Ό,τι επιζεί είναι η εξουσία (;)


πρόλογος στο βιβλίο "Η έσχατη στράτευση"

Ο Λούκατς είχε εκθέσει αναλυτικά (“Ιστορία και ταξική συνείδηση”) την άποψη του Έγκελς ότι κάθε αγώνας ιστορικά μάταιος και καταδικασμένος (όπως π.χ. ο αγώνας των εξεγερμένων χωρικών κατά το Μεσαίωνα) είναι “αντιδραστικός στην ουσία του”. Από μια άποψη αυτό είναι σωστό: κάθε αγώνας που δεν τείνει στην πρόοδο της Ιστορίας, ήτοι στην εξέλιξη του συστήματος εξουσίας, αλλά, αντίθετα, στο φρενάρισμα της προόδου αυτής καθεαυτήν, της προόδου ως αυτοσκοπού και αυταξίας, κάθε αγώνας που τείνει, συνεπώς, στο φρενάρισμα του καρκινικά αυτονομημένου και κακοήθους πανοικονομισμού, αποτελεί ουτοπία – και μάλιστα “αντιδραστική”.

Από την άποψη αυτή οι θέσεις που διατυπώνονται στις επόμενες σελίδες θα πρέπει να χαρακτηριστούν “αντιδραστικές”. Παραμένει όμως το θέμα να ξανασυζητήσουμε τη σχέση προόδου και επανάστασης, σχέση που θεωρείται αυτονόητη, δεδομένη και μια για πάντα προσδιορισμένη, τόσο από τον αστικό φιλελευθερισμό και την ουμανιστική του ρητορεία όσο και από την “πραγματική” και “ρεαλιστική” (διάβαζε: εξουσιαστική) πτέρυγα του μαρξισμού, η οποία κληρονόμησε όλη την καταισχύνη του προοδευτικού καπιταλισμού.

Κατά την εγκελσιανή άποψη κάθε επανάσταση που δεν εκφράζει την αναγκαιότητα των οικονομικοκοινωνικών διαρθρώσεων για την περαιτέρω ή την αποδοτικότερη λειτουργία του συστήματος δεν αποτελεί πράγματι επανάσταση αλλά “αντιιστορική” ή “αντιδραστική” κίνηση. Έτσι δε μας μένει παρά να αναζητήσουμε το μόνο ουσιώδες περιεχόμενο της επανάστασης στον ουτοπικό ακριβώς χαρακτήρα της. Γιατί ο “πολιτικός ρεαλισμός” της εγκελσιανής αντίληψης, θέλοντας να είναι πάντα με το μέρος της Ιστορίας και ποτέ εναντίον της, καταδικάζει κάθε συναισθηματικό, ηθικό, βιωματικό και, τελικά, υπαρξιακό δυναμικό της εξέγερσης, η οποία, όταν δεν καταγγέλλεται και δεν καταστέλλεται άμεσα, αναστέλλεται πάντα στο όνομα ενός μίζερου ρεαλισμού, ενός ευνουχισμένου “σοσιαλισμού”, και μιας αφηρημένης οικονομιστικής δεοντολογίας αράγιστης στα ερωτήματα και τις ενστάσεις που εγείρει ο αδιόρθωτος και ανοικονόμητος σκεπτικισμός. 

Ωστόσο τα ερωτήματα τίθενται: ως πότε η επανάσταση θα συνδέεται με την πρόοδο της οικονομίας; Και αν υπάρχει μια ιστορική αναγκαιότητα που κινεί αυτή την πρόοδο, τι σχέση μπορεί να έχει μια επανάσταση με αυτή τη διαρκή αναπαραγωγή της εθελόδουλης και λιπαρής ευτυχίας των ηλιθίων; Μεχρι πότε (και γιατί) θα πρέπει η επανάσταση να “προωθεί” την οικονομία; Κι αν αυτή την “προώθηση” μπορεί να την πραγματοποιήσει μια ολοκληρωτική εξουσία (και έχει αποδειχτεί πως μπορεί), τι θα πούμε τότε γι' αυτή την ολοκληρωτική εξουσία; Με τι άλλα κριτήρια θα την καταδικάσουμε (αν, εννοείται, θέλουμε να την καταδικάσουμε) αφού το οικονομικό κριτήριο της “προόδου” μαρτυρεί υπέρ αυτής; Και τι χρειάζεται τότε, στο κάτω κάτω, αυτή η “επανάσταση” όταν υπάρχουν φασιστικές ή “κομμουνιστικές” μορφές κοινωνικής επιστράτευσης που μπορούν να εξαντλήσουν κάθε όριο και κάθε δυνατότητα της άλογης διαδικασίας “παραγωγή για την παραγωγή” και “πρόοδος για την πρόοδο”;

Η επανάσταση, όποτε υπήρξε, ήτανε πάντα το ρήγμα σ' αυτή τη διαδικασία, σε αυτή την τρελή αλυσίδα της προοδευτικής συσσώρευσης· ήταν ένα ξαφνικό (και προσωρινό) σταμάτημα. Στη συνέχεια η Ιστορία “οφείλει” και πάλι να “προχωρήσει”: η επανάσταση θα ηττηθεί ή θα “νικήσει” - θα γίνει Μνήμη ή θα γίνει Κράτος, θα γίνει φάντασμα ή θα γίνει υπηρέτρια της πολιτικής οικονομίας, και τότε όλο το χυμένο και χαμένο αίμα θα γίνει αίμα κερδισμένο, κομματικό φοκλόρ, “κόκκινος ψαλμός”, τελετουργικό πλακάτ, άρτος και θέαμα των μαζών, όπιο και αντίδωρο των εθνικών ποιητών. 

Μετά τις επαναστάσεις έρχονται οι εξουσίες να πουν στους επιζήσαντες προς χάριν τίνων σκοπών έπεσαν αυτοί που έπεσαν. Μετά τους νεκρούς έρχονται οι συγγενείς στα ταμεία συντάξεων. Μετά τα τραγούδια του έρωτα και του θανάτου έρχονται οι εθνικές επέτειοι με τα γεροντικά φληναφήματα των φιλοσόφων, οι οποίοι αν δεν έγιναν άρχοντες της πλατωνικής Πολιτείας, που ονειρεύτηκαν ή εδίδαξαν ως ιδεατή κομμούνα και εβίωσαν ως σύγχρονο στρατώνα, τα κατάφεραν επιτέλους να γίνουν πρόεδροι της αστικής δημοκρατίας.

Μετά το “χάος” έρχεται πάντα η “τάξη”. Αυτή είναι η μοίρα της επανάστασης· κι αυτή είναι η μοίρα των νεκρών της – να τους αλλάζουνε το νόημα του θανάτου τους προς όφελος των ζωντανών και προς όφελος της εξουσίας.

Γιατί ό,τι επιζεί είναι η εξουσία. Αυτή θα μας πει τι ήταν το παρισινό 1871, το ρώσικο 1917 και το ουγγρικό 1956. Αυτή θα μας πει τι ήταν η επανάσταση στο παρελθόν και τι “οφείλει” να είναι στο μέλλον. Αυτή θα στήσει αγάλματα στους Μαγιακόβσκι, στους Γκεβάρα, στο Πολυτεχνείο – κι αυτή θα ξαναστήσει τα πολυβόλα μπροστά στα αυριανά Πολυτεχνεία. 

Γ.Λ.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου