Στο όνομα των απελπισμένων μπορούμε ακόμα να ελπίζουμε


Χθες βράδυ στο σινεμά. Όλο πολεμικά έργα, ένα πολύ καλό, έδειχνε ένα πλοίο γεμάτο πρόσφυγες που βομβαρδιζόταν κάπου στη Μεσόγειο. Οι θεατές διασκέδαζαν πολύ με τα πλάνα ενός μεγαλόσωμου, χοντρού ανθρώπου που προσπαθούσε να ξεφύγει κολυμπώντας, ενώ ένα ελικόπτερο τον κυνηγούσε. Πρώτα, τον έβλεπες να τσαλαβουτάει στα νερά σαν δελφίνι, ύστερα, ανάμεσα από τις ριπές των πολυβόλων που έριχναν τα ελικόπτερα, μετά γέμισε τρύπες και η θάλασσα γύρω του κοκκίνισε και βυθίστηκε σαν να μπήκε το νερό από τις τρύπες. Οι θεατές ούρλιαζαν από το γέλια όταν βυθιζόταν.
Τζορτζ Όργουελ, “1984”


Μαζί με τους πρόσφυγες στο πέλαγος πνίγεται αυτό τον καιρό και η ελληνική κοινωνία. Παρά τα παραδείγματα αυθόρμητης αλληλοβοήθειας τον γενικό τόνο δίνει ξανά ο ρατσισμός. Από τις οργανωμένες μπίζνες των κάθε λογής (Μ)ΚΟ ως τις ανοργάνωτες κομπίνες των παραμεθόριων παραγόντων, το αθάνατο επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα θριαμβεύει. Λίγα μέτρα πιο πέρα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα hotspots συμπληρώνουν το πλέγμα της “ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής”. Μια κοινωνία δέκα εκατομμυρίων με τη μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού στην Ευρώπη, αντί να καλοδέχεται τον κυνηγημένο, τον εξοντώνει οικονομικά, τον φυλακίζει, τον εξωθεί σε απεγνωσμένες απόπειρες –ποίος, τάχα, θα έβαζε μικρά παιδιά σε μια σάπια βάρκα αν δεν ήταν απελπισμένος; Ελλάδα και Ευρώπη, σε πλήρη συναντίληψη, διαπραγματεύονται μόνο τις επιμέρους επιβαρύνσεις και τα αντισταθμιστικά ανταλλάγματα. Η αγορά θριαμβεύει επί της ζωής.

Οι Έλληνες που εισηγήθηκαν κάποτε τον ρατσισμό κατασκευάζοντας την εθνική τους ιδιοσυστασία στο όνομα του πας μη Έλλην, σήμερα νιώθουν Ευρωπαίοι όντας ρατσιστές. Το θέαμα των κατατρεγμένων γίνεται φάρμακο στη μιζέρια. Η Δύση ως πληρεξούσιος της ελληνικής ταυτότητας δεν κληρονόμησε μόνο το πνεύμα του υψηλού αλλά και την ιδεολογία της φυλετικής ανωτερότητες, πάνω στην οποία –και δια της αποικιοκρατικής της εφαρμογής– χρηματοδοτήθηκαν τα οικοδομικά της επιτεύγματα. Από τον πόλεμο κατάκτησης ως τη φυσική εξόντωση, από την κοινωνία της αγοράς ως το στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο λαμπρός ελληνοδυτικός πολιτισμός σμίλεψε τον πλανήτη με φωτιά και με σίδερο. Η οδύνη αυτού του κόσμου, αυτό που ήταν κάποτε το επώνυμο της διαλεκτικής του δυτικού εκπολιτισμού, η ευαίσθητη αυτοσυνειδησία μιας κοινότητας που οραματίστηκε μια εξισωτική και ελεύθερη κοινωνία, εξοντώθηκε ως επικίνδυνη (εσωτερική) αντιπολίτευση, πνίγηκε στα νερά του Σπρέε, στα οδοφράγματα της Βαρκελώνης, της Βουδαπέστης και του Παρισιού.
Με όρους παγκόσμιου καταμερισμού είμαστε κοινωνία μικροαστών, έθνος μικρομεσαίων και αυτή η μικρομέγαλη ιδιοπροσωπία αντανακλάται στην εθνική ιδεολογία της ατομικής και συλλογικής υποτέλειας. Θέλουμε να παραμείνουμε στην Ευρώπη πάση θυσία, τουτέστιν εν πάση επαιτεία καλοντυμένοι σερβιτόροι στο άθλιο κλαμπ των κραταιών προσδοκώντας ένα ξεροκόμματο: λιγότερο μόχθο, αποχή από τα λερωμένα χέρια της δουλειάς του χειρώνακτα. Είμαστε πολιτισμένοι όσο έχουμε τη δυνατότητα να εκμισθώνουμε ανθρώπους. Η φωτορύπανση της αγοράς μας υποβιβάζει στο σκοτάδι της απόλυτης ετερονομίας εντός του οποίου ο συλλογικός καθρέπτης αχρηστεύεται.

Βλαχοευρωπαίοι της σαχλαμάρας, τσανακογλύφτες της αντιπαροχής και του πανωσηκώματος, υπανάπτυκτοι της ανάπτυξης, μωροφιλόδοξοι αεριτζήδες, διαχρονικά μικρονοϊκοί και εθελόδουλοι. Αδέλφια μου, αλήτες, σκουλικαντέρες. Εδώ στις ακρογιαλιές του Ομήρου, που ο Ελύτης έγινε πια ντεμοντέ, εδώ στο κέντρο μια ωκεάνιας νηνεμίας που προμηνύει τον αφανισμό, εδώ στο φτερό μια κοινωνίας που ίπταται πάνω από τη δυστυχία των άλλων, εδώ στο μεταίχμιο μια εποχής τεράτων, μουλιάζουμε όλοι μαζί. Θα σωθούμε;

Αν μας κληρώνει ακόμα μια ελπίδα, τη χρωστάμε στην ευσπλαχνία των απελπισμένων.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου