά. Μία ασυγκράτητη ορμή γεμίζει τις οδούς και τις λεωφόρους της μητρόπολης από νεανικές προσδοκίες μαζί με άκρατο ενθουσιασμό. Ένα ατίθασο κύμα μίας ευφάνταστης και πνευματώδους συνθηματολογίας, που είναι γραμμένη επάνω στους τοίχους των πανεπιστημίων και των εργοστασίων, συμπαρασύρει τις συνειδήσεις. Δεν υπάρχουν σχολαστικά ιδεώδη και πεζή ρητορεία. Δεν υφίσταται καμία ιεραρχία. Μόνος κυρίαρχος είναι ο αυθορμητισμός. Μοναδική κινητήριος δύναμη, η αντίδραση σε κάθε είδους αυταρχισμό. Όλοι εναντιώνονται στον πρόσκαιρο ευδαιμονισμό και την επιβεβλημένη αφθονία που αναχαιτίζει τα συναισθήματα και περιορίζει τη σκέψη. Το πλήθος είναι τόσο πελώριο και μαζικό που αρκεί μόνο: «Ένα γέλιο (του, που) θα σας θάψει»!

Στα υπόγεια καταφύγια του στίχου (για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο)


Του Θωμά Ιωάννου



Η θάλασσα δεν είναι πάντοτε φιλική και η ναυτία που προκαλεί στους ταξιδιώτες της είναι ένα σύμπτωμα που από παροδικό συχνά καθίσταται χρόνιο. Φανταστείτε τώρα κάποιον να διασχίζει την Ερυθρά Θάλασσα της ιστορίας δίχως την ελπίδα να βρεθεί το ραβδί του Μωυσή για να μετατοπίσει τα νερά ώστε να φτάσει στη γη της επαγγελίας. Ακόμα χειρότερα, όταν η ουτοπία εκπνέει και δεν υπάρχει παρά μονάχα μια χώρα σε κατάσταση δυστοπίας που αδυνατεί να ορίσει τα χωρικά της ύδατα.

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος παρέμεινε μια αμφίβια ύπαρξη, μισός δοσμένος στη θάλασσα και μισός ταγμένος στη στεριά. Ίσως, κάποτε να διαχωρίστηκαν εντός του η στεριά και η θάλασσα και έκτοτε συνέχισε εν μετεωρισμώ. Η φράση «ζήσαμε με μισή καρδιά σε στεριά και σε θάλασσα»[1], συνοψίζει τη διχοστασία και αμφιθυμία του ποιητή, καθώς και την αδυναμία του να υπάρξει εν όλω, δίχως μια διαρκή απειλή διαμελισμού. Δυσπροσάρμοστος όντας, σταδιακά ανέπτυξε το σύμπτωμα της ναυτίας, μιας δυσανεξίας στην περιρρέουσα πραγματικότητα. Τον ξέβρασε το κύμα της ιστορίας και επέζησε σε μία κατάσταση πρωτογονισμού, απορρίπτοντας το πλαίσιο μιας τεχνολογικής(λογοτεχνικής) προόδου.

Έχοντας στις αποσκευές του τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, επέστρεψε στα στοιχειώδη και χρειώδη, στην πυρηνική δηλαδή ουσία της ύπαρξης. «Έμαθα τον αποχαιρετισμό σε όλες τις γλώσσες»,[2] επισημαίνει και καθώς «φεύγοντας κι απ’ την ποίηση δεν έχεις πού να πας/και τα ταξίδια τελειώνουνε μια μέρα»,[3] ξανοίχτηκε στο πέλαγος μιας τρικυμιώδους στεριάς. Πέρασαν τόσα χρόνια και δεν έμαθε πώς να ισορροπεί σε ένα κομμάτι γης. Με τα μάτια διαρκώς στραμμένα στη θάλασσα, γύρισε την πλάτη στη στερεή γη, έτοιμος πάντα για ένα μεγάλο μπάρκο στο απέραντο.

Ποίηση και πίστη



Ακινητοποιημένη ανάμεσα στην ωριμότητα και τη σήψη των αντικειμενικών όρων μιας νέας ιστορικής εκκίνησης που θα την ωθούσαν έξω από το φαύλο κύκλο των αλλεπάλληλων αυτοκατοπτρίσεών της, η ποίηση διχάζεται σε δυο αδιέξοδα: Η αποτελεί συνειδητή αμφισβήτηση του εαυτού της, ή, υπερβαίνοντας μηχανικά της «κρίση» της ξανακερδίζει ένα μέρος της λειτουργικότητάς της ανακαλύπτοντας το δόγμα.  

Στην πρώτη περίπτωση η ποίηση αποδέχεται τη μοίρα της και σμιλεύει τη μάταιη αυτογνωσία της πάνω στην επιτάφια πλάκα της. Αποκομμένη από τις τροφοδοτικές πηγές της τρέφεται από την ίδια της τη σάρκα, μηρυκάζει ή παδωδεί τις μνήμες και τις εμπειρίες της — μια φθίνουσα πρόοδος, είδωλο ειδώλου, αυτοσχόλιο και αυτοσαρκασμός.[1]

Τζαζ, η αιώνια μόδα


του Τέοντορ Αντόρνο 
(το κείμενο γράφτηκε το 1953. Στα ελληνικά περιλαμβάνεται στο βιβλίο Τέχνη και μαζική κουλτούρα)




