Γιατί οι δεξιοί μισούν το Πολυτεχνείο

Το μίσος των δεξιών για το Πολυτεχνείο απορρέει —πέρα από την ιδεολογική τους συγγένεια με τη Χούντα— και από ένα ανομολόγητο αίσθημα μειονεξίας. Την ανικανότητα τους να στρατευθούν στον οποιονδήποτε στόχο ξεπερνά το τομάρι τους και τη στενά νοούμενη προσωπική τους ευμάρεια. Να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια ή και τη ζωή τους για κάτι που τους υπερβαίνει και αφορά θεμελιώδη, καθολικά αγαθά.

Αυτοί οι άνθρωποι, κάθε φορά που δυσκολεύουν οι συνθήκες, αναδιπλώνονται, χαμηλώνουν το βλέμμα και υποτάσσονται προκειμένου να μην κινδυνεύσουν. «Κοίτα τη δουλειά και την οικογένεια σου» είναι το μότο τους. Αποδέχονται κάθε ταπείνωση, κάθε εξευτελισμό, αρκεί να μην απειληθεί ο θλιβερός μικρόκοσμός τους. Αισθάνονται ανακουφισμένοι που κατάφεραν να βγουν αλώβητοι, αλλά σιχαίνονται και τους εαυτούς τους από το πόσο χαμηλά έπεσαν προκειμένου να το πετύχουν. Όσοι τουλάχιστον δεν ταυτίζονται με την Χούντα.

Η ύπαρξη όμως ανθρώπων που δεν υποτάχθηκαν στην τυραννική εξουσία, που αντιστάθηκαν διακινδυνεύοντας ή χάνοντας ακόμα και τη ζωή τους πολεμώντας για υψηλότερα ιδανικά, συνιστά για τους δεξιούς, μία διαρκή υπενθύμιση της δικής τους δειλίας και φιλοτομαρισμού. Όταν αυτοί έσκυβαν πρόθυμα το κεφάλι και έγλειφαν τον κάθε ασφαλίτη ή άξεστο λοχία, κάποιοι άλλοι όρθωναν το ανάστημα τους υπερασπιζόμενοι την ελευθερία και τη δημοκρατία.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου καθιστά ανυπόφορη τη δική τους στάση και αντίληψη για τη ζωή. Γι’ αυτό και προσπαθούν εμμονικά να τη μειώσουν ή να τη συκοφαντήσουν, πότε αμφισβητώντας τους νεκρούς, άλλοτε αποδίδοντας τη σε δάκτυλο πρακτόρων, ή υποβιβάζοντάς τη σε μία νεανική απερισκεψία.

Ασυνάρτητες και αντιφατικές επιθέσεις οι οποίες αποδεικνύουν το αντίθετο από αυτό που επιδιώκουν: τη δική τους χαμέρπεια που τους οδηγεί να ξερνούν δηλητήριο σε βάρος εκείνων που τους υπερβαίνουν από κάθε άποψη. Τους αγωνιστές όμως, του Πολυτεχνείου δεν τους αγγίζουν οι ύβρεις τους, μιλούν οι ηρωικές πράξεις τους γι’ αυτούς. Αυτές που τους εξασφάλισαν μία θέση στην ιστορία. Όπως μιλούν και οι πράξεις των δεξιών. Και η σύγκριση είναι αποκαλυπτική.

Η «ιδεολογία» της Άλκη Ζέη

«Aυτά τα παιδιά που πετάνε μολότοφ τα λυπάμαι γιατί δεν έχουν καμία ιδεολογία» δηλώνει η Άλκη Ζέη σε σημερινή συνέντευξή της στο Βήμα (24/11/2019). Θα μπορούσε να ήταν μια ακόμα γενικόλογη δήλωση νομιμοφροσύνης στο καθεστώς της ιδεολογίας των δυο άκρων, μια ακόμα δήλωση υποτέλειας στο μόνο πραγματικό άκρο της εποχής μας: στο βαθύ κράτος των αρπακτικών της αγοράς και των δολοφόνων του λευκού κολάρου, μια ακόμα τυχαία δήλωση ενός μικροαστού συγγραφέα που διψά για λίγη δημοσιότητα, μια ακόμα επαιτεία στην εφημερίδα του δον Κορλεόνε· του πραγματικού κυβερνήτη της χώρας. Κι όμως, διάβολε, εδώ μιλάμε για την Ζέη. Τη γυναίκα που σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο, το κορίτσι που εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και μετά πολέμησε με το ΔΣΕ, τον άνθρωπο που εξορίστηκε για τις πολιτικές του πεποιθήσεις στη Χίο, στην Τασκένδη, στη Μόσχα, στο Παρίσι, τη συγγραφέα που έγραψε 17 βιβλία και έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες. Θα περίμενε κανείς τουλάχιστον από ένα τέτοιο πρόσωπο, που έχει συνδέσει τη ζωή του με τους αγώνες της αριστεράς, να χρησιμοποιεί τη λέξη ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ με το περιεχόμενο που της έδινε ο Μαρξ: ως μια π λ α σ τ ή συνείδηση, ως το μανδύα των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης που επιβάλετε ως δήθεν ενιαίο συμφέρον της κοινωνίας. Γιατί, βλέπετε, για τον Μαρξ αυτοί που έχουν ιδεολογία είναι για λύπηση και όχι οι άλλοι. Γιατί για τον Μαρξ (όπως και για τον Λούκατς) απέναντι στην ιδεολογία στέκεται η ταξική συνείδηση. Αν λυπάμαι σήμερα γι' αυτή τη δήλωση της Άλκης Ζέη δεν είναι τόσο γιατί θέλω να υπερασπιστώ τα παιδιά που πετάνε μολότοφ, ούτε γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος στηρίζει ανερυθρίαστα το καθεστώς που αντιμάχομαι, αλλά γιατί χαλιέμαι με τη σκέψη: τόσοι αγώνες, τόσα βιβλία, τόσες σπουδές, τόση ταλαιπωρία και να μην πάρεις ούτε μυρωδιά μωρέ Άλκη μου... Το λες και μνημείο ολοκληρωτικής αποτυχίας. 

Υ.Γ. Σε ένα παράλληλο σύμπαν: «Αυτά τα παιδιά που πετάνε μολότοφ τα λυπάμαι γιατί δεν έχουν καμία ιδεολογία», Βιατσεσλάβ Μολότοφ, εφημερίδα Πράβδα, Δεκέμβρης του 1939 (λίγες μέρες μετά την εισβολή στην Φιλανδία)

Η ιδεολογία της μη ιδεολογίας*

* Δοκίμιο από το βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου «Η‘Ρωμιοσύνη’ στον παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού» (εκδόσεις Έρασμος 1983)

Ωγκύστ Ροντέν: Οι αστοί του Καλαί

(σημειώσεις για την «αμεσότητα»)

… στίχοι σχεδόν πεταμένοι, εκβρασμένοι, με την ανεμελιά και τη φυσικότητα κίνησης αντανακλαστικής, κάτι «σαν το φτάρνισμα/το βήξιμο ή το ρούφηγμα της μύτης»[1]

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια. Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας με τόση ακρίβεια όλα τα κατσικίσια πράματα. Θαρρείς και σπούδασαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη αιωνιότητα.[2]

Η ένταση που κατά καιρούς εγείρεται μέσα στα όρια της ποίησης και με τα μέσα της ποίησης εναντίον του «διανοητικού» και του «ιδεολογικού» στοιχείου αποτελεί μια από τις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η εγγενής αμφιθυμία της τέχνης ως προς την ίδια την ύπαρξή της: η τέχνη θέλει να «είναι» και να «μην είναι». Ο χώρος που ορίζεται από τις μέγιστες αιωρήσεις αυτού του εκκρεμούς είναι ο χώρος όπου παίζεται το παιχνίδι της τέχνης. Ό,τι συνέβη –τόσο θεαματικά και με τόσο αγοραίες εξαγγελίες –στην ποίηση κατά τη δεκαετία του ’70 δεν ήταν παρά η επανάληψη και η επίταση αυτού ακριβώς του φαινομένου: η αιώρηση του εκκρεμούς άγγιζε για άλλη μια φορά προς τη μια κατεύθυνση την αυτοαναίρεση της τέχνης και προς την άλλη την ιδεολογικοποίηση αυτής της αυτοαναίρεσης. Σε όλα τα νεότερα οιονεί μανιφέστα της ποίησης επαναδιατυπώνονται οι αντιλογοτεχνικές διακηρύξεις των δύο πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας. Η ποίηση αυτοκαταργείται, για να κερδίσει το μυθικό σώμα της –αρνείται για μια ακόμη φορά το αμφίβιο είναι της, για να γίνει επιτέλους πράξη. Και για μια ακόμη φορά γίνεται αυτό που αρνείται.

