Το φεμινιστικό ξέσπασμα και η μεταφεμινιστική μελαγχολία

Ακουσα το απόλυτο φεμινιστικό τραγούδι, Δέσποινα Βανδή: “Κορίτσι Πράμα“ και έμεινα άφωνος. Πρόκειται για μία άκρως ρεαλιστική και ταυτόχρονα γλαφυρή περιγραφή των συνθηκών που βιώνει μία σύγχρονη γυναίκα στην πατριαρχική ελληνική κοινωνία. Από τη στιγμή της γέννησης και των διαφορετικών, ανισόμερων υποκειμενοποιήσεων που προδιαγράφει η επίλυση του οιδιπόδειου συμπλέγματος, έως την ενηλικίωση και την επάνδρωση υποδεέστερων θέσεων στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Πρόκειται για την τελευταία λέξη του ριζοσπαστικού φεμινισμού, αφού εντοπίζει την κοινωνική κατασκευή του φύλλου, πρώτα στον θεσμό (ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους) οικογένεια, μέσα από μία εκλεπτυσμένη ψυχαναλυτική προσέγγιση της διαδικασίας υποκειμενοποίησης, περνώντας κατόπιν στον αμέσως επόμενο ιδεολογικό μηχανισμό που συναντάει το παιδί: την εκπαίδευση και τους διαφορετικούς ρόλους και αντιμετώπιση που επιφυλάσσει στα φύλλα, καταλήγοντας στην καπιταλιστική αγορά εργασίας, όπου εντοπίζει τις οικονομικές συνέπειες της θηλυκότητας, υπονοώντας ταυτόχρονα και τις ιδεολογικές προεκτάσεις που έχει η διάσπαση της εργατικής τάξης σε άνδρες και γυναίκες με τα “ψυχικά” προνόμια με τα οποία επιβραβεύει τους άνδρες οι οποίοι βρίσκονται σε θέση ισχύος. Προνόμια όμως που σε τελική ανάλυση αναπαράγουν τη διαίρεση της εργατικής τάξης διασφαλίζοντας την υπαγωγή της εσαεί στο κεφάλαιο. Τέλος κλείνει μαχητικά, αρνούμενη να αποδεχτεί την κατώτερη μοίρα που της επιφυλάσσει η κοινωνία, επηρεασμένη κατά πάσα πιθανότητα από τον Μπένγιαμιν δίνοντας έμφαση στη προτεραιότητα, με αξιακούς όρους, της επερχόμενης απελευθέρωσης (οι στίχοι: ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΤΟ ΝΑΙ ΝΑ ΛΕΣ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ), απέναντι στο ζοφερό παρόν, το οποίο όμως εμπεριέχει τους όρους υπέρβασης του, με τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει η έννοια του sublation (Aufhebung)του Χέγκελ (που σημαίνει ταυτόχρονα διατήρηση και αλλαγή).Αισθάνομαι, έτσι, δικαιωμένος, διότι στο αιώνιο και καθοριστικό για την υποκειμενική συγκρότηση του καθενός μας δίλημμα: Βίσση ή Βανδή, είχα από μικρός επιλέξει Βανδή.

Μετά το φεμινιστικό ξέσπασμα της Βανδή, ακολουθεί ένα άσμα της Χρύσπας (Άντρες 100%) που αναδεικνύει την μεταφεμινιστική μελαγχολία για την απώλεια της παραδοσιακής αρρενωπότητας, η οποία υπονομευμένη από δεκαετίες φεμινιστικών αγώνων, στοιχειώνει τις σύγχρονες γυναίκες, ως ένα επίμονο αντικείμενο επιθυμίας που αρνείται να πεθάνει.

Για να κατανοήσουμε τον μηχανισμό αυτής της μελαγχολίας πρέπει να ανακαλέσουμε την διαφορά που εισάγει ο Λακάν ανάμεσα στο αντικείμενο της επιθυμίας, δηλαδή το αντικείμενο – πρόσωπο στο οποίο στρέφεται η επιθυμία μας και στο αντικείμενο – αιτία της επιθυμίας μας. Το στοιχείο δηλαδή ή χαρακτηριστικό εκείνο που καθιστά επιθυμητό το παραπάνω αντικείμενο – πρόσωπο. Από αυτή την άποψη, η μελαγχολική Χρύσπα δεν παραμένει προσκολλημένη στην παραδοσιακή αρρενωπότητα που έχει προ πολλού χαθεί, ανίκανη να αποδεχτεί αυτή την απώλεια διαμέσου της εργασίας του πένθους. Αλλά αντίθετα είναι το υποκείμενο εκείνο που κατέχει το αντικείμενο επιθυμίας, δηλαδή τους άντρες, μέσα από την χειραφέτηση της και την απελευθέρωση της σεξουαλικότητας της που της επιτρέπει να σχετίζεται ελεύθερα με τους άντρες που επιθυμεί. Που όμως αυτό το αντικείμενο (οι άντρες), έχασαν το στοιχείο, την ποιότητα εκείνη που τους καθιστούσε επιθυμητούς στην Χρύσπα και σε κάθε Χρύσπα – μεταφεμινιστικό υποκείμενο, που συγκροτήθηκε δηλαδή ως τέτοιο στη βάση των αγώνων και των επιτυχιών των προηγούμενων φεμινιστικών κινημάτων. Εδώ έγκειται η λειτουργία της μελαγχολίας λοιπόν, στην σύγχυση ανάμεσα στην απώλεια του αντικειμένου στο οποίο σταθεροποιούνταν η επιθυμία, με την έλλειψη αυτή καθεαυτή, το κενό δηλαδή γύρω από το οποίο συγκροτείται η επιθυμία. Όσον αφορά τη Χρύσπα δεν έχουμε να κάνουμε με την άρνηση της επιθυμίας, (για ένα τύπο άντρα ο οποίος δεν υφίσταται πλέον), να πεθάνει, αλλά στην ύπαρξη – κατοχή του αντικειμένου, των αντρών δηλαδή, οι οποίοι όμως είναι πλέον αποστερημένοι από αυτό που τους καθιστούσε επιθυμητούς. Η μελαγχολία λοιπόν εγκαλεί μία στάση κατά την οποία κατέχουμε το αντικείμενο το οποίο επιθυμούμε,( στην περίπτωσή μας η δυνατότητα των σύγχρονων γυναικών να σχετίζονται ελεύθερα με όσους και όποιους άνδρες επιθυμούν), αλλά είμαστε απογοητευμένοι από αυτό.

Η επιθυμία πολύ λίγο σχετίζεται με την υλική σεξουαλικότητα, με τη “φυσική” σεξουαλική έλξη ανάμεσα στα φύλα, διότι είναι πιασμένη στην φανταστική εκδοχή της πραγματικότητας, στους κοινωνικούς νόμους (τυπικούς και άγραφους) και δομές που καθορίζουν τη ζωή μας από τη στιγμή που μπαίνουμε στο βασίλειο του συμβολικού, δηλαδή στη γλώσσα. Ακόμα και οι ασυνείδητες επιθυμίες μας είναι οργανωμένες από τη γλώσσα, συνιστούν την αφήγηση του Μεγάλου Άλλου σύμφωνα με το Λακάν. Κατασκευάζοντας τη φαντασιακή μας εκδοχή της πραγματικότητας (δια μέσω της γλώσσας) καθορίζουμε τις συντεταγμένες που ορίζουν την επιθυμία μας, δηλαδή το αντικείμενο της επιθυμίας μας καθώς και τη σχέση μας με αυτό. Διαμέσου της φαντασίας μαθαίνουμε πως να επιθυμούμε. Και καθώς η επιθυμία μας απορρέει από την φαντασία μας, η οποία εξ ορισμού δεν αντιστοιχεί σε κάτι το πραγματικό, συγκροτείται από την έλλειψη αυτή κάθε αυτή. Το μικρό αντικείμενο “α” είναι αυτό που διαμορφώνει τις συντεταγμένες της επιθυμίας μας και δεν πρέπει να συγχέεται με κάποιο υπαρκτό αντικείμενο η πρόσωπο. Στον πυρήνα της επιθυμίας μας βρίσκεται μία αίσθηση πληρότητας που δεν είναι παρά το είδωλο των ναρκισιστικών μας προβολών. Το να έρθουμε πολύ κοντά στο αντικείμενο – αιτία της επιθυμίας μας, απειλεί να ξεσκεπάσει την έλλειψη γύρω από την οποία αυτή αρθρώνεται. Είναι αυτή η έλλειψη που εξασφαλίζει πως θα συνεχίσουμε να επιθυμούμε.

Εδώ βρίσκεται η παραγνώριση της Χρύσπας. Συγχέει το contigent αντικείμενο “άντρες” στο οποίο σταθεροποιείται η επιθυμία της, με το αντικείμενο – αιτία της επιθυμίας (μικρό αντικείμενο α), που στην περίπτωσή της δεν είναι άλλο από τη ναρκισσιστική προβολή του δικού της χειραφετημένου και σεξουαλικά assertive εαυτού, στους άντρες. Οι άντρες λοιπόν για την Χρύσπα έχουν χαθεί πριν καν σχετιστεί μαζί τους. Υπάρχουν ως τέτοιοι μόνο στην απώλειά τους. Γι αυτό και είναι μελαγχολική – ναρκισσιστική η στάση της, διότι η λίμπιντο της έχει υποχωρήσει στο Εγώ Από αυτή την οπτική, όπως θα παρατηρούσε και ο Ζίζεκ, η αδυναμία της Χρύσπας να αντλήσει απόλαυση και να κορέσει την επιθυμία της, από οποιονδήποτε υπαρκτό άντρα, συνιστά την αρχή της φιλοσοφίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι και αυτό το βαθυστόχαστο άσμα…

δες - άκου:
http://www.youtube.com/watch?v=BSGMx25vCvk&feature=player_embedded
http://www.youtube.com/watch?v=TO6_HVgZ138&feature=player_embedded

Το τέλος της πολιτικής

από το «Μανιφέστο ενάντια στην εργασία»

Η κρίση της εργασίας επιφέρει αναγκαστικά την κρίση του κράτους και της πολιτικής. Κατ’ αρχήν, το σύγχρονο κράτος οφείλει τη σταδιοδρομία του στο γεγονός ότι το σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής έχει την ανάγκη μιας ανώτερης αρχής που θα εγγυάται τους κοινούς όρους του ανταγωνισμού, τις γενικές νομικές βάσεις και τις προϋποθέσεις για τη διαδικασία αξιοποίησης - συμπεριλαμβανομένου ενός κατασταλτικού μηχανισμού για τις περιπτώσεις που το ανθρώπινο υλικό παραβαίνει τις συστημικές επιταγές και καθίσταται απείθαρχο. Το κράτος κατά τον 20ό αιώνα έπρεπε να αναλάβει ολοένα και περισσότερες κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες για να εντάξει τις μάζες στη μορφή της αστικής δημοκρατίας. Οι λειτουργίες του δεν περιορίζονται στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά περιλαμβάνουν τη δημόσια υγεία, υπηρεσίες μεταφορών και επικοινωνιών, καθώς και κάθε είδους υποδομές. Αυτές οι υποδομές, των οποίων τη διαχείριση ή την επίβλεψη αναλαμβάνει το κράτος, είναι ουσιαστικές για τη λειτουργία της κοινωνίας της εργασίας, αλλά δεν μπορούν να είναι οργανωμένες όπως η διαδικασία αξιοποίησης μιας ιδιωτικής επιχείρησης; συχνά, οι «ιδιωτικοποιημένες» δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι παρά μεταμφιεσμένες κρατικές καταναλωτικές δαπάνες. Κι αυτό διότι οι υποδομές αυτές πρέπει να είναι διαθέσιμες σε μόνιμη βάση στην κοινωνία ως σύνολο και δεν μπορούν να ακολουθούν τους κύκλους προσφοράς και ζήτησης της αγοράς.

Καθώς το κράτος δεν αποτελεί από μόνο του μια μονάδα αξιοποίησης, κι έτσι δεν μπορεί να μετασχηματίζει την εργασία σε χρήμα, πρέπει να αφαιρεί χρήματα από την πραγματική διαδικασία αξιοποίησης για να χρηματοδοτεί τις λειτουργίες του. Εάν η αξιοποίηση της αξίας παγώσει, τα χρηματοκιβώτια του κράτους αδειάζουν. Το κράτος, που εμφανίζεται ως κυρίαρχος της κοινωνίας, αποδεικνύεται εντελώς εξαρτημένο από την τυφλή μανία της φετιχοποιημένης οικονομίας που χαρακτηρίζει την κοινωνία της εργασίας. Το κράτος μπορεί να περάσει όσα νομοσχέδια θέλει; εάν όμως οι παραγωγικές δυνάμεις (οι γενικές δυνάμεις της ανθρωπότητας) ξεπεράσουν σε ανάπτυξη το εργασιακό σύστημα, οι συγκεκριμένοι νόμοι, που έχουν συνταχθεί και είναι εφαρμόσιμοι μόνο σε σχέση με τα υποκείμενα της εργασίας, δεν οδηγούν πουθενά.

Ως αποτέλεσμα της διαρκώς αυξανόμενης μαζικής ανεργίας, τα έσοδα από τη φορολόγηση των εισοδημάτων εξαντλούνται. Η κοινωνική ασφάλιση καταρρέει καθώς ο αριθμός των «πλεοναζόντων» ανθρώπων συνιστά μία κρίσιμη μάζα που πρέπει να τροφοδοτηθεί από την αναδιανομή των χρηματικών αποδόσεων που έχουν παραχθεί αλλού στο καπιταλιστικό σύστημα. Όμως και η διαδικασία των αλλεπάλληλων συγχωνεύσεων του κεφαλαίου που βρίσκεται σε κρίση και «διαφεύγει» των συνόρων των εθνικών οικονομιών, επιφέρει την εξάντληση των κρατικών εσόδων από τη φορολόγηση των εταιρικών κερδών. Ως εκ τούτου, οι πιέσεις που ασκούν οι πολυεθνικές εταιρείες στις εθνικές οικονομίες που ανταγωνίζονται για τις ξένες επενδύσεις, έχουν ως αποτέλεσμα τις φοροαπαλλαγές των εταιρειών, τη διάλυση του κράτους πρόνοιας και τη μείωση των προδιαγραφών προστασίας του περιβάλλοντος. Γι' αυτό και το δημοκρατικό κράτος μεταλλάσσεται σε έναν απλό διαχειριστή της κρίσης.

Όσο το κράτος πλησιάζει σε μια χρηματοοικονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τόσο περιστέλλεται στον κατασταλτικό του πυρήνα. Οι περικοπές στις υποδομές αφήνουν άθικτες μόνον εκείνες που εξυπηρετούν τις απαιτήσεις του πολυεθνικού κεφαλαίου. Όπως συνέβαινε κάποτε στις αποικίες, η κοινωνική μέριμνα περιορίζεται διαρκώς σε λίγα οικονομικά κέντρα ενώ η υπόλοιπη επικράτεια μετατρέπεται σε έρημη χώρα. Ό,τι μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί ιδιωτικοποιείται, ακόμη κι αν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αποκλείονται και από τις πλέον στοιχειώδεις παροχές.

Όταν η αξιοποίηση της αξίας συγκεντρώνεται σε μερικά μόνο καταφύγια της παγκόσμιας αγοράς, δεν έχει πλέον σημασία η ύπαρξη ενός περιεκτικού συστήματος παροχών που μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πληθυσμού συνολικά. Το αν θα υπάρχουν τρένα ή ταχυδρομικές υπηρεσίες αφορά πλέον αποκλειστικά τη σχέση τους με το εμπόριο, τη βιομηχανία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η εκπαίδευση μετατρέπεται σε προνόμιο των νικητών της παγκοσμιοποίησης. Η διανοητική, καλλιτεχνική και θεωρητική καλλιέργεια ζυγίζεται με βάση το κριτήριο της εμπορευσιμότητας και σιγά-σιγά μαραίνεται. Τα κενά στη χρηματοδότηση διευρύνονται καταστρέφοντας τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και προκαλώντας την ανάδυση ενός ταξικού συστήματος ιατρικής περίθαλψης. Στην αρχή κρυφά και σταδιακά, και τελικά με ανάλγητη ευθύτητα διαδίδεται ο νόμος της κοινωνικής ευθανασίας: Θα πεθάνεις νωρίς επειδή είσαι φτωχός και πλεονάζων.

Στα πεδία της ιατρικής, της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και των γενικών υποδομών διατίθενται σε αφθονία οι γνώσεις, οι ικανότητες, οι τεχνικές και οι μέθοδοι, μαζί με τα αναγκαία εργαλεία. Σύμφωνα, όμως, με τον κανόνα που λέει ότι «υπόκεινται σε επαρκή κονδύλια» –και ο οποίος συγκεκριμενοποιεί τον παράλογο νόμο της κοινωνίας της εργασίας–, όλες αυτές οι ικανότητες και οι δεξιότητες μένουν θαμμένες ή τσακίζονται και πετιούνται στα σκουπίδια. Το ίδιο ισχύει και για τα μέσα παραγωγής στον αγροτικό τομέα και τη βιομηχανία από τη στιγμή που αποδεικνύονται «μη κερδοφόρα». Πέρα από την καταπιεστική προσομοίωση της εργασίας που επιβάλλεται καταναγκαστικά στους ανθρώπους και από το καθεστώς των χαμηλών μισθών μαζί με την περικοπή των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας, το δημοκρατικό κράτος, που έχει ήδη μετασχηματιστεί σε ένα καθεστώς απαρτχάιντ, δεν έχει τίποτα να προσφέρει στους πρώην εργαζόμενους υπηκόους του. Σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο η κρατική διοίκηση θα αποσυντεθεί. Ο κρατικός μηχανισμός θα καταντήσει μια διεφθαρμένη «κλεπτοκρατία», οι ένοπλες δυνάμεις θα γίνουν πολεμικές συμμορίες με δομές μαφίας, και οι αστυνομικές δυνάμεις ληστοσυμμορίτες.

Κανένα πιθανό πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να σταματήσει ή να αντιστρέψει αυτή τη διαδικασία. Από τη φύση της η πολιτική συνδέεται με την κοινωνική οργάνωση στη μορφή κράτος. Όταν τα θεμέλια του κρατικού οικοδομήματος καταρρέουν, η πολιτική και οι εφαρμογές της στερούνται ερεισμάτων. Μέρα με τη μέρα, η αριστερή δημοκρατική συνταγή της «πολιτικής διαμόρφωσης» των συνθηκών ζωής γελοιοποιείται όλο και περισσότερο. Πέρα από την ατελείωτη καταπίεση, τη σταδιακή εξάλειψη του πολιτισμού και την ενίσχυση της «τρομοκρατίας της οικονομίας», δεν απομένει τίποτε να «διαμορφωθεί». Καθώς ο κοινωνικός αυτοσκοπός που προσιδιάζει στην κοινωνία της εργασίας αποτελεί αξιωματική προϋπόθεση των δυτικών δημοκρατιών, οποιαδήποτε πολτική-δημοκρατική ρύθμιση γίνεται αβάσιμη όταν η εργασία βρίσκεται σε κρίση. Το τέλος της εργασίας είναι το τέλος της πολιτικής.

Που πήγε η αξιοπρέπεια ρεεεεεεεεεεε;

Αν υπάρχει κάτι που θαυμάζω στο αναρχικό κίνημα της μεταπολίτευσης είναι ότι ήταν ένα κίνημα αυτοθυσίας. Οι αναρχικοί κυνηγημένοι από το κράτος και την αριστερά διεξήγαν για 30 χρόνια ένα λυσσασμένο αγώνα χωρίς καβατζές. Μερικοί δεν άντεξαν και έφυγαν νωρίς, άλλοι τρελάθηκαν. Βρέθηκαν με ανιδιοτέλεια και χωρίς κομματικές υστεροβουλίες στο πλευρό των εργατών στα καταλυμένα εργοστάσια της μεταπολίτευσης, στο πλευρών των κρατουμένων στα κολαστήρια της δημοκρατίας, στο πλευρό των μαθητών, των τσιγγάνων, των μεταναστών στο πλευρό των ναρκομανών και των ομοφυλοφίλων. Πάλεψαν με πάθος κάθε φορά που το κράτος αποφάσιζε να φυλακίσει έναν από αυτός. Ο αγώνας τους ήταν ανειρήνευτος και μαγικός. Πολλές φορές αδιέξοδος, χωρίς σχέδιο και προοπτική, αλλά ένας αγώνας που συμπυκνώθηκε τόσο εύστοχα στο σύνθημα «Αντίσταση – Αλληλεγγύη – Αξιοπρέπεια». Τρεις λέξεις από Άλφα χαρακτήρισαν ένα κίνημα που δεν ξεπουλήθηκε και δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την εξουσία. Ούτε και τότε, στα 1981, που η «αλλαγή» έγινε η ελπίδα και η ταφόπλακα της αριστεράς. Οι αναρχικοί ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν στο ψέμα της.

Τα χρόνια πέρασαν. Το αναρχικό κίνημα βρήκε από την αφάνεια και μπήκε στο προσκήνιο. Οι αναρχικοί βρήκαν βηματισμό, άρχισαν να οργανώνονται, να παλεύουν με σχέδιο και όραμα, να διεκδικούν και να πορεύονται χωρίς εμμονές. Οι αναρχικοί έγιναν αγωνιστές! Το έπιασαν οι αλεπούδες της αριστεράς. Ο Αλέκος το είπε ξεκάθαρα «η πρωτοπορία της νεολαίας πάει στον αντιεξουσιαστικό χώρο». Το ακούσανε και τα νούμερα του μεταμοντέρνου σταλινισμού και είπαν «αχ! Πως θα προσεγγίσουμε τι νεολαία; Αφού η νεολαία πάει με τους αναρχικούς ας υιοθετήσουμε τα συνθήματα των αναρχικών»[1]. Αυτό είπαν αλλά έλα που αυτό το «αξιοπρέπεια» δεν τους καθόταν καλά. Και που να τους κάτσει αφού εδώ που τα λέμε δεν διαθέτουν και πολύ από δαύτη. Και έτσι αποφάσισαν να ξεπουλήσουν την «αξιοπρέπεια» και να βάλουνε στην θέση της την παπανδρεϊκή «αλλαγή» ελπίζοντας ότι εν έτη 2010 θα παίξουν το ρόλο του Ανδρέα.

Είναι καιρός που δεν μπορώ να αποφασίσω αν είναι πιο άθλιος ο καιροσκοπισμός τους ή η αισθητικής τους. Διακοσμούν του χώρους τους με κολάζ από το κίνημα των Ζαπατίστας, αποσιωπώντας φυσικά προς παραπλάνηση της νεολαίας ότι δεν έχει τίποτα μα τίποτα κοινό η εξεγερμένη αξιοπρέπεια με το σταλινικό ολοκληρωτισμό, γεμίζουν τους δρόμους με ανόητες εξυπνάδες τύπου «έξω το ΔΝΤ», «έξω η ΕΕ» ή το ανεκδιήγητο «βουλευτές ψηφίστε όχι» νομίζοντας ότι είναι το ΠΑΣΟΚ του 74 και ο κόσμος τσιμπάει με τέτοιες μπαρούφες.

Έχετε χάσει, κύριοι, κάθε επαφή με το μέτρο. Αποφασίσατε στην θέση της «αξιοπρέπειας» να βάλατε την «αλλαγή». Σας ταιριάζει. Όπως σας ταιριάζει το ψέμα, η εξουσία, η ασχήμια. Να την χαίρεστε λοιπών…


[1] ακριβώς το ίδιο είχε κάνει και ο Λένιν το 1917 όταν υιοθέτησε το σύνθημα των αναρχικών «όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Φυσικά στην συνέχεια κράτησε την εξουσία για την πάρτη του…

Στο γυφτάκι

Ακόμα και αν τα πόδια μας γίνουν πέτρα
κι η ελευθερία μας γίνει ένα με την άσφαλτο
εμείς θα ζούμε πάνω από τους θεούς που γέννησε η ανάγκη

βγάζοντας αναιδώς την γλώσσα μας στο χρόνο

Κι όταν οι μπόρες κάνουν τις σάρκες μας αδύναμες
εμείς θα στήνουμε τσαντίρια στα μαυσωλεία κάθε αποτυχημένου
Αιώρες πάνω σε κεραίες καναλιών.

Κι εκεί,
μισόγυμνοι και μισομεθυσμένοι
θα τεμπελιάζουμε πλάθοντας μύθους αστρικούς
πάνω σε βελούδινα κιβώτια επανάστασης

Έχοντας χάσει από καιρό
εχθρούς που γέννησαν οι φόβοι
θα βλαστημάμε κάθε ημιτελή μας θάνατο
ξορκίζοντας το χρόνο

Απάντηση στo κείμενο «Για την υπέρβαση της οικονομίας»

http://stratigos-anemos.blogspot.com/2010/09/blog-post.html
του Δημήτρης Κωνσταντίνου

Χαιρετίζω αυτούς που υπογράφουν το κείμενο «Για την υπέρβαση της οικονομίας» και χαίρομαι που η πρόταση για τη συγκρότηση ενός εργαστηρίου αντιεξουσιαστικής οικονομίας έδωσε το έναυσμα για ένα τέτοιο διάλογο. Επειδή ακριβώς η προσπάθεια που ξεκινήσαμε στο εργαστήρι αυτό έχει για μένα ιδιαίτερη αξία, θα επιλέξω να ασχοληθώ περισσότερο με την κριτική που αφορά στη συγκεκριμένη πρόταση, και επιφυλάσσομαι για μια πιο εκτενή αντιπαράθεση επιχειρημάτων πάνω στις προσωπικές θέσεις που έχω διατυπώσει κατά καιρούς όχι μόνο στα δύο άρθρα που αναφέρουν οι υπογράφοντες αλλά στο σύνολο των κειμένων που έχω δημοσιεύσει στη Βαβυλωνία.

Θα ξεκινήσω από το σημαντικότερο μειονέκτημα της κριτικής, το οποίο ακυρώνει συνολικά την ισχύ των επιχειρημάτων της. Σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια αυτών που υπογράφουν, οι όποιες ενστάσεις διατυπώνουν έχουν να κάνουν με τα όσα περιγράφονται από δύο άρθρα μου και μόνο, καθώς «δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν άλλες επεξεργασίες που μπορεί να έχουν γίνει από την ομάδα για την αντιεξουσιαστική οικονομία», αλλά ούτε και τις δικές μου απόψεις, όπως θα συμπλήρωνα εγώ (αφού, όπως θα δείξω παρακάτω, ακόμη και η ανάγνωση των δύο άρθρων που επικαλούνται έγινε λανθασμένα). Σε περίπτωση που συνέβαινε το αντίθετο θα γνώριζαν οι υπογράφοντες ότι η πλειάδα των προτάσεων μαζικής ανυπακοής τις οποίες αναφέρουν στην καταληκτική τους παράγραφο βρίσκονται μέσα στο σκεπτικό τόσο το δικό μου όσο και ολόκληρης της ομάδας εργασίας. Ωστόσο, είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι ο αντικειμενικός σκοπός της συγκεκριμένης ομάδας εργασίας δεν είναι η εύρεση τακτικών δράσης ενάντια στο υπάρχον, αλλά η σχηματοποίηση μιας εναλλακτικής λύσης ενάντια στην κυρίαρχη λογική που λέει ότι δεν υπάρχει εναλλακτικός του καπιταλισμού δρόμος, σκοπός είναι η επεξεργασία ενός οικονομικού προτάγματος με θεσμούς που να θεμελιώνονται πάνω στη δυνατότητα της αυτοαναίρεσης, ενός οικονομικού προτάγματος που θα αποσκοπεί ακριβώς στην αποκαθήλωση της οικονομίας από το θρόνο κυριαρχίας της. Είμαι πεπεισμένος ότι μόνο έτσι θα πετύχουμε την «υπέρβαση της οικονομίας», όπως πολύ εύστοχα τιτλοφορείται το κείμενο κριτικής.

Το δεύτερο θεμελιακό μειονέκτημα του κειμένου, το οποίο σχετίζεται με το προηγούμενο και ακυρώνει εξίσου τη σπουδαιότητα των τόσων σημαντικών ιδεών που εκφράζονται σ’ αυτό, είναι το γεγονός ότι οι υπογράφοντες ταυτίζουν ορισμένες προσωπικές μου απόψεις, όπως εκφράστηκαν σε δύο άρθρα στη Βαβυλωνία και βάσει των οποίων απλώς γεννήθηκε η ιδέα της κατάθεσης μιας γενικής πρότασης, με την πρόταση καθαυτή η οποία διαμορφώνεται διαρκώς και συλλογικά μέσα από τις συνελεύσεις της ομάδας εργασίας. Με λίγα λόγια, τα άρθρα μου για τη Βαβυλωνία και το εργαστήρι αντιεξουσιαστικής οικονομίας είναι δύο εντελώς ξεχωριστά πράγματα. Επειδή λοιπόν η κριτική απέναντι στην αντιεξουσιαστική οικονομία, ως εργαστήρι έρευνας, κριτικής και επεξεργασίας προτάσεων, θεμελιώνεται πάνω στις δικές μου προσωπικές απόψεις, είναι παντελώς άστοχη.

Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τον όρο «αντιεξουσιαστική οικονομία», θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι αποτελεί μια πειραματική προσπάθεια περιγραφής αυτού που πρόκειται να κάνουμε, και αν η ομάδα στην πάροδο του χρόνου συμφωνήσει σε έναν πιο δόκιμο όρο είναι στη διακριτική της ευχέρεια να τον αλλάξει. Στο πλαίσιο αυτό, οι υπογράφοντες του κειμένου κριτικής είναι φυσικά ευπρόσδεκτοι να συμμετέχουν στις εργασίες μας και να συνδιαμορφώσουν τους όρους που θα χρησιμοποιήσουμε, αλλά να είναι σίγουροι ότι θα πείσουν με επιχειρήματα και όχι με αφορισμούς του τύπου «ο όρος οικονομία αναφέρεται στον καπιταλιστικό τρόπο διαχείρισης της παραγωγής, των αγαθών ακόμα και της ζωής μας», με λίγα λόγια ότι η οικονομία υπάρχει μόνο στον καπιταλισμό!

Το γεγονός ότι η οικονομία, ως ένας τομέας της κοινωνικής ζωής, αυτονομήθηκε και απέκτησε κυρίαρχο και καταπιεστικό ρόλο, στα χρόνια του καπιταλισμού δεν ισοδυναμεί με το γεγονός ότι δεν υπάρχει οικονομία εκτός καπιταλισμού, όπως διατείνονται τόσο ελαφρά τη καρδία οι υπογράφοντες, απλούστατα γιατί οι άνθρωποι σε οποιαδήποτε κοινωνία είναι αναγκασμένοι να έχουν θεσμούς και να δημιουργούν συγκεκριμένες σχέσεις όσον αφορά την παραγωγή, την κατανάλωση, τον καταμερισμό πόρων και αγαθών, αλλά και το σχεδιασμό όλων αυτών. Το μόνο που πετυχαίνουν οι δαιμονοποιήσεις αυτού του τύπου είναι να περιορίζουν και τελικά να εκμηδενίζουν τη δυνατότητα επικοινωνίας μας μέσα στο κίνημα και με την κοινωνία, η οποία χρησιμοποιεί υποχρεωτικά λέξεις και όρους (φευ!) για να συνεννοείται. Από την άλλη, το γεγονός ότι τεμαχίζουμε την κοινωνία σε τομείς είναι υποχρεωτικό για να μπορέσουμε να διερευνήσουμε, να κρίνουμε και να επεξεργαστούμε τους θεσμούς και τις σχέσεις που λειτουργούν μέσα σ’ έναν τομέα. Θεωρώ ότι αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα, εφόσον – όπως εμείς στο εργαστήρι – έχουμε συνείδηση ότι η κοινωνία, όσους τεμαχισμούς κι αν κάνουμε για εργαλειακούς λόγους, παραμένει ενιαία και ότι η Πολιτική παραμένει πάντα ο κυρίαρχος τομέας των πιο σημαντικών αποφάσεων κάθε κοινωνίας, που καθορίζει και κατευθύνει όλους τους υπόλοιπους τομείς.

Επιπλέον, αναφορικά με τον όρο «αντιεξουσιαστική», θα ήθελα απλώς να θυμίσω ότι οι Δυτικοί του 16ου αιώνα περιέγραφαν με βδελυγμία τους ινδιάνους της Αμερικής ως ανθρώπους «χωρίς πίστη, χωρίς νόμο, χωρίς βασιλιά» και όπως καταμαρτυρούν πολλοί ανθρωπολόγοι (όπως ο Clastres, o Sahlins και ο Graeber) σε πάμπολλες μη δυτικές κοινωνίες λειτουργούσαν οικονομικοί θεσμοί με αντιεξουσιαστικά χαρακτηριστικά. Παρόμοιους αντιεξουσιαστικούς οικονομικούς θεσμούς βρίσκουμε σε πάρα πολλές εφαρμοσμένες ουτοπικές νησίδες του παρελθόντος, στον τρόπο που οργανώθηκαν οι κολεκτίβες στην Ισπανία του ’36 ή πιο πρόσφατα η οικονομία των Ζαπατίστας. Παράλληλα, όσον αφορά το θεωρητικό κομμάτι, μια πλειάδα διανοουμένων (ενδεικτικά αναφέρω: Π. Κροπότκιν, Σ. Γκεζέλ, Προυντόν, Κ. Καστοριάδης, Μ. Μπούκτσιν, Πατ Ντιβάιν, Μ. Άλμπερτ, Ρ. Χάνελ, Τ. Φωτόπουλος, Σ. Λατούς κ.ά) έχουν χύσει τόνους μελάνι περιγράφοντας ακριβώς αυτό που οι υπογράφοντες του κειμένου κριτικής θεωρούν ότι δεν υπάρχει: θεσμούς αντιεξουσιαστικής οικονομίας. Γιατί, ναι, είναι δυνατόν να παράγουμε και να κατανέμουμε πόρους και αγαθά, να σχεδιάζουμε και να αποφασίζουμε, υλοποιώντας και προωθώντας στο αντιεξουσιαστικό πρόταγμα. Επομένως, είναι δυνατό να υπάρχει αντιεξουσιαστική οικονομία, όπως υπάρχει, για παράδειγμα, και αντιεξουσιαστική εφημερίδα.

Πέρα από τα παραπάνω, τα οποία θεωρώ πολύ σημαντικά, η αντιπαράθεσή μας πάνω στις προσωπικές μου απόψεις έχω την εντύπωση ότι ενδιαφέρει μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους, δηλαδή εμένα και τους υπογράφοντες, και όχι τρίτους, τους οποίους θα κούραζε. Για το λόγο αυτό θα είμαι όσο γίνεται λακωνικός και θα πρότεινα τη συνέχιση της κουβέντας διαπροσωπικά ή έστω με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

Θα ήθελα να ξεκινήσω από το γεγονός ότι οι υπογράφοντες θεωρούν πως η έξοδος ή μη της χώρας από το ευρώ δεν αφορά ούτε επηρεάζει το κίνημα ανατροπής. Αντίθετα, εγώ επιμένω ότι οι συνθήκες που δημιουργούνται από τέτοιες μείζονες πολιτικές-οικονομικές αποφάσεις επηρεάζουν καθοριστικά τις ζωές όλων μας καθώς και κάθε κίνημα ανατροπής. Το γεγονός ότι μία τέτοια απόφαση λαμβάνεται από την κεντρική εξουσία και όχι από εμάς (όπως θα επιθυμούσαμε) δεν μειώνει τη βαρύτητα των συνεπειών της πάνω μας και τον καθοριστικό ρόλο που παίζει.

Σε ένα άλλο σημείο του κειμένου κριτικής οι υπογράφοντες αναφέρουν ότι παραβλέπω πως «οι θεσμοί που φτιάχνουμε μέσα στον καπιταλισμό πρέπει να είναι φύση και θέση ενάντια στον καπιταλισμό και, δεύτερον, να είναι δομικά ενταγμένοι στο κίνημα ανατροπής». Για ποιο λόγο το παραβλέπω αυτό δεν εξηγείται πουθενά. Και πώς γίνεται άλλωστε, αφού και ο ίδιος το πιστεύω ακράδαντα, απλώς δεν θα συμμετείχα ποτέ σε διαγωνισμό αντικαπιταλιστικότητας.

Όσον αφορά την κατηγορία περί Πρωτοπορίας, θεωρώ ότι το να έχει κάποιος προτάσεις δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι πρωτοπορία και, επιπλέον, από την εμπειρία μου στις κινηματικές συνελεύσεις έχω διαπιστώσει με τα ίδια μου τα μάτια ότι όταν δεν υπάρχουν προτάσεις και απαντήσεις, παρά μόνο ανέξοδη κριτική και αοριστολογία, οι συμμετέχοντες (πολλές φορές και εγώ ο ίδιος) βαριούνται. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες γενικότερες κοινωνικές διαντιδράσεις, όπως συνελεύσεις και επιτροπές γειτονιών κ.α.

Επειδή, όμως, μπορεί να κούρασα, εντελώς τηλεγραφικά θα ήθελα κλείνοντας να τονίσω ότι όποιος χρησιμοποιεί πρώτο πληθυντικό δεν σημαίνει ότι είναι εθνικιστής ούτε ότι υστερεί σε ταξική συνείδηση ούτε ότι αγνοεί τη σύγκρουση συμφερόντων σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, όπως υποστηρίζουν δογματικά οι υπογράφοντες («η χρησιμοποίηση του πρώτου πληθυντικού “να μας γλιτώσει” υπονοεί την ενιαιότητα των συμφερόντων όλων μας με τη μοίρα της χώρας», sic). Επιπλέον, δεν θα ήθελα να ξεχάσω να αναφέρω ότι διέκρινα μια παρεξήγηση στην ανάγνωση της έκφρασης «υπανάπτυκτη καλοπέραση» που χρησιμοποίησα σε κάποιο άρθρο μου, παρεξήγηση, η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε ως αφέλεια ούτε ως επιπολαιότητα, αν κρίνω από το επίπεδο των υπογραφόντων, επομένως είμαι υποχρεωμένος να αναζητήσω τα αίτια αλλού. Όπως είναι οφθαλμοφανές στην έκφραση αυτή, το «υποανάπτυκτη» είναι επίθετο που προσδιορίζει το «καλοπέραση» και όχι την ελληνική κοινωνία, όπως τόσο εύκολα(;) με κατηγόρησαν οι υπογράφοντες, ενώ η «καλοπέραση» όταν χαρακτηρίζεται ως «υπανάπτυκτη», γίνεται προφανές ότι αντιστρέφεται το πρόσημό της (γίνεται το αντίθετό της), επομένως δεν αποσκοπούσα να σας «πληροφορήσω ότι καλοπερνάμε», όπως τόσο επιπόλαια(;) ανάγνωσαν οι υπογράφοντες.

Αν και η συγκεκριμένη έκφραση ήταν αρκετά ρητή και ξεκάθαρη, βρίσκω την ευκαιρία κλείνοντας (οριστικά αυτή τη φορά) να υπερασπιστώ το αναφαίρετο δικαίωμά μου να χρησιμοποιώ οποιαδήποτε έκφραση μπορεί να ερεθίζει τις προκαταλήψεις μας, προκειμένου να αναδεικνύω ότι οι έννοιες και οι λέξεις, μπορούν να αποκτήσουν και διαφορετική σημασία απ’ αυτή που η κυρίαρχη λογική έχει επιβάλλει στα μυαλά μας.

Για την υπέρβαση της οικονομίας

Το κείμενο αυτό φιλοδοξούμε να αποτελέσει μια ουσιαστική κριτική στην πρόταση που έχει διατυπωθεί από το Δημήτρη Κωνσταντίνου στην εφημερίδα Βαβυλωνία για την αντιεξουσιαστικής οικονομίας συμβάλλοντας παράλληλα στο διάλογο που έχει ξεκινήσει για την ανάγκη διατύπωσης ενός ρεαλιστικού σχεδίου μέσα στην κρίση.

Το βασικό πρόβλημα που εντοπίζουμε σε αυτή την πρόταση δεν είναι μόνο ο όρος αντιεξουσιαστικής οικονομίας, όρος εξαιρετικά προβληματικός κατά τη γνώμη μας[1], αλλά το ίδιο το περιεχόμενο του σχεδίου όπως αυτό αχνά αποτυπώνεται από τα άρθρα του Δημήτρη Κωνσταντίνου στα τεύχη 66 και 68 της Βαβυλωνίας. Θα πρέπει να διευκρινίσουμε όμως από την αρχή ότι οι όποιες ενστάσεις διατυπώνουμε εδώ έχουν να κάνουν με τα όσα περιγράφονται από αυτά τα δύο άρθρα και μόνο καθώς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε άλλες επεξεργασίες που μπορούν να έχουν γίνει από την ομάδα για την «αντιεξουσιαστική οικονομία».

Στάση πληρωμών

Στο τεύχος 68, ο συντάκτης επαναλαμβάνει μια πρόταση για μονομερή στάση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ που έχει διατυπωθεί ήδη από το ξέσπασμα της κρίσης πριν από δύο χρόνια από οικονομολόγους μέχρι και ραδιοφωνικούς παραγωγούς στην Αμερική και όχι μόνο, έχει προταθεί σε κράτη όπως η Ιρλανδία ενώ έχει αποτελέσει συνήθη πρακτική κυβερνήσεων που βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση με ηχηρότερο παράδειγμα την Αργεντινή μετά το Argentinazo και την εκ νέου σταθεροποίηση του καθεστώτος. Η στάση πληρωμών και η αναδιαπραγμάτευση του χρέους αποτελεί άλλωστε μια πάγια τακτική των κυβερνήσεων τη στιγμή που η διαχείριση του εξωτερικού τους ελλείμματος φτάνει στο απροχώρητο. Τι σχέση μπορεί να έχει όμως μια τέτοια πολιτική απόφαση, στην οποία μπορεί να οδηγηθεί το Ελληνικό κράτος, με το κίνημα ανατροπής;

Πριν επιχειρήσουμε μια απάντηση θα πρέπει να επισημάνουμε τα εξής. Μια τέτοια διαδικασία δεν είναι κατ' ανάγκην προς το συμφέρον ενός κράτους καθώς όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι αν δεν γίνει αιφνιδιαστικά και δεν έχει καθολικό χαρακτήρα (ολική στάση πληρωμών) οδηγεί σε ελεγχόμενη χρεωκοπία. Μια διαδικασία που και τους τοκογλύφους διασφαλίζει αλλά και το κράτος δεν ωφελείται σχεδόν τίποτα. Μια τέτοια άλλωστε διαδικασία πρότεινε η Μέρκελ για την Ελλάδα για να διασφαλίσει τα συμφέροντα των Γερμανικών τραπεζών. Αλλά και στην περίπτωση που ακολουθείται η άλλη οδός αυτή της ολικής στάσης πληρωμών – με τη συνακόλουθη έξοδο από το ευρώ – είναι βέβαιο πως τα οφέλη για την κοινωνία θα είναι πενιχρά. Ο λόγος είναι απλός. Η κίνηση αυτή θα γίνει υπό μια καπιταλιστική εξουσία που ασκεί νεοφιλελεύθερη πολιτική, και έτσι, τα όποια οφέλη σε οικονομικό επίπεδο θα διοχετευτούν για την τροφοδότηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και την περαιτέρω συσσώρευση κεφαλαίου. Και είναι ακόμα βέβαιο πως η σημερινή καπιταλιστική αναδιάρθρωση που στοχεύει στη συρρίκνωση του εργασιακού κόστους και των δικαιωμάτων των εργαζομένων θα συνεχιστεί καθώς αποτελεί προϋπόθεση για την επαναφορά της καπιταλιστική μηχανής σε τροχιά ανάπτυξης. Σε αυτό το σημείο δεν είναι τυχαία η κυνική φράση του Παπανδρέου «το μνημόνια είναι μια ευκαιρία να πάρουμε αποφάσεις που έπρεπε να έχουμε πάρει εδώ και χρόνια»

Κατά τη γνώμη μας λοιπόν όποιος και από τους δύο δρόμους να ακολουθηθεί δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος της κοινωνίας και των εργαζομένων. Γιατί λοιπόν ένα τέτοιο αίτημα διατυπώνεται μέσα στο κίνημα; Την απάντηση μας τη δίνει ο συντάκτης στο φύλλο 68 «το δίπτυχο της λύσης αυτής (παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ) είναι δυνατόν να μας γλιτώσει από τη μέγγενη της σπειροειδούς ύφεσης και είναι από τη φύση του ρεφορμιστικό, όσο και αναγκαίο». Στην πρόταση αυτή έχουμε να διατυπώσουμε τρεις ενστάσεις. Πρώτον, η χρησιμοποίηση του πρώτου πληθυντικού (να μας γλιτώσει) υπονοεί την ενιαιότητα των συμφερόντων όλων μας με τη μοίρα της χώρας. Με άλλα λόγια υιοθετεί πλήρως την κυρίαρχη καπιταλιστική μυθολογία που θέλει σε περιβάλλον κρίσης να ταυτίζονται τα συμφέροντα του κράτους και του κεφαλαίου με αυτά του κόσμου της εργασίας. Εμείς αντίθετα με αυτή τη θέση θεωρούμε πως σε περίοδο κρίσης η αντίθεση των συμφερόντων μας με αυτά των κρατούντων γίνεται όλο και συνολικότερη. Δεύτερον, παραδέχεται πως ο στόχος μια τέτοιας πρότασης είναι να γλιτώσει τον καπιταλισμό από τη ανακυκλούμενη ύφεση (είναι δυνατόν να μας γλιτώσει από τη μέγγενη της σπειροειδούς ύφεσης). Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: αν είναι αυτός ο στόχος ενός αιτήματος που έρχεται από το κίνημα, ποίος πρέπει να είναι ο στόχος των τεχνοκρατών του υπουργείου οικονομικών ή του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων; Δεν αντιλαμβανόμαστε δηλαδή γιατί πρέπει να βγει ο καπιταλισμός από τη φάση της αποανάπτυξής του. Τρίτον, η πρόταση δεν είναι ρεφορμιστική καθώς ο ρεφορμισμός έχει αρκετές προϋποθέσεις με βασικότερη την ύπαρξης μια συνολικής ρεφορμιστικής πρότασης εξουσίας που προσδοκά να αντικαταστήσει την σημερινή για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Ο στόχος άλλωστε των αριστερών διανοουμένων που διατυπώνουν αυτό το σχέδιο είναι η δημιουργία μιας ενωτικής προσπάθειας που θα αγκαλιάσει όλη την αριστερά και θα αποτελέσει εναλλακτικό πόλο εξουσίας.

Χέρι – χέρι

Στη συνέχεια ο συντάκτης επιχειρεί να απαντήσει σε όσους πρόκειται να του ασκήσουν κριτική για την υιοθέτηση μας τέτοια θέσης λέγοντας «ρεφορμισμός και επανάσταση πρέπει να πηγαίνουν χέρι – χέρι, να επιδιώκονται ταυτόχρονα, σ’ αντίθεση με την αντίθετη ρητορεία επαναστατών και ρεφορμιστών. Όποιος διακηρύσσει ή αγωνίζεται μόνο για την επανάσταση είναι καταδικασμένος στην κοινωνική απομόνωση, απλώς και μόνο γιατί δεν δίνει άμεσες λύσεις στα καθημερινά προβλήματα του παρόντος μας, επικαλούμενος την επανάσταση που θα τα λύσει όλα»

Το κομμάτι αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη σκέψη του γράφοντος για αυτό θα μας επιτρέψετε μια αναλυτική αναφορά. Για έναν άνθρωπο που έχει βάλει τον εαυτό του μέσα στα κινήματα και στους αγώνες το αν είναι ρεφορμιστής ή επαναστάτης είναι θέμα συνείδησης και δευτερευόντως πρακτικής. Με άλλο λόγια ο ρεφορμιστής από τον επαναστάτη δεν διαχωρίζονται με βάση τις πράξεις του ή πόσο βίαιος ή εξτρεμιστής είναι αλλά από το αν πιστεύει πως ο καπιταλισμός βελτιώνεται ή αν πιστεύουν πως ο καπιταλισμός ανατρέπεται. Είμαστε άλλωστε όλοι μάρτυρες ενός φαινομένου ένοπλων οργανώσεων μερικές από τις οποίες παραδέχονται ότι δεν πιστεύουν σε οποιαδήποτε επαναστατική ανατροπή και προτάσσουν το ανταρτικό πόλης ως πρόταση ζωής για το σήμερα! Δεν υπάρχει δηλαδή σε επίπεδο πρακτικής κάτι που εμποδίζει τον επαναστάτη να δώσει άμεσες λύσεις στο σήμερα. Η μεγάλη του διαφορά από το ρεφορμιστή είναι πως τις προτάσεις του τις απευθύνει στην κοινωνία και όχι στην εξουσία και για αυτό τα όποια αίτηματά του έχουν άλλες συνδηλώσεις. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το κύριο άρθρο της εφημερίδας Δράση (2ο φύλλο) το οποίο και συνυπογράφουμε:

«Απαλλαγή από το επαχθές χρέος σημαίνει για τους εργαζόμενους απαλλαγή από όλους αυτούς που το δημιούργησαν και σήμερα το φορτώνουν στις πλάτες μας. Σημαίνει άμεση επαναστατική αντίσταση και δράση για το κοινωνικό στερέωμα και την περαιτέρω ανάπτυξη των ανατρεπτικών κοινωνικών, νεολαιίστικων και εργατικών αγώνων […] Σημαίνει ότι παίρνουμε τον πλούτο από εκεί που υπάρχει και την παραγωγική διαδικασία, αλλάζοντάς τα ταυτόχρονα, ώστε οι κοινωνικές ανάγκες να καλύπτονται για όλους, χωρίς καμιά διάκριση […] Σημαίνει ότι μπλοκάρουμε συνολικά τον παραγωγικό και κρατικό μηχανισμό με απεργίες πραγματικής σύγκρουσης, καταλήψεις νευραλγικών κρατικών υποδομών και τομέων παραγωγής-διανομής-κατανάλωσης [..] Σημαίνει ότι αρνούμαστε να πληρώσουμε, με μαζική ανυπακοή, τους φόρους, τα διόδια, τους λογαριασμούς των «δημόσιων» υπηρεσιών, τα χαράτσια των ιδιωτικοποιημένων υποδομών, τα χρέη στις τράπεζες. Σημαίνει αυτοοργάνωση, χειραφέτηση, συνεταιρισμός, αλληλεγγύη για την από κοινού κάλυψη των κοινωνικών αναγκών έξω από την αγορά και το κράτος. Σημαίνει ότι παίρνουμε στα χέρια μας τα καταλεηλατημένα από κράτος και κεφάλαιο ασφαλιστικά ταμεία και τα αποσύρουμε από την τραπεζική και χρηματιστηριακή δομή. Σημαίνει ότι δημιουργούμε τους δικούς μας ανεξάρτητους εργατικούς και κοινωνικούς αντιθεσμούς υπεράσπισης της ζωής μας, κοινωνικής αυτοάμυνας και ανάπτυξης της κοινωνικής συνεργασίας και δημιουργίας.»

Βλέπουμε ότι το αίτημα για στάση πληρωμών έχει εντελώς διαφορετική στόχευση όταν απευθύνεται στην κοινωνία και την καλεί σε καθολική ανυπακοή. Σε αυτή την περίπτωση η στάση πληρωμών γίνεται κίνημα των από τα κάτω που επιβάλει ριζοσπαστικές λύσεις συνολικής ανατροπής.

Στην αναφορά του για το Ρεφορμισμό και την Επανάσταση ο συντάκτης φαίνεται να υιοθετεί την άποψη πως ρεφορμισμός είναι μια πολιτική πρακτική που επιδιώκει άμεσες λύσεις σε καθημερινά προβλήματα στην κατεύθυνση βελτίωσης της ζωής των από τα κάτω. Αυτή όμως ο ορισμός του ρεφορμισμού δεν έχει καμία σχέση με την ουσία του όρου[2]. Ο ρεφορμισμός είναι μια σαφής επιλογή του εργατικού κινήματος. Επιλέχθηκε μετά το τέλος τη πρώτης διεθνούς όταν οι εργατικές μάζες άρχισαν να οργανώνονται και τα συνδικάτα να αποκτούν πλατιά κοινωνική αποδοχή. Το δίλημμα που τέθηκε τότε ήταν ταυτόχρονα πολιτικό, κοινωνικό και φιλοσοφικό: Πρέπει να επιδιώκουμε ως στρατηγικό στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού ή την συνεχή μεταρρύθμιση και βελτίωσή του; Με άλλα λόγια, η επανάσταση ή η μεταρρύθμιση θα μας οδηγήσουν στην κοινωνική απελευθέρωση; Όπως είναι προφανές η απάντηση στο ερώτημα οδήγησε σε εντελώς διαφορετικές επιλογές το εργατικό κίνημα και το δίχασε συνολικά. Από τη δολοφονία της Λούξεμπουρκ και μετά που ένας ποταμός αίματος χωρίζει αυτές τις δύο επιλογές, ποτέ –μα ποτέ – μεταρρύθμιση και επανάσταση δεν συναντήθηκαν στην ιστορία.

Αυτό που φαίνεται να υπονοεί ο συντάκτης με τη φράση του «ρεφορμισμός και επανάσταση πρέπει να πηγαίνουν χέρι – χέρι, να επιδιώκονται ταυτόχρονα» είναι η διαλεκτική σχέση μεταξύ στρατηγικής και τακτικής. Από τη στιγμή που τα άτομα οργανώνονται συλλογικά, επιδιώκουν από κοινού στόχους και διατυπώνουν προτάγματα, η σχέση στρατηγικής και τακτικής είναι η βασική διαλεκτική συνθήκη πάνω στην οποία χαράσσεται η πολιτική τους. Και για να είμαστε σαφείς ένα πολιτικό ρεύμα, οργάνωση ή κίνημα συνολικής ανατροπής δεν μπορεί να έχει άλλο στρατηγικό στόχο πέρα από την κατάργηση του κράτους και του καπιταλισμού. Αυτός είναι ο ζωντανός φάρος κάθε επαναστατικής πολιτικής η οποία δρα καθημερινά με αυτό το στρατηγικό στόχο. Η καθημερινή της πρακτική, τα σχέδια και αιτήματα που προτάσσει, έχουν να κάνουν λοιπόν με το πώς αντιλαμβάνεται αυτή την πορεία . Με το πώς σχεδιάζει εγχειρήματα που δεν φαλκιδεύουν το τελικό της στόχο, με το πώς διατυπώνει καθημερινά σχέδια που δεν δίνουν το φιλί της ζωής στο υπάρχον. Η αντίληψη που θέλει την αμφισβήτηση της επαναστατικής δυνατότητας ως βασικό στοιχείο πολιτικής είναι όπως μας επισημαίνει ο Μπούκτσιν το βασικό χαρακτηριστικό της Life-style / φιλελεύθερης πολιτικής αντίληψης. Οι δράσεις μας αποκτούν νόημα όχι από τη Σισύφεια προσπάθεια μας ενάντια σε μια «ανίκητη» εξουσία ούτε από την σπουδή μας να βελτιώσουμε την καθημερινή μας ζωή και διασκέδαση, αλλά από την πίστη μας σε μια ρεαλιστική μετα-καπιταλιστική ευτοπία που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό και θα διαλύσει την οικονομία ως αυτόνομο πεδίο.

Η βασική ιδέα άλλωστε όσων μεταμοντέρνων κρατούν ακόμα ανοιχτές τις επαναστατικές προοπτικές έστω και στο επίπεδο στης απλής ρητορικής είναι η εξής: ότι υπάρχει στην πορεία του σύγχρονου καπιταλισμού, και παρά τη συνεχώς αυξανόμενη βιοπολιτική παντοδυναμία του, η εγγενής δυνατότητα απελευθερωτικών θεσμών στο σήμερα μέσω της τεχνολογικής ανάπτυξης αλλά και της συνεχώς αυξανόμενης πρόσβασης των άλλοτε προλετάριων στο επίπεδο της κυβερνητικής. Η ιδέα αυτή είναι ταυτόχρονα Μαρξιστική και αντι-μαρξιστική. Μαρξιστική στο βαθμό που αποδέχεται την θεμελιώδη οπτική του Μαρξ για μια γραμμική πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης προς την κοινωνική χειραφέτηση και ελευθερία – μια αντίληψη που εμμέσως καταργεί κάθε νόημα στην πάλη για κοινωνική απελευθέρωση αφού αυτή θα έρθει ούτως η άλλως[3]- ενώ ταυτόχρονα είναι αντι-μαρξιστική καθώς παρουσιάζει μια διαλεκτική ενσωμάτωσης αρνούμενη εμμέσως πλην σαφώς την επαναστατική δυνατότητα την οποία προσδιορίζει για ένα μακρινό και αδιευκρίνιστο μέλλον ή απλά τη διαλύει μέσα στη θολούρα ενός υποτιθέμενου συνεχούς επαναστατικού μετασχηματισμού. Η συστηματική συκοφάντηση κάθε προσπάθειας διατύπωσης ενός επαναστατικού σχεδίου ως προσπάθεια επιβολής ενός νέου ολοκληρωτισμού αποδεικνύει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τις βαθιές αστικές επιδράσεις μιας τέτοιας οπτικής[4].

Ο φιλελευθερισμός ως ελευθερία

Στο τεύχος 66 ο Δημήτρης Κωνσταντίνου προσπαθεί να σκιαγραφήσει το πρόγραμμα μιας «αντιεξουσιαστικής οικονομίας» στο πεδίο των τοπικών αυτοθεσμίσεων και των μικροοικονομικών δικτύων εναλλακτικών βιολογικών προϊόντων, στη συμμετοχική αυτοδιαχείριση και στα δίκτυα των παραγωγών μέσω των αυτοδιαχειριζόμενων χώρων. Με την παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ, μας λέει, πως μια τέτοια λύση είναι ικανή να μας βγάλει από το αδιέξοδο αλλά και να μας βοηθήσει να κάνουμε τα πρώτα βήματα στην αχαρτογράφητη περιοχή πέρα από τα δοτά σύνορα του καπιταλισμού.

Η πρόθεση για την διατύπωση ενός τέτοιου οράματος είναι μια πρόθεση κατανοητή. Και είναι κάτι παραπάνω από σαφές πως ο καθένας από εμάς που οραματίζεται να ζήσει σε μια άλλη κοινωνία μπορεί να σκιαγραφήσει ανάλογα με τις απόψεις και τα βιώματά του, το πώς φαντάζεται μια κοινωνία χωρίς καπιταλισμό. Αλλά και στο σήμερα η δημιουργία θεσμών που εμπεριέχουν το σπέρμα μιας άλλης κοινωνίας είναι πολύ σημαντική καθώς οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν ως παράδειγμα. Αυτό που όμως πρέπει να κατανοούμε , και το οποίο διαφαίνεται ότι παραβλέπει ο Δημήτρης Κωνσταντίνου, είναι πως οι θεσμοί που φτιάχνουμε μέσα στον καπιταλισμό για να είναι πραγματικά επαναστατικοί και να μην ενσωματώνονται πρέπει να έχουν δύο περιεχομενικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, πρέπει να είναι φύση και θέση ενάντια στον καπιταλισμό τον οποίο δεν πρέπει να αναπαράγουν στο εσωτερικό τους και, δεύτερον, να είναι δομικά ενταγμένοι στο κίνημα ανατροπής από το οποίο αντλούν κάθε νόημα ύπαρξης τους όπως άλλωστε και το κίνημα από αυτούς. Με άλλα λόγια η αυτοδιαχείριση με άμεση δημοκρατία δεν είναι εκ φύσεως αντικαπιταλιστική και επαναστατική, μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει, απονεκρωμένη από το ίδιο το ουσιαστικό περιεχόμενό της, ακόμα και επιλογή του καπιταλισμού.

Το περίεργο με την πρόταση για την «αντιεξουσιαστική οικονομία» είναι πως ο συντάκτης επιμένει στην αναγκαιότητα διατύπωσης ενός ρεαλιστικού προγράμματος στο σήμερα το όποιο θα είναι άμεσα εφαρμόσιμο μέσα στον καπιταλισμό. Εδώ η επιχειρηματολογία του έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Γράφει: «Στις κρίσιμες στιγμές η κοινωνία δεν έχει χρόνο να επεξεργαστεί νεόκοπες λύσεις• αντίθετα στρέφεται σε έτοιμες δομές που έχουν ήδη πραγματωθεί […] όταν δεν δίνουμε συγκεκριμένες απαντήσεις στα προβλήματα οι άνθρωποι βαριούνται.» Αδυνατούμε να κατανοήσουμε από πού ο συντάκτης αντλεί αυτή την πίστη καθώς η ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές πως σε κρίσιμες στιγμές οι κοινωνίες παίρνουν τη μοίρα τους στα χέρια τους. Η άποψη που διατυπώνει εδώ εμπεριέχει αυτούσια την παιδική ασθένεια των διανοουμένων …την πρωτοπορία. Για εμάς, οι άνθρωποι βαριούνται όταν δεν συμμετέχουν ισότιμα στους θεσμούς, όταν τα σχέδια και οι δομές δεν είναι δικές τους, όταν χτίζεται ένας νέος κόσμος για αυτούς χωρίς αυτούς.

Στη συνέχεια ο συντάκτης μας προειδοποιεί πως «η εισβολή του ΔΝΤ στην οικονομία θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της υπανάπτυκτης καλοπέρασής μας» ενώ παρακάτω επιτίθεται σε όσους υπερεπαναστάτες κάνουν ανέξοδη κριτική. Τέλος μας πληροφορεί πως η «η κοινωνία δεν τεμαχίζεται σε βάση και εποικοδόμημα αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η οικονομία μας τρέφει». Η επιλογή των λέξεων δεν είναι καθόλου τυχαία. Εκτός του ότι θεωρεί τη ελληνική κοινωνία υπανάπτυκτη, χρησιμοποιώντας μια αστική έννοια που ταυτίζει την ανωτερότητα μια κοινωνίας με το ρυθμό ανάπτυξης, με την επόμενη λέξη του μας πληροφορεί ότι …καλοπερνάμε! Εμείς, αντίθετα με τον γράφοντα, θεωρούμε πως η οικονομία τρέφει τις καπιταλιστικές μηχανές με την υπεραξία μας, τον ελεύθερο χρόνο μας, την ίδια μας τη ζωή, ενώ εμείς όλοι οι υπόλοιποι απλοί άνθρωποι τρεφόμαστε αποκλειστικά και μόνο από …τροφές!

Για την οικοδόμηση μια εναλλακτική πρότασης

Θέλοντας να συμβάλουμε και εμείς στη συζήτηση για εναλλακτικές προτάσεις μέσα στην κρίση θεωρούμε πως πρέπει σήμερα να διατυπώνονται προτάσεις που από τη μια να έχουν το χαρακτήρα της άμεσης πραγμάτωσης αλλά από την άλλη δεν θα αναιρούν το συνολικό όραμα της ανατροπής. Πρέπει να είναι άμεσες και να συσπειρώνουν κόσμο βάζοντας τον σε διαδικασία άμεσης δράσης.

Τέτοιες προτάσεις μπορούν να είναι η πρόταση για μαζική ανυπακοή και κοινωνική στάση πληρωμών σε όλα τα δημόσια αγαθά (όπως ρεύμα, νερό, αστικές συγκοινωνίες), η δημιουργία κινήσεων κοινωνικής αλληλεγγύης για εργαζομένους που απολύονται και η άμεση κινηματική δράση ενάντια στις επιχειρήσεις που τους απολύουν, η κατάληψη κοινωνικών υποδομών που προορίζονται για ιδιωτικοποίηση και το άμεσο άνοιγμά τους στην κοινωνία, η άρνηση πληρωμής χρεών των εργαζομένων με την οργάνωση κοινωνικών δικτύων, η κατάληψη διαρκείας του χρηματιστηρίου Αθηνών και η απαίτηση για επιστροφή των χρημάτων των εργαζομένων προς τα ασφαλιστικά ταμεία, η κοινωνικοποίηση χωρίς αποζημίωση μέσω της άμεσης κατάληψης όσων επιχειρήσεων κλείνουν, η δήμευση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσία και το ταυτόχρονο μπλοκάρισμα κάθε προσπάθειας ξεπουλήματος της δημόσιας γης, η δημιουργία δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης ανέργων, η άρνηση κάθε άμισθης εργασίας και η απαίτηση μισθού, η συμπόρευση με όσα σωματεία κινούνται προς την οριζόντια οργάνωση και παίρνουν ριζοσπαστικές αποφάσεις για την διάλυση της ΓΣΕΕ ως τριτοβάθμιο συντονιστικού οργάνου.


Σημειώσεις

[1] θα θέλαμε να διασαφηνίσουμε ότι κατά τη γνώμη μας ο όρος «αντιεξουσιαστική οικονομία» είναι αδόκιμος καθώς καμία οικονομία δεν μπορεί να είναι αντιεξουσιαστική και καμία αντιεξουσιαστική δεν μπορεί να είναι οικονομία. Ο λόγος είναι ότι ο όρος αντιεξουσιαστική σημαίνει την συνολική πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και σε κάθε μορφή διαχωρισμένης εξουσίας , ενώ ο όρος οικονομία αναφέρεται στον καπιταλιστικό τρόπο διαχείρισης της παραγωγής, των αγαθών ακόμα και της ζωής μας. Η αντιεξουσιαστική πολιτική είναι καθολικά ενάντια στον καπιταλισμό. Με άλλα λόγια η αντιεξουσιαστική πολιτική προτάσσει την κατάργηση της οικονομίας! Αντιεξουσιαστική Οικονομία λοιπόν δεν μπορεί να υπάρξει καθώς αποτελεί του ίδιου, τηρουμένων των αναλογιών, μεγέθους αντίφαση με την έννοια «εργατικό κράτος». Αυτό που θα προτείναμε λοιπόν είναι να επιλεγεί μετά τις όποιες επεξεργασίες ένας όρος περισσότερο δόκιμος για να περιγράψει το σχέδιο που θα καταθέσει η ομάδα που έχει συγκροτηθεί.

[2] Φυσικά η πραγματική φύση της λέξης ρεφορμισμός ίσως να μην έχει αξία καθώς όπως μας επισήμανε σωστά ο Luther Blissett στη Βαβυλωνία στην Ελλάδα ρεφορμιστής είναι αυτός που πρόλαβε να τον κατονομάσει πρώτα ο άλλος ως τέτοιο! Ο Blisset δεν έχει καθόλου άδικο για την ελληνική πραγματικότητα μόνο που αυτό συμβαίνει κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί ο όρος ρεφορμισμός έχει μόνο αρνητική σημασία πράγμα που δεν συμβαίνει σε άλλες χώρες και έτσι όλοι θέλουν να καμώνονται ότι δεν είναι ρεφορμιστές. Και δεύτερον η ύπαρξη του ΚΚΕ με την μορφή που πήρε μετά τις αρχές του '90 και την αμφίπλευρη διάσπασή του, η εμμονή του να στέκει στο κέντρο αυτού του πολιτικού δίπολου έχοντας ως στρατηγικό στόχο το σοσιαλισμό αλλά στην πράξη ακολουθώντας εθνικιστική σοσιαλδημοκρατική πολιτική, έχει οδηγήσει την αριστερά στο σύνολό της στην δημιουργία συμμαχικών σχημάτων και κομμάτων - χυλών όπου δε μπορούν να διατυπώσουν με σαφήνεια ούτε ένα πρόγραμμα συνολικής ανατροπής (επαναστατικό) αλλά ούτε και ένα πρόγραμμα μεταρρυθμιστικό. Αυτή η ασάφεια όμως δεν μπορεί να επιτείνεται σε καμιά περίπτωση από εμάς.

[3] Ο Μαρξ υιοθετεί την Χεγκελιανή οπτική για την πραγμάτωση των σκοπών του πνεύματος ανεξάρτητα από τη θέληση και τις πράξεις των ανθρώπων.

[4] Εδώ εντοπίζουμε και μια προβληματική στην ίδια την κριτική της αποιδεολογικοποίησης έτσι όπως αυτή εξελίχθηκε ως διάλογος τα τελευταία χρόνια. Αντί αυτή να αποτελεί τη συστηματική κριτική κάθε κυρίαρχης ιδεολογίας καθώς και κάθε παραδοσιακής επαναστατικής υπόσχεσης που έγινε κρατική πολιτική και καθεστώς, η ιδέα αυτή εν πολλοίς διαστρεβλώθηκε με την υιοθέτηση μια ρητορικής απαξίωσης κάθε επαναστατικής υπόθεσης ως δυνητικού ολοκληρωτισμού. Μια αντίληψη πρόδηλα ξένη προς κάθε αντιεξουσιαστική και απελευθερωτική προοπτική. Ας μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος που μίλησε για κριτική στην ιδεολογία ήταν ο ίδιος ο Μαρξ ορίζοντάς την ως ψευδή συνείδηση και ότι ακόμα τα μαζικά αναρχικά κινήματα του παρελθόντος είχαν έντονα αντι-ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Πρέπει λοιπόν να ξεφύγουμε από την μεταμοντέρνα ρητορική που ορίζει την κάθε μεγάλη αφήγηση ως φορέας ολοκληρωτισμού, αντίληψη που εν ολίγοις όσο κι αν φαίνεται παράδοξο είναι άκρατα ιδεολογική.

Αίσθηση

Στο τέλος της μέρας
ένα κύμα – σχεδόν ανεπαίσθητο –
χαϊδεύει το βλέμμα μου.
Η προέλευση άγνωστη.

Περνούν μερικά λεπτά
και μια μυρωδιά καμένης άνοιξης
φτάνει στα ρουθούνια μου.

Ο εγκέφαλός μου νιώθει
τις πρώτες οδύνες του τοκετού.

Μια μορφή για λόγο σχηματοποιείται
μα αμέσως χάνεται
σα σύννεφο.

Στο τέλος της μέρας
αυτή η αίσθηση
με κρατάει ακόμα ξύπνιο.

Κάτι σαν να ψάχνω στη μέρα που έρχεται.
Κάτι σαν να άφησε στις νωπές πατημασιές της
η μέρα που φεύγει.

προοίμιο ενός επικείμενου πολιτικού θανάτου

Η ανησυχία που έχει ζώσει την κυρίαρχη τάξη, μην τυχόν και σκοντάψει η επιχειρούμενη καπιταλιστική ανασυγκρότηση που επιχειρείται με αφορμή το «δημοσιονομικό πρόβλημα» της χώρας, με την αγαστή συνεργασία τρόικας-κυβέρνησης, είναι ολοφάνερη στην εργώδη προσπάθεια που καταβάλουν τα μμε προκειμένου να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ευρείας κοινωνικής συναίνεσης στις ωμές πολιτικές επιλογές των κυβερνώντων. Να παρουσιάσουν την υποταγή μας στους όρους του μνημονίου ως επώδυνο άχθος μεν, πατριωτικό καθήκον να το κουβαλήσουμε αδιαμαρτύρητα στις πλάτες μας δε. Και τον πρωθυπουργό, ως πανταχόθεν βαλλόμενο πραγματιστή «επαναστάτη» ο οποίος συγκρούεται με τους «κερδοσκόπους», τα «συμφέροντα», τη «διαφθορά» και το «κατεστημένο», για να σωθεί η οικονομία της χώρας, και ταυτόχρονα, για να μπει επί τέλους μια τάξη στο χάος και στην ανομία που επικρατούν. Μόνο έτσι θα μπορέσουν ν’ απελευθερωθούν επιτέλους οι «υγιείς δυνάμεις» της κοινωνίας, που ως τώρα παραμένουν αιχμάλωτες στον «φαύλο κύκλο» της διαφθοράς και της αναποτελεσματικότητας, η θετική, δημιουργική πνοή των οποίων θα αναστήσει τη χώρα και θα μας οδηγήσει στο ξέφωτο της ευημερίας. Αμήν!

Κανάλια, εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες και ραδιόφωνα έχουν βαλθεί λίγο πολύ να μας πείσουν πως πρέπει να εκλαμβάνουμε το σκλάβωμά μας στις επιταγές των «δανειστών» και την επίθεση στα δικαιώματα και στη ζωή μας σαν τη θεόσταλτη ευκαιρία για να σωθούμε κάποτε από την κακοδαιμονία που μαστίζει την κοινωνία και το κράτος «μας», από τις «στρεβλώσεις» δηλαδή, τους «αναχρονισμούς» και τις «καθυστερήσεις». Και να μπορέσουμε να ξεπληρώσουμε φυσικά και το απεχθές δημόσιο χρέος... Ναι, πράγματι, όπως λένε, «η Ελλάδα μπορεί» να ξεκινήσει έναν νέο, «ενάρετο κύκλο» ευημερίας, αρκεί να βάλουμε «όλοι μαζί» ένα χεράκι! Προφανώς, όσοι πιστεύουν πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για «να τα καταφέρουμε», μάλλον δεν ξέρουν εκείνο το παλιό ανέκδοτο με τον γάιδαρο του Χότζα: πάνω που ο Χότζας είχε μάθει τον γάιδαρό του να μην τρώει, εκείνος ο μπαγάσας πήγε και ψόφησε!

Έτσι είναι. Αντί να μιλούν για τη διαρθρωτική βία που γίνεται όλο και πιο βάρβαρη και ανορθολογική, με την έννοια ότι αγνοεί τη ζωή και τους ανθρώπους προκειμένου να εξασφαλίσει τις κατάλληλες συνθήκες αναπαραγωγής και επέκτασης του κεφαλαίου, αυτό που τους κόφτει πάνω απ’ όλα είναι το πώς θα αποτρέψουν το ανεξέλεγκτο, αιφνίδιο ξέσπασμα της υποκειμενικής βίας, πώς θα αποφύγουν την πιθανή μετατόπιση του «σημείου διαρραφής» των σημαινόντων, του σημείου «νοηματοδότησης», το οποίο μπορεί να μετατοπιστεί επικίνδυνα, και να λειτουργήσει ως «passage à l' acte», μια αποφασιστική χειρονομία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ικανή να αλλάξει ριζικά τα πάντα. Αναθεματίζουν γι’ αυτόν το λόγο κάθε δυναμική αντίσταση, είτε πρόκειται για τις «παράνομες και καταχρηστικές» απεργίες που «κρατάνε όμηρο ολόκληρη την κοινωνία» είτε για το αντάρτικο πόλης, το οποίο ταυτίζουν με το «κοινό ποινικό έγκλημα» ή παραδίδουν την ερμηνεία του στη δικαιοδοσία της ψυχανάλυσης, ως την καθ’ ύλην αρμόδια να ασχοληθεί με τις ψυχώσεις.

Πέρα από τον εν προκειμένω ασήμαντο σχετικά παράγοντα της ιδεολογίας –η οποία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση όμως να υποτιμάται ως πιθανό κίνητρο των λογής μεσαζόντων που αναλαμβάνουν τη βρομοδουλειά της προπαγάνδας–, συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που ελέγχουν την πλειονότητα των μμε, και τα οποία έχουν αποδείξει ότι σε αντίθεση με την εργατική τάξη διαθέτουν οξυμμένο ταξικό ένστικτο, έχουν κάθε λόγο να υποστηρίζουν τη βίαιη αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και την περιστολή των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με στόχο την κατίσχυση επί των δυνάμεων του ταξικού εχθρού και τον αφοπλισμό του από όποια μέσα διεκδίκησης και αντίστασης διαθέτει. Όπως επίσης έχουν κάθε λόγο να στηρίζουν την αποδιάρθρωση του (εκ συστάσεως καχεκτικού, διεφθαρμένου και ανεπαρκούς) κράτους πρόνοιας, διότι έτσι θα δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες κερδοφόρων επενδύσεων σε τομείς που μέχρι χθες αποτελούσαν (έστω και εν μέρει) δωρεάν ή χαμηλού κόστους κοινωνικές παροχές, όπως η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια, η υδροδότηση, οι δημόσιες μεταφορές, οι συγκοινωνίες. Ταυτοχρόνως, προσβλέπουν στον μέγιστο περιορισμό της συμμετοχής του κεφαλαίου στο κόστος συντήρησης και αναπαραγωγής της απαιτούμενης για την κερδοφορία του εργατικής δύναμης. Όσοι περισσεύουν, καθώς δεν χωράνε στα όχι και τόσο πρωτότυπα «εκσυγχρονιστικά» σχέδια, ντόπιοι ή μετανάστες, ας ριχτούν στον Καιάδα της απόλυτης φτώχιας ή, αν είναι πιο τυχεροί, ας ζήσουν στο όριο, ελαστικά απασχολούμενοι δια βίου, με πενιχρό εισόδημα και προδιαγεγραμμένο μέλλον. Ας είμαστε πραγματιστές. Στο κάτω-κάτω υπάρχει και η αρωγή της Εκκλησίας για να συνδράμει τους πιο άτυχους...

Όλα αυτά παρουσιάζονται με περίσσιο θράσος και επιμονή ως η μοναδική θεραπεία για το πάσχον από χρόνια βαριά ασθένεια κοινωνικό σώμα. Δηλαδή της μίας και ομ(οι)ογενούς ελληνικής κοινωνίας, που δεν γνωρίζει κανέναν ταξικό διαχωρισμό, ούτε βλέπει την αξεπέραστη αντίφαση μεταξύ ενός αφηρημένου γενικού συμφέροντος («Να σώσουμε την πατρίδα») και των επί μέρους συγκεκριμένων συμφερόντων που επωφελούνται σκανδαλωδώς ενώ σε όλους τους υπόλοιπους επιβάλλεται να πληρώσουν τα σπασμένα. Ο εκβιαστικός τρόπος με τον οποίον το κράτος περιέκοψε το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων συνταξιούχων και εργαζομένων του δημόσιου τομέα, συμψηφίζεται με το «ανελέητο κυνήγι της φοροδιαφυγής» των εχόντων. Πολλοί πληρώνουν με το ζόρι και ήδη βρίσκονται σε απόσταση ενός μόλις βήματος από την ένδεια, άλλοι «καλούνται να πληρώσουν», μειώνοντας τα κέρδη τους ή τις πολυτελείς δαπάνες τους. 

Όλοι μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι, για να επιβεβαιωθεί περίτρανα η πολυδιαφημισμένη ισότητα. Στηρίζοντας, λοιπόν, την «επανάσταση του αυτονόητου», τον πρωτηγέτη της ΓΑΠ και το επιτελείο των πεφωτισμένων εκσυγχρονιστών που περήφανα τον περιστοιχίζουν, οι έλληνες καπιταλιστές στηρίζουν στην ουσία τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα της τάξης τους. Διασφαλίζουν την ομαλή συνέχεια της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της, με τις ευλογίες του κράτους και υπό την προστασία του Νόμου. Μέσα από την «κρίση» βλέπουν μια μοναδική ευκαιρία να βγουν πιο ισχυροί, αδιαφιλονίκητοι αποκλειστικοί νομείς της εξουσίας και του πλούτου.

Στηρίζουν έτσι ανεπιφύλακτα την αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα προς ένα μοντέλο πειθαρχικού κράτους, ευέλικτου, σύγχρονου και λειτουργικού, ελάχιστα παρεμβατικού στην αγορά και την κίνηση του κεφαλαίου, αλλά πολύ πιο δραστήριου στην περίφραξη, στην καταστολή και στον κοινωνικό έλεγχο με σύγχρονα βιοπολιτικά μέσα. Αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν αναγκαίο «εκσυγχρονισμό» ή/και «εξορθολογισμό» της οικονομίας και του κράτους, σημαίνει τη δική τους απαλλαγή από τα εμπόδια που θέτουν φραγμούς και προσκόμματα στην αέναη επέκταση των κερδών και της δύναμής τους. Απαλλαγή κυρίως από τις «αναχρονιστικές», «ανορθολογικές» δυνάμεις της κοινωνίας που αντιστέκονται, είτε προασπίζοντας το ιδιοτελές συμφέρον τους (το κινούν αίτιο κάθε ανθρώπινου πράττειν σύμφωνα με την ατομικιστική φιλελεύθερη αντίληψη για τη δημοκρατία), είτε επιδιώκοντας τη συνολικότερη ρήξη και το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, του κράτους και της ταξικής κοινωνίας.

Εξίσου όμως καλά φαίνεται να βολεύει την κυρίαρχη τάξη και η επ’ αόριστον παράταση αυτής της «κρίσης». Αν δεν είχε ξεσπάσει όπως όλοι ανέμεναν, θα έπρεπε ίσως να την επινοήσουν οι ίδιοι οι καπιταλιστές, αφού οι συνθήκες που διαμορφώνονται εν μέσω κρίσης, εκτός του ότι ξεκαθαρίζουν το τοπίο του ανταγωνισμού από το λιγότερο αποδοτικό κεφάλαιο μέσω της «δημιουργικής καταστροφής», αναδιανέμοντας την πίτα σε όλο και λιγότερα κομμάτια, σπέρνουν τον πανικό σε ολόκληρη την κοινωνία και νομιμοποιούν την επιβολή «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης». Προσφέρουν έτσι το τέλειο εργαλείο κοινωνικής πειθάρχησης. Στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κάθε αυθαιρεσία της εξουσίας παίρνει τον χαρακτήρα «αναγκαίου μέτρου», ενώ αυτή η ίδια μπορεί να αθετεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το «συμβόλαιο με τον λαό» επισείοντας τον «άμεσο κίνδυνο» που απειλεί τη χώρα. Είναι μόνο υπό ανάλογες συνθήκες εφικτό να προωθηθούν «κατεπείγουσες δραστικές λύσεις», οδυνηρές μεν για την πλειονότητα του λαού, αναγκαίες δε για τη «σωτηρία» του.

Οι αληθινοί στόχοι της «επανάστασης» της κυβέρνησης του Πα.Σο.Κ. είναι πλέον τόσο ξεδιάντροπα προφανείς, που αντί να πετυχαίνει το στόχο της η προπαγάνδα που έχουν εξαπολύσει τα «ανεξάρτητα» μμε, εποστρακίζεται στην ανώμαλη επιφάνεια της πραγματικότητας, που όλοι βιώνουμε καθημερινά στο πετσί μας, και αστοχεί τελείως. Απ’ ό,τι φαίνεται, εκτός από τους ιδεολογικά καθηλωμένους και τους κυνικούς, έχουν απομείνει ελάχιστοι εύπιστοι και κάποιοι μάλλον αφελείς ανάμεσα στο ανηλεώς βομβαρδιζόμενο κοινό, που παραμένουν ακόμα πρόθυμοι να χάψουν αμάσητο το παραμύθι με τον κακό δράκο και το καλό πριγκιπόπουλο. Και ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που έχουν τη διάθεση να γελάσουν με τα ανέκδοτα περί πράσινης ανάπτυξης και πράσινων αλόγων. Αποδεικνύεται με δραματικό μάλλον τρόπο πως, φευ, οι ψευδαισθήσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την αμείλικτη πραγματικότητα, που για τους περισσότερους επιδεινώνεται –και όχι μόνο στον οικονομικό τομέα– μέρα με τη μέρα. Αν το θέλετε, ο «πραγματισμός» έχει κι αυτός δύο όψεις.

Στο βαθύ ρήγμα που έχει ανεπανόρθωτα υποστεί η εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα των σχετικά προβλέψιμων μέχρι χθες ψηφοφόρων –κυρίως των μικρομεσαίων στρωμάτων που στήριζαν με τους ψήφους τους τα δύο μεγάλα κόμματα που λυμαίνονται εδώ και τέσσερις σχεδόν δεκαετίες την εξουσία–, καταβαραθρώνονται συλλήβδην τόσο τα φιλόδοξα σχέδια της αναδιάρθρωσης όσο και οι πολιτικοί σχεδιασμοί μικρών και μεγάλων κομμάτων, αλλά και οι ψευδαισθήσεις των διάφορων φιλόδοξων ηγετίσκων και των τηλευαγγελιστών της «σωτηρίας της πατρίδας». Ούτε το Πα.Σο.Κ. ούτε κανένας άλλος κομματικός σχηματισμός είναι πλέον ικανοί να πείσουν τους οργισμένους ψηφοφόρους που αισθάνονται εξαπατημένοι, και είναι φυσικά απρόθυμοι να ανεχθούν την χωρίς προηγούμενο εξώθησή τους στην ένδεια, αφού πρώτα πρέπει να κάτσουν να τους ληστέψουν μ’ ένα χαμόγελο που συγκαλύπτει το φόβο της επαπειλούμενης βίας. Οι ματαιωμένες προσδοκίες, ωστόσο, μπορεί να αποδειχτούν εν τέλει πιο επικίνδυνες για την εξουσία απ' ότι το διάχυτο αίσθημα κατάφορης αδικίας.

Το κουτί της Πανδώρας είναι πια ορθάνοιχτο, και είναι απλώς ζήτημα χρόνου προτού τα φαντάσματα, που τόσο καιρό παρέμεναν καλά σφραγισμένα, ξεχυθούν ορμητικά και ανεξέλεγκτα προς κάθε κατεύθυνση. Συναίνεση υπ’ αυτούς τους όρους δεν πρόκειται να υπάρξει, και τούτο είναι κάτι που η κυρίαρχη τάξη και τα κάθε λογής ανδράποδά της το γνωρίζουν πάρα πολύ καλά.
Μπορεί οι εξελίξεις ν’ ακολουθούν προς το παρόν τους ρυθμούς της αυγουστιάτικης ραστώνης και τα «μπάνια του λαού» να αποφορτίζουν πρόσκαιρα την επικίνδυνα ηλεκτρισμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οσονούπω ωστόσο μπαίνει ο Σεπτέμβρης, και η κυβέρνηση, αμέσως μόλις τελειώσει η περίοδος της ιδιότυπης αυτής μονομερούς εκεχειρίας, θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλά δυσεπίλυτα προβλήματα και με πολύ λίγες ελπίδες να μπορέσει να τα διαχειριστεί, πόσω δε να καταφέρει να τα επιλύσει.

Ενόσω λείπει όμως η γάτα, τα ποντίκια δεν σταματούν να χορεύουν. Η τρόικα, με την τετριμμένη, ωστόσο ακόμα αποτελεσματική, τακτική του καρότου και του μαστίγιου, παρεμβαίνει πλέον ευθέως και απροκάλυπτα στη διακυβέρνηση της χώρας. Αφού παίνεψε πρώτα την «κυβερνητική βούληση» για την απαρέγκλιτη τήρηση των όρων του μνημονίου και επιβεβαίωσε ότι «η Ελλάδα βρίσκεται στον σωστό δρόμο», εγκρίνοντας τη δεύτερη δόση του δανείου, την αμέσως επόμενη στιγμή, με τα «αλλά» και τις υποδείξεις που αντιστάθμισαν με το παραπάνω τους επαίνους (πληθωρισμός, υστέρηση δημόσιων εσόδων, απελευθέρωση κλειστών επαγγελμάτων, περεταίρω περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για την υγεία και την παιδεία, εξυγίανση των ΔΕΚΟ και απολύσεις προσωπικού, αναδιάρθρωση των αστικών συγκοινωνιών, απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας με την πώληση του 40% τουλάχιστον της ΔΕΗ κ.λπ.), έθεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, το μη διαπραγματεύσιμο, αυστηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί και να λάβει τις αποφάσεις της η κυβέρνηση, υπονοώντας ευθαρσώς ότι θα πρέπει να ακολουθήσει πιο «σκληρή γραμμή» απέναντι στην οργανωμένη και την αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση προκειμένου να επισπεύσει τις αναγκαίες δομικές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν, όπως λένε, στην ανάκαμψη της οικονομίας.

Προετοιμάζει έτσι η τρόικα το έδαφος και δίνει το αναγκαίο άλλοθι στην κυβέρνηση για ένα νέο «πακέτο μέτρων», που κάποια στιγμή, πολύ σύντομα, θα πρέπει «κατ' ανάγκη» να ληφθούν. Από την άλλη, έχει καταστεί πλέον κοινή πεποίθηση ότι τα ίδια τα αποτελέσματα της μέχρι τώρα εφαρμογής των μέτρων του Προγράμματος Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας υποσκάπτουν τους μελλοντικούς στόχους της δημοσιονομικής πολιτικής που θέτουν οι ιθύνοντες, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο κύκλωμα ανάδρασης, όπου τα ολοένα και πιο σκληρά μέτρα οδηγούν σε ολοένα και βαθύτερη ύφεση και οικονομική στασιμότητα, που εκτός την κοινωνική διάλυση θα επιφέρει τη διόγκωση του εξωτερικού χρέους, τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε απόλυτο μέγεθος. Ο «φαύλος κύκλος» από τον οποίο προσπαθούμε να ξεφύγουμε είναι ένας εξίσου φαύλος κύκλος. Και η διαφυγή από αυτόν δεν είναι εφικτή υπό τις παρούσες συνθήκες και προϋποθέσεις, με τις ίδιες τις πολιτικές που δημιουργούν το πρόβλημα να παρουσιάζονται ως η μόνη ρεαλιστική, εφικτή λύση (μείωση του κόστους παραγωγής και των δημόσιων δαπανών, για να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα, που θα προσελκύσει επενδύσεις – και ύστερα θα έρθει η ανάπτυξη...).

Το ασφυκτικά στενό περιθώριο ελιγμών που εκ των πραγμάτων έχει η κυβέρνηση-«όμηρος» των πιστωτών της χώρας και του μνημονίου που οικειοθελώς συνυπέγραψε με τους εκπροσώπους τους, αλλά και η πολιτική βούλησή της να αναδιαρθρώσει με βίαιο τρόπο την οικονομία προς όφελος του κεφαλαίου, στο πλαίσιο της γενικότερης καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, θα τη φέρουν αναπόφευκτα σε πολύ πιο δεινή θέση. Θα αποτύχει έτσι η προσπάθειά της να αποφύγει την καταβύθιση στη δίνη της πλήρους ανυποληψίας, και τα όσα είδαμε μέχρι σήμερα, στην έως τώρα θητεία της, πιθανώς να είναι απλώς το προοίμιο ενός επικείμενου πολιτικού θανάτου. Του οριστικού τέλους, δηλαδή, της εξ αρχής εύθραυστης μεταπολιτευτικής κοινωνικής συναίνεσης και των ιδιαίτερων συνθηκών που τη συντηρούσαν κουτσά-στραβά επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες.

παράλογο και δημιουργία

Ένας άνθρωπος χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο θέλοντας να ρίξει τον τοίχο. Η αντίθεση που υπάρχει σ΄ αυτόν τον συλλογισμό ορίζει απλά την έννοια του παραλόγου. Ούτε ο άνθρωπος ούτε ο τοίχος είναι παράλογος, παράλογη είναι η αντιπαράθεσή τους. Ουσιαστικά το παράλογο είναι μία διάσταση που δημιουργεί σε μας ένα συναίσθημα. Το εν λόγω συναίσθημα εμφανίζεται σε στιγμές υψηλής συνειδητοποίησης ή ακόμα τις προκαλεί αν προϋπάρχει και γι’ αυτό η κατανόηση του έχει μεγάλη σημασία.

Όταν λοιπόν νιώθουμε πως ο κόσμος είναι αντιθετικός και ακατανόητος, ανοίκειος και ξένος σε μας, όταν συνειδητοποιούμε πως είμαστε εξορισμένοι από μια βαθύτερη πατρίδα, ανολοκλήρωτοι, τεμαχισμένοι μέσα σε ανθρώπινες σχέσεις και χρονομετρημένες υποχρεώσεις, αποστασιοποιημένοι από την ίδια μας τη ζωή, τότε νιώθουμε το παράλογο.

Είναι όμως πολύ δύσκολο να μείνουμε ειλικρινά σε αυτό το συναίσθημα, να σκεφτόμαστε δηλαδή, χωρίς ελπίδα μέχρι το τέλος, σχεδόν αδύνατο. Η φύση μας βασανίζεται και θέλει να διαφύγει από αυτή την πνευματική διαδικασία. Έτσι είτε καλλιεργεί την ελπίδα, που είναι η συνηθισμένη θνητή επιλογή, είτε επιλέγει την αυτοκτονία. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις σκοτώνουμε το πνεύμα και άρα το παράλογο, που ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης πνευματικής διαδικασίας, θα ζήσει μόνο αν συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς να ελπίζουμε.

Μια ύπαρξη που καταφέρνει να ζει χωρίς να ελπίζει -πράγμα παράλογο- είναι μια παράλογη ύπαρξη. Χαρακτηριστικό της είναι πως ζει διαρκώς αρνούμενη χωρίς να είναι απελπισμένη, μένει συνειδητά ανικανοποίητη χωρίς να εγκαταλείπει ή να συναινεί, θέλει να κάνει μονάχα εκείνο που καταλαβαίνει απόλυτα και νιώθει απάνθρωπα αθώα ακόμα και όταν οι άλλοι την θεωρούν αμαρτωλή.

Μία είναι η θέση που μπορεί να πάρει μια τέτοια ύπαρξη και δεν είναι άλλη από την συνεχή επανάσταση. Η επανάσταση είναι το αποτέλεσμα μιας αναπόφευκτης ειλικρίνειας. Είναι η έκφραση της συνείδησης και αποτελεί την αρχή της παράλογης ελευθερίας. Ο παράλογος άνθρωπος εξαντλεί τα πάντα και εξαντλείται γιατί ξέρει πως μ’ αυτήν την καθημερινή επανάσταση εκφράζει την βεβαιότητα ενός πεπρωμένου που τον συντρίβει χωρίς να υποτάσσεται σ’ αυτό.

Η παράλογη ελευθερία ζητάει ο άνθρωπος να μπορεί να επιλέγει χωρίς τύψεις.  Αρνείται την τρέλα και το θάνατο γιατί εκεί ανθρώπινη επιλογή δεν υπάρχει. Από κει και πέρα καμία ηθική δεν υπαγορεύει τις επιλογές του ανθρώπου. Οι ηθική νομιμοποιεί ή όχι μια πράξη ανάλογα με τις συνέπειές της ενώ ένα παράλογο πνεύμα υποστηρίζει μονάχα πως αυτές οι συνέπειες πρέπει να εξετάζονται με απάθεια. Είναι πρόθυμο να πληρώσει καθώς δέχεται πως σε μια πράξη υπάρχουν υπεύθυνοι αλλά δεν νιώθει τύψεις γιατί δεν πιστεύει πως υπάρχουν ένοχοι.

Υπάρχουν περσόνες όπως αυτές του εραστή, του ηθοποιού, του κατακτητή που είναι από τη φύση τους πιο κοντά στο παράλογο. Ο Δον Ζουάν ξέρει πως δεν υπάρχει πραγματική αγάπη εκτός από εκείνη που είναι παροδική. Δεν ελπίζει αλλά συγχρόνως δεν εγκαταλείπει. Αλλά και ο ηθοποιός θα λέγαμε πως από την δική του σκοπιά δεν ελπίζει. Δεν τον ενδιαφέρει αυτό που θα μπορούσε να είναι σαν άνθρωπος αλλά το να διεισδύσει σε όλες αυτές τις πιθανές ζωές. Για τον κατακτητή δεν υπάρχει τελειωτική νίκη όμως αυτός συνεχίζει τις μάχες.

Οι παραπάνω τύποι με την ύπαρξης τους και μόνο αποδεικνύουν το αδιέξοδο, τα παράλογα τείχη της ύπαρξης. Τάσσονται όμως πάραυτα υπέρ της ζωής και της δράσης και  έτσι συμμαχούν με το χρόνο. Είναι περσόνες που έλκουν μια ύπαρξη γοητευμένη με το παράλογο να τις ακολουθήσει. Καθένας είναι μια ύπαρξη παράλογη «φτάνει να ξέρει να μην κρύβει τίποτα», λέει χαρακτηριστικά ο Καμύ, επαναφέροντας μας στην πηγή του παραλόγου που είναι μια διαδικασία συνειδητοποίησης του κόσμου και ως τέτοια δεν μπορεί να υπάρξει μακριά από την απόλυτη ειλικρίνεια.

Αυτή η απόλυτη ειλικρίνεια οδηγεί στην δημιουργία. Άλλωστε, η πιο παράλογη από όλες τις περσόνες είναι αυτή του δημιουργού. Η δημιουργία αποτελεί ένα πεδίο μίμησης της ζωής και άρα αφορά ένα πεδίο αρχικής παρατήρησής της.Το παράλογο έργο τέχνης ως προϊόν αυτής της παρατήρησης ενδιαφέρεται μόνο για την περιγραφή και όχι για την αιτιολόγηση, δεν προσπαθεί να εξηγήσει το παράλογο ούτε να θρέψει την αυταπάτη. «Έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε από την αλήθεια», λέει χαρακτηριστικά ο Νίτσε. Το ζητούμενο όμως για τον παράλογο δημιουργό δεν είναι το έργο τέχνης αλλά η καθαρή σκέψη που θα του δείξει το δρόμο για το πως να ζει. Το έργο βοηθάει απλά τη σκέψη να μη χάνεται, θα μπορούσε να μην υπάρχει. Από την στιγμή όμως που υπάρχει ο παράλογος δημιουργός έχει αξιώσεις από το δημιούργιμά του. Αξιώσεις που στηρίζονται σε μια βαθιά αιρετική πίστη που ζει έχοντας συνείδηση της απουσίας ελπίδας.

Το παράλογο έργο όσο και ο παράλογος δημιουργός, η ίδια η παράλογη ύπαρξη  τελικά χαρακτηρίζονται από έλλειψη ελπίδας, επαναστατικότητα, ειλικρίνεια, παρατηρητικότητα, λογική, πίστη στην αθωότητα, ανάγκη για σαφήνεια και πολλαπλότητα, αλλά και οτιδήποτε άλλο αυτή η συνειδητή τους απελπισία τους επιφυλλάσει... 

Ταξίδι

Ψάξε στον κόσμο τον ιδεών για ελπίδα
στη φυλακή του πάθους για χρυσάφι
σε ξεχασμένους υπονόμους για τον έρωτα
κι άσε το σώμα σου εδώ για να καεί

Πάλεψε με κάθε άνεμο
Δώσε ζωή στην πέτρα
Πολέμησε την άνοιξη

κι έλα πάλι εδώ για καύσιμα

Κάτσε λίγο
Χαιρέτησε τη Στέλλα
Κάνε ένα τσιγάρο και φύγε

Εγώ θα περιμένω

Υπό… Κριτική τέχνη : η διεκδίκηση της ελευθερίας

Για το Γάλλο θεωρητικό Ζαν Ντιβίνιο «στο πρόσωπο του ηθοποιού συνοψίζονται οι δυνατότητες της κάθε εποχής και της κάθε κοινωνίας για ελευθερία». Αυτή η θέση έχει βάση αν σκεφτούμε όχι τους φυλακισμένους στη ματαιοδοξία ηθοποιούς άλλα τα προτάγματα της ίδιας της υποκριτικής θεωρίας. Μερικά από αυτά, όπως η απελευθέρωση του ασυνείδητου, η αναβίωση της μνήμης, η χωρίς ενοχή αποκάλυψη του εαυτού, η δημιουργία μιας ενιαίας εσωτερικής ταυτότητας και η αναζήτηση του πραγματικού χρόνου της αναπνοής και της ύπαρξης, συγκρούονται με το πρότυπο του τεμαχισμένου ανθρώπου σε αντιφατικές υποχρεώσεις και κοινωνικούς ρόλους, που προωθούν οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες για να αυξήσουν την παραγωγικότητα. Ειδομένη από αυτή τη σκοπιά η υποκριτική θεωρία μπορεί να θεωρηθεί επαναστατική καθώς στοχεύει στη δημιουργία ενός ατόμου απελευθερωμένου από τους κοινωνικούς καταναγκασμούς.