Πέρασαν σχεδόν πενήντα χρόνια από τότε που ξέσπασε στην Αμερική (1914) ο μεταδοτικός ενθουσιασμός για την τζαζ˙ σ’ όλο το διάστημα η τζαζ διατηρεί τη θέση της ως μαζικό φαινόμενο. Παρά τις δηλώσεις των ιστορικών που την προπαγανδίζουν, η μέθοδός της έχει μείνει ουσιαστικά ανάλλακτη: η προϊστορία της μας φέρνει πίσω σ’ ορισμένα τραγούδια από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως το «Turkey in the Straw» και το «Old Zip Coon». Η τζαζ είναι μια μουσική που αναμειγνύει την πιο στοιχειώδη μελωδική, αρμονική, μετρική και τυπική δομή με τη φαινομενικά διασπαστική αρχή της συγκοπής˙ στην πραγματικότητα, όμως, δεν διαταράσσει ποτέ τη χονδροειδή ενότητα του βασικού ρυθμού, την πανομοιότητα του μέτρου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνέβη τίποτε στην τζαζ. Το μονοχρωματικό πιάνο υποχρεώθηκε να παραδώσει τον κυρίαρχο ρόλο που έπαιζε κατά την περίοδο του ράγκταϊμ σε μικρά σύνολα αποτελούμενα κυρίως από πνευστά όργανα. Η βιαιότητα των πρώτων τζαζ-μπαντ του Νότου και ιδίως της Νέας Ορλεάνης μετριάστηκε με την αύξηση της εμπορευματοποίησης και του ακροατηρίου. Όλες οι προσπάθειες για την επανάκτηση αυτής της αρχικής ζωντάνιας, είτε λέγονται «σουίνγκ» είτε «μπίμποπ», υποκύπτουν στις εμπορικές απαιτήσεις και χάνουν γρήγορα το κεντρί τους. Η αρχή της συγκοπής, που προσέλκυε στην αρχή την προσοχή χάρη στην υπερβολή της, έγινε στο μεταξύ τόσο αυτονόητη που δεν χρειάζεται πια να τονίσει τους αδύναμους χρόνους, όπως κανονικά θα έπρεπε να κάνει. Όποιος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τέτοιους χρόνους σήμερα χαρακτηρίζεται «γελοίος», παλιομοδίτικος, όπως ένα βραδινό φόρεμα του 1927. Το πνεύμα αντιλογίας έχει μετατραπεί σε «ομαλότητα» δεύτερης διαλογής. Η τζαζ-μορφή αντίδρασης έχει κατοχυρωθεί τόσο πολύ, που μια ολόκληρη γενιά νέων ακούει μόνο «συγκοπές», χωρίς να έχει επίγνωση της αρχικής σύγκρουσής τους με το βασικό μέτρο. Ωστόσο, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ακυρώνει το γεγονός ότι η τζαζ έχει μείνει κατά βάση στατική, ούτε λύνει το αίνιγμα που προκύπτει από τη διαπίστωση ότι ο κόσμος δεν βαριέται ποτέ τη μονοτονία της. Ο Winthrop Sargeant, διεθνώς γνωστός σήμερα ως συντάκτης της καλλιτεχνικής στήλης του περιοδικού Λάιφ, έχει γράψει το καλύτερο και το πιο αξιόπιστο βιβλίο πάνω στο θέμα˙ πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε που έγραψε ότι η τζαζ δεν είναι κατά κανέναν τρόπο ένα καινούριο μουσικό ιδίωμα αλλά, αντίθετα, ότι είναι, «ακόμη και στις πολυπλοκότερες εκφάνσεις της, μια σειρά από διαρκώς επαναλαμβανόμενες φόρμουλες». Μια τέτοια αμερόληπτη παρατήρηση φαίνεται ότι μπορεί να γίνει μόνο στην Αμερική˙ στην Ευρώπη, όπου η τζαζ δεν έχει γίνει ακόμη ένα καθημερινό φαινόμενο, υπάρχει μια τάση, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κείνους τους λάτρες της τζαζ που την έχουν υιοθετήσει ως κοσμοθεώρηση, να την κοιτούν ως διάσπαση της αρχικής, ανεμπόδιστης φύσης, ως θρίαμβο πάνω στη μουχλιασμένη, παραδοσιακή κουλτούρα-μουσείο. Όμως, ακριβώς όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη των αφρικανών στοιχείων στην τζαζ, έτσι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και το γεγονός ότι η τελευταία ήταν ενσωματωμένη από την αρχή σ’ ένα άκαμπτο σχήμα, ότι οι ανυπότακτες κινήσεις της συνοδεύονταν από μια τάση τυφλής υπακοής, που την κάνουν να μοιάζει με τον σαδομαζοχιστικό τύπο που έχει περιγράφει από την αναλυτική ψυχολογία με το πρόσωπο που ερεθίζεται με τη μορφή του πατέρα, ενώ κατά βάθος τον θαυμάζει, που προσπαθεί να τον συναγωνιστεί και, παράλληλα, αντλεί ηδονή από την υποταγή του σ’ αυτόν, υποταγή την όποια απεχθάνεται απροκάλυπτα. Αυτή η τάση επιταχύνει την τυποποίηση, την εμπορευματοποίηση και την ακαμψία του μέσου καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι συνέπειες αυτές οφείλονται στην ίδια την τζαζ κι όχι στη μεσολάβηση ενός πρόστυχου επιχειρηματία που εκφαυλίζει τη φωνή της φύσης χτυπώντας την από έξω. Η κακή χρησιμοποίηση της τζαζ δεν οφείλεται σε κάποια εξωτερική συμφορά, όπως υποστηρίζουν με μανία οι καθαρολόγοι υπεραμύντορες της «πραγματικής», «μη παραποιημένης» τζαζ, αλλά στην ίδια την τζαζ. Τα νέγρικα σπιρίτσουαλς, οι πρόδρομοι των μπλουζ, ήταν τραγούδια των δούλων και γι’ αυτό συνδύαζαν το θρήνο της ανελευθερίας με την καταπιεσμένη επιβεβαίωσή της. Επιπλέον, είναι δύσκολο να απομονώσουμε τα αυθεντικά νέγρικα στοιχεία της τζαζ. Το λευκό λούμπεν προλεταριάτο συμμετείχε επίσης στην προϊστορία της, πριν ακόμη προβληθεί αυτή τόσο εντυπωσιακά σε μια κοινωνία που έδειχνε σαν να την περίμενε και που ήταν από πολύ πιο πριν εξοικειωμένη μαζί της, αφού ήξερε το χορό ‘κέικ γουόκ’ και το χορό με κλακέτες.