Σήμερα που η ζωντανή σχέση παρόντος-παρελθόντος εκπίπτει στην παρωδία της ή στην άγονη αντιπαράθεση παλαιού-νέου, ο βιαστικός και επιπόλαιος χαρακτήρας της «αμφισβήτησης» δεν μας αφήνει καν να δούμε πως εδώ και πολύ καιρό αλλάζουμε απλώς ονόματα στα πράγματα και κάνουμε τα ίδια και τα ίδια – και τα κάνουμε μάλιστα όλο και χειρότερα, καθώς ο ρυθμός της έκπτωσης επιταχύνεται: το «αμφισβητούν» προϊόν παίρνει πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα τη θέση του «αμφισβητούμενου» μέσα στην καταναλωτική ροή όπου οι ποιητικές γενεές αναγγέλλονται κατά αλλεπάλληλα κύματα σαν μοντέλα αυτοκινήτων.

Η ανανέωση της λογοτεχνίας σαν φάρσα παραλόγου

του Λεωνίδα Πραπίδη

Josef Koudelka, 1976

Στα χρόνια των μνημονίων, εάν περιδιάβαινε κανείς τα λογοτεχνικά σάιτ του διαδικτύου αποκόμιζε την αίσθηση από τους συνεντευξιαζόμενους δημιουργούς ότι η κρίση, καίτοι οικονομική όπως τόνιζαν οι ίδιοι, δύναται να οδηγήσει σε μία υπαρξιακή επαναξιολόγηση της ζωής αρκούντως αναδημιουργική κι επομένως μπορούσε να δώσει ένα δυνητικό έναυσμα για καινούργια άνθιση της λογοτεχνικής έκφρασης. Συγγραφείς και ποιητές, υπαινίσσονταν στους ισχυρισμούς τους την πεζολογία που θέλει τις περιόδους των κοινωνικών κρίσεων στη νεωτερική ιστορία ν’ αποτελούν και στιγμές κορύφωσης της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Κι έτσι με έντονη την αίσθηση που αφήνει σαφείς αιχμές για την ανανέωση της λογοτεχνίας, ήταν σαν να διατυπώνεται μία άρρητη ομοθυμία με τον κυρίαρχο τεχνοκρατικό λόγο, ο οποίος τιμάει σαν αυτό-εκπληρούμενη προφητεία την θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής» του Γιόζεφ Σούμπετερ,[1] ενός από τους πιο επιφανείς εκπρόσωπούς του. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια ομοθυμία το μόνο που μπορεί να κάνει, με την απενοχοποιήση της κρίσης είτε από την οικονομική, είτε από την πολιτισμική μπάντα, είναι να μας φτύνει εκνευριστικά πίσω στα μούτρα την ηλίθια νομιμοποίηση του ετοιμόρροπου παρόντος.

sing along for a bird in a cage

του Π.
Ο Γκάμπριελ με τα λέγκο, Τζον Μπυρ

I

Οι δύο τύποι που χτύπησαν με ανελέητο μένος έναν άνθρωπο ανήμπορο που προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί σαν πουλί σε κλουβί δεν ήθελαν απλώς να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους. Δεν ήταν οι τυπικοί «φιλήσυχοι νοικοκυραίοι, μαγαζάτορες και μικροαστοί», που εκτονώνονται σε οριακές στιγμές δυσφορίας και δυσανεξίας λόγω διακινδύνευσης του τυπικού καπιταλιστικού φαντασιακού τους. Ήταν η ενσάρκωση του μοριακού φασισμού σε κατάσταση παροξυσμού. Ήταν πολέμαρχοι σε διάταξη μάχης. Η καταιγιστική κλωτσοπατινάδα πάνω σε σπασμένα γυαλιά είναι η εκδήλωση της ισχύος και του μεγαλείου της με όλη τους την ορμή, οργή, μίσος και κάβλα. Είναι η εν ψυχρώ πραγμάτωση (σε συνειδητό δηλαδή επίπεδο) του σαδισμού που σωρεύεται, σωματοποιείται και εν τέλει εκκρίνεται ως blitzkrieg σε οριακές στιγμές αδυναμίας διάκρισης μεταξύ πραγματικότητας και παραληρήματος, μεταξύ πολιτισμένης κοινωνίας και εμπόλεμης κοινωνίας.