Στους μετα-μαρξιστές, και ιδίως στο Φουκώ, τονίζεται το ζήτημα της καταστολής της ατομικής ελευθερίας από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του «ενός» και «μοναδικού» λόγου, ο χειρισμός της «μιας» ορθής σεξουαλικότητας από την εκάστοτε εξουσία και η παράλογη έννοια της τιμωρίας φτιάχνουν ένα αντιδραστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η απελευθέρωση του ασυνειδήτου που προβάλλει ο ηθοποιός θυμίζει τρομοκρατική ενέργεια.

Ποιες είναι όμως οι πιθανότητες παρέμβασης της ελευθερίας που υπερασπίζεται ο ηθοποιός στον ιστό της καθημερινής ζωής της κοινωνίας; Αναθεωρητές και θεμελιωτές της σύγχρονης υποκριτικής θεωρίας, με σημαντικότερο τον Γέρζυ Γκροτόφσκι, έφτασαν να αρνηθούν το κοινό και να ενδιαφερθούν μόνο για την ατομική απελευθέρωση του ηθοποιού κατά την διαδικασία των προβών. Οι πρόβες γίνονται χωρίς να φτάνουν ποτέ σε κάποιο σκηνικό αποτέλεσμα. Αυτή η στάση μπορεί να διασφαλίζει τον ποιοτικά ανατρεπτικό πυρήνα της υποκριτικής τέχνης και να τον προφυλάσσει από τις αντιδραστικές απλοποιήσεις που γίνονται από τους μηχανισμούς ελέγχου της μαζικής κουλτούρας για χάριν –δήθεν- της εμπορικότητας, όμως δεν παύει να τοποθετεί την πραγματική τέχνη εκτός της κοινωνίας. Το πρότυπο μιας πιο απελευθερωμένης κοινωνίας μένει κλειδωμένο στο ντουλάπι κάποιων εσωστρεφών καλλιτεχνών και η συμβολή της υποκριτικής τέχνης στη συλλογική επαναστατική συνείδηση είναι δυστυχώς μηδαμινή.

Αντιστροφή Προοπτικής

Φαίνεται ότι συνηθίσαμε πια στην αντιστροφή της προσομοίωσης, στη θεαματική ψευδαίσθηση και έτσι κάθε τι ζωντανό μοιάζει με εικονική πραγματικότητα. Ο Στοκχάουζεν χαρακτήρισε την 11η Σεπτεμβρίου το ύστατο έργο τέχνης. Ήταν η απαίτηση για μια τέτοιου είδους κλιμάκωση ώστε το συμβάν να μην έμοιαζε με χολιγουντιανή παραγωγή.

Το θέαμα που απέκτησε μονοπώλιο πάνω στην ίδια την πραγματικότητα έστησε την τέλεια παγίδα. Το πάθος για το πραγματικό έκανε τους αντάρτες των πόλεων να αιτηθούν τη συμμετοχή στο πυροτέχνημα. Απομακρύνθηκαν από το πρόγραμμα της ολικής ανατροπής, πέταξαν στα σκουπίδια την οδύνη της επαναστατικής δημιουργίας για να γευτούν τον οργασμό της άμεσης εισβολής στο θέματα. Ο κειμενογράφος της Σέχτας φαίνεται να αυνανίζεται με την τσόντα της Αλεξανδράτου που ο επιβήτορας δεν μας αποκαλύπτει ποτέ το πρόσωπό του.

Θέαμα όχι για την ανατροπή αλλά για την αναμόχλευση του ίδιου του βούρκου. Η συμμετοχή στην πορνογραφία της εποχής οριοθετεί την απόλυτη φαντασίωση του. Η απουσία θεωρίας είναι σύμπτωμα της απουσίας νοήματος για μια πράξη που την ορίζει αποκλειστικά ο σαδιστικός κυνισμός της προκήρυξης.

Αν επαναοριοθετούσαμε τη σχέση μας με το θέαμα, αν αποφασίζαμε να υπερβούμε το σκόπελο της εύκολης παραίτησης, αν σταματούσαμε να μας φοβίζουν τα όπλα του εχθρού, αν αρνηθούμε την εύκολη ταύτιση με τον «κουκουλοφόρο» πορνοστάρ, αν στρατεύσουμε τις ευαίσθητες ματιές μας στήνοντας αισθητικά οδοφράγματα, αν υπονομεύσουμε την ασχήμια του τέρατος με την πρόκληση της ομορφιάς του πραγματικού, αν εισβάλαμε στους τηλεοπτικούς δέκτες με ακάλυπτο το βλέμμα μας τότε ίσος – λέω ίσος – μπορούνε να επιχειρήσουμε τη φυγή προς τα άστα.

Υ.Γ. Το μεγάλο πρόβλημα των «τρομοκρατών» είναι κατά βάση αισθητικό. Κατά τα φαινόμενα είναι μανιακοί καταναλωτές φτηνού αμερικάνικου κινηματογράφου άθλιας μεταγλώττισης ενώ είναι εθισμένοι παρακολουθητές του Alter και του Τρωκτικό.

Το τέλος των υποσχέσεων στην αυγή της ελευθερία

Να η υποσχεση που μας εδωσε το Κρατος: Αν εγκαταλειψουμε καθε δικαιωμα συλλογικης διαχειρησης των υποθεσεων μας, θα εχουμε εξασφαλισμενα τα βασικα που χρειαζομαστε για να ζησουμε. Και η υποσχεση που μας προσεφερε ο καπιταλισμος: οτι θα μπορουσαμε να ζησουμε σα βασιλαδες αν ημασταν διατεθειμενοι να αγοραζουμε απο το στοκ της συλλογικης μας υποτελειας. Ολα αυτα όμως καταρρεουν. Αυτο που μενει, ειναι οτι ειμαστε ικανοι να δινουμε υποσχεσεις μεταξυ μας. Αμεσα. Χωρις τη μεσολαβηση των οικονομικων και πολιτικων γραφειοκρατιων. Η επανασταση ξεκινα ρωτωντας: τι ειδους υποσχεσεις κανουν οι ελευθεροι ανθρωποι μεταξυ τους, και πως κανοντας τες, ξεκιναμε να φτιαχνουμε εναν καινουργιο κοσμο;

Happy End

Αγάπη μου,
αφού και οι δυο μας είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό
που πλάθονται τα όνειρα,
μοιραία κάθε απόγευμα χάνουμε
το τρένο της μέρας.

Το ξέρουμε και οι δύο
πιασμένοι χέρι – χέρι
στα πίσω καθίσματα άδειων σινεμά
με την πλάτη στον τοίχο
και το βλέμμα στον παράδεισο•
το happy end είναι ένα
απάνθρωπο εφεύρημα του σκηνοθέτη
και τίποτα παραπάνω.

Πιάνω το χέρι σου
μα εσύ βλέπεις αλλού.
Φωνάζω μέσα στα αφτιά σου
μα εσύ δε με ακούς.

Ο μόνος εχθρός του έρωτα είναι ο χρόνος.

Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή

Η πρωτόγνωρη πανελλαδική απαξίωση του σκληρού πυρήνα του καθεστώτος, των μπάτσων και των δικαστών, που εκδηλώθηκε μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και σήμερα με την ένταση της εξελισσόμενης κρίσης συνεχίζεται ενάντια στους πολιτικούς και σε όλο το καθεστωτικό φάσμα κομμάτων και συνδικαλιστικών φορέων, αποτελεί την καλύτερη απάντηση σε όλους τους θιασώτες του πολιτικού καρακατσουλιού –τεχνοκράτες, γραφειοκράτες, οικονομολόγους, διανοούμενους- που σπεύδουν να στηρίξουν το καταρρέoν καθεστώς, προτείνοντας κεϋνσιανικές λύσεις διεξόδου από την κρίση και κυρίως σε όλη την αριστερά, καθεστωτική ή εξωκοινοβουλευτική.

Σήμερα με την απαξίωση όλου του πολιτικού συστήματος, των πολιτικών, των κομμάτων ή ακόμα και της εκκλησίας δημιουργούνται δυνατότητες υπέρβασης της κοινοβουλευτικής χούντας και αναζητούνται τρόποι οικοδόμησης της κοινωνικής ζωής στις γειτονιές και στις τοπικές κοινωνίες πέρα κι έξω από την επικράτεια κράτους και κεφαλαίου. Τα αντικαθεστωτικά πολιτικά συνθήματα «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή», «Κάτω οι κλέφτες» είναι πλέον παντού και ως πολιτικό περιεχόμενο επικαιροποιούν την πανκοινωνική αντίσταση. Δεν τα συναντάς μόνο γραμμένα σε τοίχους των πόλεων και σε μαντρότοιχους χωριών, αλλά αποτελούν θέμα συζήτησης στις γειτονιές και στα καφενεία, κυρίως για το τι ακριβώς θα ακολουθήσει αν αυτά υλοποιηθούν. Εκεί ακριβώς που εστιάζεται το διακύβευμα της «από τα κάτω» πολιτικής των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, παίρνοντας τη ζωή στα χέρια τους. Ο πραγματικός φόβος όλων των κρατικών και κομματικών επιτελείων τα οποία αντιλαμβάνονται τις ραγδαίες κοινωνικές διεργασίες που συντελλούνται στην ελληνική κοινωνία και προσπαθούν να τις αποτρέψουν με γκαιμπελική προπαγάνδα, ψέματα και συκοφαντίες.

Τι κι αν η Παπαρήγα και ο Τσίπρας σπεύδουν να κάνουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης και ζητούν περισσότερη αστυνόμευση και καταστολή των αγώνων που δεν ελέγχουν; Τι κι αν οι «ριζοσπάστες» διανοούμενοι έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους για τα τεκταινόμενα και όσοι με μισόλογα μιλούν ή λένε αρλούμπες ή επιδίδονται στο αγαπημένο τους σπορ της συκοφάντησης των διαδηλωτών, ότι τάχα φωνάζουν τυχοδιωκτικά συνθήματα ή ότι η Βουλή δεν πρέπει να αποτελεί στόχο γιατί δεν είναι το κυρίαρχο κέντρο των αποφάσεων και ότι οι βουλευτές της αριστεράς δεν είναι το ίδιο με τους άλλους; Τι κι αν οι κρατικοσυνδικαλιστές επιμένουν στις συνταγές της διαμεσολάβησης για τη διαχείριση της μεγαλύτερης ήττας και την άμβλυνση της κοινωνικής οργής, εκπορνεύοντας τους αγώνες; Τι κι αν τα αριστερίστικα δεκανίκια προτείνουν την επιστροφή στην προηγούμενη καπιταλιστική κατάσταση προτείνοντας εθνικοποιήσεις των τραπεζών;

Όλα συγκλίνουν ότι οι μεγάλες ριζικές αλλαγές θα γίνουν από ορμητικά ποτάμια διαδηλωτών-όπως αυτό της 5ης Μάη- που θα συμπαρασύρουν στο διάβα τους τα πάντα και θα στείλουν στο διάολο τα κόμματα και την ίδια την αριστερά. Ο κυρίαρχος λαός -που όλοι τους τη μια μέρα πίνουν νερό στο όνομά του, νομιμοποιώντας την εξουσία τους μεγάλη ή μικρή και την αμέσως επόμενη τον αποκαλούν προβοκάτορα ή τυχοδιώχτη- έχει όλο το αναφαίρετο δικαίωμα να κάνει εκτεταμένη χρήση της μαζικής επαναστατικής ή της αυθόρμητης βίας. Να κάψει τη Βουλή και τα σύμβολα της εξουσίας, ακόμα και να την ισοπεδώσει με μπουλντόζες και γκρέιντερ ή να την κάνει λαϊκό εστιατόριο αν χρειαστεί. Να καταλάβει τα καθεστωτικά κανάλια και τις παραγωγικές μονάδες, να απαλλοτριώσει τις τράπεζες και τις περιουσίες των ολιγαρχών μανδαρίνων, να καταστρέψει όλο τον κρατικό μηχανισμό και να οργανώσει αμεσοδημοκρατικά την κοινωνική ζωή.

Όλα συγκλίνουν ότι η σημερινή λαϊκή οργή αναζητεί τη δική της διέξοδο στην απόδοση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν πείθεται από την καθεστωτική πολιτική αλητεία που το έργο της είναι να καταγγέλλει και να καταστέλλει σύσσωμη τις αντιδράσεις του λαού για τα μέτρα, να κουκουλώνει τις απάτες και τα σκάνδαλα στις εξεταστικές επιτροπές, να περιθωριοποιεί και να καταδικάζει τον κόσμο της εργασίας και τη νεολαία σε διαρκή απόγνωση, ανεργία και δουλειά μέχρι τα γεράματα για μια πενιχρή σύνταξη.

Όλα συγκλίνουν ότι το μέλλον έρχεται με ρυθμούς καταιγίδας. Και «τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.»

Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε

Του Μάνου Χατζιδάκι (1978)

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην "Ερωφίλη", από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Χρόνος


Τα κράτη, επιβάλλοντας στους λαούς την χρήση συγκεκριμένων ημερολογίων (όπως το Γρηγοριανό), ουσιαστικά ορίζουν και την συνειδησιακή συνθήκη των σωμάτων μας, καθώς η αντίληψη του χρόνου βασίζεται στους κανόνες εκείνους που είναι τα προτάγματα του κάθε ημερολογίου. Κανένα σώμα δεν τολμά να επινοήσει μια διαφορετική χρονική εμπειρία, καθώς ο μπάτσος που λέγεται ρολόι-ημερολόγιο, θα επιβάλλει την αυτονόητη (για τους περισσότερους) συνθήκη του γραμμικού χρόνου.