16 Ποιήματα για την απουσία

του Σωτήρη Λυκουργιώτη


Τα ποιήματα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Τεφλόν#19 και Μανδραγόρας#58


ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Γράφω πάνω σε αποκόμματα εισιτηρίων
στις ατέλειωτες ουρές των δημοσίων υπηρεσιών
και των ταχυδρομείων

Γράφω στην αναμονή
και εν αναμονή

Για αυτό και μοιάζει
σαν να περιμένω κάτι



ΜΝΗΜΗ

Στο τέλος ακόμα και ο Λωτ
θα κοιτάξει προς τα πίσω
στην πόλη με τις ολόφωτες οθόνες
τα βήματά του σταθερά προς το γκρεμό
θα συνεχίσουν —γιατί να σταματήσει;

Αφού της πορείας αυτής
δεν υπάρχει άλλος δρόμος
καταδικασμένοι εμείς
θυσία γραμμής παραγωγής

χωρίς ανάσταση
ή ένα πέρασμα πάνω στο χώρισμα των υδάτων
ή μια κραυγή «θάλαττα θάλαττα»
χωρίς έστω έναν ορίζοντα
να δέσουμε το βλέμμα μας.

Αύτανδρος χάνεται ο κόσμος
κι οι επιβάτες απαθείς
φωτογραφίζουν το τοπίο.

...

Μόνο ως μνήμη αξίζει
μόνο ως μνήμη μπορεί να σωθεί.



ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Εκείνο το βράδυ σκέφτηκε
όλη τη ζωή του
και δε μπορούσε ν΄ αποκοιμηθεί

Εκείνο το βράδυ στέγνωσε
απ΄ το φόβο η ψυχή του
και ο ύπνος τον βρήκε το πρωί

Ξύπνησε κι είχαν ασπρίσει
τα μαλλιά του
εκείνο το βράδυ πέρασε μια εποχή



ΑΥΤΟΣ

Αυτός που χρόνια δούλευε
στο διπλανό γραφείο
σήμερα δεν ήρθε ξαφνικά

αρρώστησε; απελύθη; πέθανε;
μας είναι αδιάφορο
η δουλειά θα συνεχιστεί κανονικά



ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΡΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δένδρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται





ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙ

Και τώρα πείτε μου:
δεν πρέπει κάτι να γραφτεί
για τους αποκλεισμένους του έρωτα
που τα βράδια ξάγρυπνουν
σφιχταγκαλιάζοντας το μαξιλάρι
σφίγγοντας τα δόντια
κλαίγοντας χωρίς δάκρυ

(αφού κανείς δεν είναι εκεί
να τρέξει για αυτόν)

αρκετά δε βρέξαμε την πένα μας
στον ιδρώτα των εραστών;



Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

μη με λυπάσαι
δεν είμαι ναυάγιο

η συνείδηση είμαι του ύφαλου



ΑΝ ΞΕΡΑΜΕ

Αν ξέραμε πως δεν θα σ' άρεσαν τα ποιήματά μας
δε θα γράφαμε ποίημα
Αν ξέραμε πως θα 'φευγες μακριά
δε θα σ' αγαπούσαμε τόσο
Αν ξέραμε το μήκος του ωκεανού
δε θα μπαίναμε ποτέ στη θάλασσα

Αν ξέραμε...
η ζωή θα ήταν λάθος



ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΧΟΥΡΜΑΔΙΑ

θα πεθάνουμε ξαφνικά
ανάμεσα σε αυτήν
και την επόμενη φράση

θα φύγουμε αναίτια
αφήνοντας το ποίημα μας
στη μέση




ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Δοκίμασα πολλές φορές
το φόβο
φόβος της πτώσης
του κενού
φόβος της μοναξιάς

Τίποτα όμως σαν
τον πανικό
σε βραδινό δωμάτιο
έρημος και μόνος
αμήχανος
μπροστά σε μια λευκή σελίδα



AΡΝΙΟΤΑΝ ΠΑΝΤΑ

Για δώδεκα χρόνια
την πρώτη μέρα της άνοιξης
τη ρωτούσα ευγενικά αν ήθελε
να κάνουμε έρωτα.

Αρνιόταν πάντα...

Τη δεκάτη τρίτη χρονιά
την τρίτη μέρα του Μάρτη
ήρθε μόνη της να με βρει
για να μου πει
με παράπονο πως
την είχα πια ξεχάσει.



ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Εδώ ψηλά
νιώθω τη μοναξιά
του φαροφύλακα
που τη νύχτα
περιμένει
δυο φώτα αχνά
από την άκρη
να φανούν
του ακρωτηρίου
σημάδια πως
σε τούτη
τη θάλασσα
υπάρχουν κάποιοι
που ακόμα
ταξιδεύουν



Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

ο κόσμος θα τελειώσει ξαφνικά
ανάσα σε δυο μέτρα ενός πενταγράμμου
μέσα σε μια φράση που δεν ολοκληρώθηκε
στη μέση μιας λέξης που ξεγέλασε
το τέλος της

ο κόσμος θα τελειώσει έτσι απλά
σαν μια σκοπιμότητα χωρίς σκοπό



ΑΤΙΤΛΟ

Άμοιρε κόσμε
όσες παγίδες κι αν στήσεις στα πουλιά
ποτέ δε θα πετάξεις



ΤΑ ΝΥΦΙΚΑ

τα νυφικά
που στέκουν στη βιτρίνα του απέναντι μαγαζιού
μάταια περιμένουν τα ζεστά δέρματα των κοριτσιών να φορεθούν
σήμερα πια οι γάμοι έπαψαν να γίνονται κατά τους τύπους



ΑΠΟΥΣΙΑ

Γεννιέσαι με μια αποκοπή
κάθε σου σμίλευμα
και μια φυγή

Ας μη γελιόμαστε:
δεν είμαστε από στάχτη, χώμα και νερό

Πλασμένοι είμαστε
απ' το εκμαγείο της απουσίας


Σκέψεις πάνω στο ανθρωπολογικό νόημα της γιοργής

* Σαν επίλογος, στο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη, Θρησκειολογικά Ελάσσονα, Futura, 2018



Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ παραμένει συνδεδεμένη στο μυαλό μας με τη θρησκευτική ζωή. Οι προσπάθειες που έγιναν μετά την εποχή των αστικών επαναστάσεων να καθιερωθούν αποκλειστικά «κοσμικές» γιορτές ήταν μάλλον ανούσιες απομιμήσεις θρησκευτικών τελετουργιών, κι επιπλέον είχαν τον χαρακτήρα της διοικητικής επιβολής από το κράτος: τους έλλειπε, με άλλα λόγια, το συστατικό της λαϊκότητας που είναι ουσιώδες γνώρισμα της γιορτής. Η αληθινή γιορτή, όπως γνωρίζει κάθε εμπειρικός ερευνητής, είναι λαϊκή και έχει θρησκευτικές ρίζες – που είναι ίσως το ίδιο ειπωμένο με άλλα λόγια.

Ανοιχτή επιστολή στον Κώστα Δεσποινιάδη για την ελληνική κρίση του Δεκεμβρίου (2008) - Φώτης Τερζάκης



Η απεργία είναι φυσικόν γεγονός, το οποίον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητος, όπως δεν εξετάζει κανείς εάν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα και κατά νόμον, εάν πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, εάν έχωμεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους.