Διευκρινίσεις για την έννοια του πολιτικού


του Φώτη Τερζάκη


Κατανοώ μία έννοια σημαίνει είμαι σε θέση να αναχθώ, ακολουθώντας αντίστροφα τις ιστορικές τροχιές που διαγράφει, στους ιδιάζοντες όρους της κοινωνιοϊστορικής της παραγωγής. Η έννοια της πολιτικής είναι μια ιστορική δημιουργία του ελληνικού κόσμου και παρήχθη στις ιδιόμορφες συνθήκες της ελληνικής –ιωνικής– πόλεως του 6ου αιώνα π.Χ.· αναπτύχθηκε σε όλο σχεδόν το φάσμα των σημασιών της τους επόμενους δύο αιώνες στην πόλη της Αθήνας. Όπως και το ρήμα πολιτεύεσθαι, σχηματίζεται από την ίδια την ονομασία της πόλεως και σηματοδοτεί τη δέσμη των δραστηριοτήτων που ιδιάζουν στην πόλη. Ποιες δραστηριότητες, όμως, ιδιάζουν στην πόλη;

Μια σύντομη επισκόπηση των ιστορικών και αρχαιολογικών δεδομένων δείχνει με αρκετά περιθώρια βεβαιότητας ότι, στο υπόβαθρο μιας διαχεόμενης εγγραμματοσύνης που βασίστηκε στη δημιουργία της φωνητικής αλφαβήτου και μιας διευρυμένης χρηματοποίησης των συναλλαγών, εκείνο που διαφοροποίησε τις ελληνόφωνες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου από αντίστοιχες πόλεις-κράτη της Εγγύς Ανατολής (Μεσοποταμίας, Αιγύπτου, Κοιλάδας του Ινδού ή και Κίνας), οι οποίες είχαν προηγηθεί στη δημιουργία γεωργικού πλεονάσματος, στην επινόηση της μεταλλουργίας, της γραφής και του χρήματος, ήταν η αδυναμία των πρώτων να κεντροποιηθούν υπό ένα συμπαγές εδαφικό δίκτυο εξουσίας. Οφείλεται πιθανόν σε τυχαίους γεωφυσικούς παράγοντες, αλλ’ από τη στιγμή που παγιώθηκε, η «αδυναμία» αυτή έγινε καταλύτης ραγδαίων αλλαγών: η κοινωνική οργάνωση των γενών διαλύθηκε γρήγορα, μαζί με τις παραδοσιακές σημασιοδοτήσεις του κόσμου, και στη θέση της αναδύθηκε μια αυτοδιοικούμενη, αν και ταξικά διαφοροποιημένη κοινότητα. Καθώς καμία από τις αναδυόμενες αυτές τάξεις δεν είχε αρκετή δύναμη να επιβληθεί στις άλλες, έγινε υποχρεωτική μεταξύ τους μια διαλογική μεσολάβηση (διαλέγεσθαι), και η δημιουργία ενός «κοινού χώρου» για τη διεξαγωγή της (αγορά ή Εκκλησία).