[Απάντηση του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ επί Οικουμενικής Κυβερνήσεως του 1927 όταν κατεσυκοφαντούντο οι πρώτοι δημόσιοι υπάλληλοι απεργοί]

Αγαπητέ Κώστα,


Μια βίαιη κοινωνική έκρηξη, όπως αυτή των ημερών που ακόμα ζούμε, δεν είναι ποτέ κάτι εύκολο να κατανοηθεί. Όποιος προσπαθεί να μιλήσει δημόσια και να μεταφράσει σε μονοσήμαντες σημασίες πράξεις ετερόκλητες, με διαφορετικά κίνητρα εκ μέρους διαφορετικών δρώντων και σε κυμανόμενο βαθμό τυφλές (δηλαδή: μη επαρκώς αναστοχασμένες από τους ίδιους τους φορείς τους) πρέπει να ριγεί από το βάρος της ευθύνης και από το συντριπτικό φορτίο του καθήκοντος που αναλαμβάνει. Το αντίθετο ακριβώς, δηλαδή, από την εγκληματική επιπολαιότητα με την οποία είδαμε να μιλούν αυτές τις ημέρες οι εκπρόσωποι του πολιτικού κατεστημένου και οι επαγγελματίες δημαγωγοί των ΜΜΕ. Ιδίως ο λεγόμενος αντιεξουσιαστικός χώρος, με τον οποίον εξακολουθούν να μας συνδέουν συγκεκριμένοι και καθόλου συγκυριακοί προσωπικοί και ιστορικοί δεσμοί, έχει μπροστά του ένα δύσκολο έργο: όχι μόνον επειδή γίνεται αντικείμενο αισχρής και αστόχαστης κατασυκοφάντησης (η οποία εν συνεχεία θα οπλίσει το επόμενο αστυνομικό χέρι), ούτε βέβαια επειδή ανταποκρινόμενος σε τυχόν ναρκισσιστικές του αυτοεικόνες θα όφειλε να διεκδικήσει δάφνες επαναστατικής πρωτοπορίας (αυτό ταιριάζει μόνο στα σταλινικά κόμματα), αλλά προπαντός επειδή είναι ο μόνος που δεν έχει να αποκομίσει κανένα βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο κοινωνικό, οικονομικό ή πολιτικό όφελος από οιαδήποτε πρακτική έκβαση των πραγμάτων, οπότε τα συμφέροντά του συμπίπτουν θέλοντας και μη με την επιδίωξη της αλήθειας.

Νεοελληνικά διλήμματα





Δεν έχομεν βεβαίως τους nihilistes της Ρωσίας ούτε τους socialistes της εκ χρηματολογικών ζητημάτων φλεγμονούσης γηραιάς Ευρώπης, διότι δόξα τω Θεώ δεν εγηράσαμεν εισέτι εθνικώς.

ΑΓΓ.ΒΛΑΧΟΣ, 1877

Η έλλειψις παρ’ ημίν τοιούτων αιρέσεων είναι βεβαίως ευτύχημα, η  αυταρέσκεια όμως επί τούτω ομοιάζει ως ει εκαυχάτο ο ουδέποτε πολεμήσας ότι δεν φέρει πληγήν επί του σώματος.

ΕΜΜ. ΡΟΪΔΗΣ, 1877

Η εθνική μας «αυταρέσκεια» για την απουσία των ευρωπαϊκών εκείνων πληγών, που αναφέρει ο Εμμ. Ροΐδης στην περίφημη διαμάχη του με τον Άγγ. Βλάχο, δεν μπόρεσε ούτε να προφυλάξει ούτε να θεραπεύσει το ταλαίπωρο νεοελληνικό σώμα από κάποια άλλα κακοφορμισμένα τραύματά του· κι αυτό εκφράζεται και με την ίδια τη διένεξη των δύο λογίων, που οι ιστορικές της ρίζες βυθίζονται στο ερώτημα του Βυζαντινού λυκόφωτος: Ανατολή ή Δύση; Στο αδιέξοδο μερικών ερωτημάτων η σκέψη αποκρίνεται με το κομμάτιασμα και τον κομματισμό της. Διαφωτισμός και Ορθοδοξία, «Δημοτική» και «Καθαρεύουσα», Βενιζελισμός και Αντιβενιζελισμός κι όλες οι άλλες εκφάνσεις του εθνικού μας δυϊσμού, αποτελούν πραγματικότητες που η διαζευκτική τους παράσταση τις κομματιάζει σε συστήματα αντιθέσεων μέσα στα οποία δεν χωράνε πια παρά όσα μόνο μπορεί ν’ αντέξει το πλαίσιο της ιδεολογίας — «συντηρητικής» ή «προοδευτικής».

Τα όρια ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο περιοχές είναι κινητά και όλα τα στρατόπεδα ένας κοινός τόπος ζυμωμένος στην ίδια λάσπη και στο ίδιο αίμα. Η αθλιότητα της προοδευτικής ιδεολογίας είναι η αθλιότητα της συντηρητικής. Γιατί ο καθημερινός φασισμός της δημοκρατίας, όπως δοξολογείται στις μεγάλες εφημερίδες της, (υποκρισία μιας πολιτικής ελευθερίας που προϋποθέτει πολιτικούς κρατούμενους και φενάκη ενός πολιτικού δικαιώματος που εξέπεσε σε πολιτική υποχρέωση) συμβαδίζει με την πολιτικά ισχύουσα έννοια της «προόδου» που είναι το άδειασμα της σκέψης από τις παλιές κοίτες της στα καινούρια της καλούπια. Τα καλούπια αυτά παράγονται προοδευτικά, καθημερινά, μαζικά, συγχωνεύοντας θέσεις και αντιθέσεις μέσα στη μεγάλη αποσύνθεση.

Αυτή η προϊούσα απώλεια βάθους στη νεοελληνική σκέψη καθρεφτίζεται εκτός των άλλων και στην κρατούσα χυδαιότητα της δημοσιογραφικής γλώσσας όπου η έκπτωση μιας ορισμένης λογοτεχνικής γραφής σε κοινότυπο συναισθηματισμό ισοζυγιάζεται με το απρόσωπο μιας ψευδεπιστημονικής ψυχρότητας. Το σύνολο καταλήγει στην αποθέωση της πολυτελούς μηδαμινότητας, της ανεγκέφαλης αυταρέσκειας και της κομψεπίκομψης ευτέλειας: Με τις σημερινές δυνατότητες αναπαραγωγής και επιβολής του γραπτού λόγου κι ενώ τα όρια ανάμεσα στη δοκιμιογραφία και την δημοσιογραφία έχουν εξαφανιστεί, ο αισθητισμός της τυπογραφίας γίνεται το ύφος του μηδαμινού.

Αυτό το ύφος μέσω του οποίου η σκουπιδογραφία ανάγεται σε καλλιγραφία έχει αποσπαστεί από μία γραφή που, πριν καταλήξει στις εφημερίδες (λυρικισμός της συνοικίας και φιλοσοφία του σκυλάδικου, μαγκιά, σημειολογία, φεμινισμός συν ολίγος μαρξισμός), υπήρξε κυρίως δοκιμιακή και ξεκινούσε από τα κείμενα του Γ. Σεφέρη, του Ζ. Λορεντζάτου και —απώτερα— του Φώτη Κόντογλου. Σήμερα δεν αντιπροσωπεύει πια την προσωπική μαθητεία του γραφέα σε μια παράδοση ή σ’ ένα έργο αλλά τη δουλωτική ετερονομία του, τη δήλωσή του πως «ανήκει» σ’ ετούτο ή σ’ εκείνο το ιδεολογικό μαγαζί —μια πράξη ένταξης (στην παράδοση ή στην αντιπαράδοση)· η πραγματική μαθητεία γεννάει καινούρια έργα, ενώ εδώ έχουμε μόνο το σχήμα μιας χειρονομίας που το περιεχόμενό της έχει χαθεί— μια μίμηση τρόπων.