Αναμονή και εξέγερση


Get out, get out of my life, and let me sleep at night
cause you don’t really love me, you just keep me hangin’ on
Kim Wilde

Shout shout, let it all out
these are the things I can do without
come on, I’m talking to you, come on
Tears for fears

Christina’s World (1948) Andrew Wyeth

Το έδαφος της αναμονής είναι ένα έδαφος ψυχρό και ανασφαλές, άλλοτε ρευστό άλλοτε συμπαγές. Είναι το έδαφος όπου ασκούνται και δοκιμάζονται στρατηγικές και τακτικές του πολεμιστή εαυτού. Είναι το έδαφος της πλήρους υποδούλωσης σε ένα διεστραμμένο σκεπτικισμό ή, αντίστροφα, συναισθηματισμό. Είναι το έδαφος όπου εκτυλίσσεται με αδίστακτη ταχύτητα ο περιορισμός του εαυτού σε μια αέναα ναρκισσιστική και σαδομαζοχιστική αυτοεικόνα. Είναι μια εθελόδουλη περίφραξη των ανυπότακτων ροών της επιθυμίας. Η αναμονή είναι το χωροχρονικό συνεχές ενός υφέρποντος, διαβρωτικού μηδενισμού.

Η πρώτη κίνηση του εξεγερμένου είναι να διαρρήξει αυτό το συνεχές. Να διατρανώσει την αντίθεσή του σε αυτό το αναμείνατε. Όχι γιατί βιάζεται. Ούτε γιατί δεν εκτιμά την αρετή της εγκαρτέρησης. Η αντίθεση του εξεγερμένου στην κατάσταση αναμονής είναι μια αντίθεση βραδείας, εσωτερικής καύσης, είναι μια ενδόρρηξη. Είναι μια κραυγή ακεραιότητας ενός εσώτερου, μύχιου εαυτού, ο οποίος δεν συμβιβάζεται με την (αυτο)εξαπάτηση και τον (αυτο)εξευτελισμό μιας κατάστασης όπου η ύπαρξη υποβιβάζεται σε ένα θέατρο σκιών και φαντασμάτων, σε μια παρτίδα σκακιού. Είναι μια κραυγή χειραφέτησης από έναν κόσμο κατασκευών, ασκήσεων επί χάρτου και προσομοιώσεων.

Η αποφασιστικότητα του εξεγερμένου δεν προέρχεται από ούτε έγκειται σε μια αξίωση ισχύος επί του πραγματικού. Ο εξεγερμένος δεν αξιώνει τίποτα. Είναι ο ίδιος ενσάρκωση των αδιάλλακτων αξιών του. Ο εξεγερμένος περιφρονεί την πολιτική και τους παίχτες της χωρίς να γίνεται αντιπολιτικός. Ο εξεγερμένος περιφρονεί τα ερωτικά παίγνια χωρίς να γίνεται αντιερωτικός. Είναι η απωθημένη μορφή των πεδίων του πολιτικού και του ερωτικού. Γι΄ αυτό και ήταν, είναι και θα είναι ο εφιάλτης που στοιχειώνει κάθε θεσμισμένη εξουσία. Γι’ αυτό ήταν, είναι και θα είναι ο πιο αξιόπιστος συνοδοιπόρος κάθε θεσμίζοντος φαντασιακού.



λαμπε ρατ/ιανουάριος 2016

Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη


Τον Απρίλιο του 2010 ο Γιώργος Παπανδρέου στο περίφημο διάγγελμα του Καστελόριζου χρησιμοποίησε τη μεταφορά του μύθου της οδύσσειας. Το έθνος ήταν τώρα το καράβι και το πλήρωμα του Οδυσσέα που, ενωμένο, θα ξεκινούσε ένα δύσκολο και μακρινό ταξίδι προς το απάνεμο λιμάνι της μυθικής Ιθάκης. Την ίδια ακριβώς παρομοίωση για το έθνος (ως πλήρωμα του Οδυσσέα) έκανε πέντε χρόνια αργότερα ο Αλέξης Τσίπρας, λίγο πριν υπογράψει το τρίτο μνημόνιο, ενώ τον Αύγουστο του 2018, ο ίδιος πρωθυπουργός, επέλεξε ένα ύψωμα με θέα το λιμάνι της πραγματικής Ιθάκης, για να ανακοινώσει το τέλος του ταξιδιού. Η ενότητα του έθνους μπροστά στην οικονομική καταιγίδα απαιτούσε τη χρήση ενός μύθου τόσο γνωστού που κανένας δεν πρόσεξε το προφανές: πως στην ομηρική αφήγηση ο Οδυσσέας φτάνει τελικά στην Ιθάκη μόνος, ενώ το πλοίο και οι ναύτες έχουν χαθεί για πάντα στη θάλασσα.

Άστοχη μεταφορά, θα έλεγε κανείς. Κάθε άλλο! Στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο ανατέμνονταν με εκπληκτική οξυδέρκεια την περίφημη σκηνή του δεμένου στο κατάρτι Οδυσσέα που ακούει (χωρίς να παρασύρεται) το τραγούδι των σειρήνων, ενώ οι ναύτες υπομένουν αγόγγυστα το ρυθμικό μαρτύριο των κουπιών. Ακούει ο Οδυσσέας το τραγούδι τους, ξέρει —μόνο αυτός ξέρει— τη βαθύτερη των πραγμάτων αλήθεια, την ίδια ώρα που οι εργάτες του τραβούν ατάραχοι το κουπί της «προόδου». Χρειάζεται πολύ κερί, μια διαρκής και επιλεκτική κώφωση των κωπηλατών, για να γυρίσει ο τροχός· για να επιτευχθούν οι σκοποί της Ιστορίας. Χρειάζεται η θυσία του καραβιού και των ναυτών, οι αιώνιες θυσίες των υποτελών τάξεων, για να σωθεί ο Οδυσσέας. Καθόλου άστοχη μεταφορά λοιπόν. Αφού ο μύθος του έθνος δεν είναι τίποτε άλλο από το κερί στα αυτιά των εργατών, η ιδεολογία της υποτέλειας, που εξασφαλίζει τη σωτηρία του μόνου ήρωα στον καπιταλιστικό κόσμο, που η μορφή του Οδυσσέα —αιώνες νωρίτερα— προαναγγέλλει: τη σωτηρία του αστού επιχειρηματία.

Υ.Γ. Και τώρα που κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν, μήπως θα πρέπει να πνίγεις επί τόπου, στα λασπόνερα του λιμανιού, όποιον σου μιλήσει ξανά για ελπίδα, για έθνος και πατρίδα;

Πίστη και πεποίθηση στα χαρακώματα της καθημερινότητας της ενήλικης ζωής



Στα χαρακώματα της καθημερινότητας της ενήλικης ζωής, η αθεϊα δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει κανείς που να μην πιστεύει. Όλοι πιστεύουμε σε κάτι. Η μόνη επιλογή που έχουμε είναι σε τι θα πιστέψουμε.
David Foster Wallace

Όλο το κύρος, η τακτική και η επινοητικότητα δεν αντικαθιστούν ούτε στο ελάχιστο την πεποίθηση στην υπηρεσία της αλήθειας. Αυτή την κοινή παραδοχή θαρρώ ότι την έχω βελτιώσει.
Rene Char
 Golconda (1953) René Magritte

Η γενιά μας μπήκε στα χαρακώματα της καθημερινότητας της ενήλικης ζωης ανυποψίαστη και αμέριμνη. Δεν έβλεπε, δεν μπορούσε να δει τη βία και την καταστροφή να την περιμένουν χαιρέκακα στη στροφή του δρόμου. Είχε ξεμάθει να σκέφτεται και να συναισθάνεται, είχε γίνει πλαδαρή και οκνηρή. Η πίστη της σε μια ζωή άνετη, χαλαρή κι ωραία έγινε απότομα σμπαράλια. Οι πεποιθήσεις της κλονίστηκαν σε τέτοιο σημείο που πλέον τη διακατέχει ένας παθητικός μηδενισμός, μια σχεδόν απόλυτη έλλειψη πεποιθήσεων. Πορεύεται στα τυφλά, και πασχίζει επιστρατεύοντας διάφορα φθηνά κόλπα να βρει τις άκρες της μέσα σε ένα υπαρξιακά βιωμένο αδιέξοδο.

Από το δημόσιο χώρο, εκεί όπου ομιλούντα και ενεργούντα όντα συνευρίσκονται και συμπράττουν, έχει σχεδόν αποσυρθεί, με την εξαίρεση μιας αισχρής μειοψηφίας, με τα καλά της και τα κακά της, που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Θα τη δεις ενίοτε να κατεβάζει ποτά με μια δίψα θα έλεγε κανείς τρομακτική, θα τη δεις στα σινεμά, τους χορούς, τα συναυλιάδικα και τα θέατρα να προσπαθεί να γαντζωθεί από μια τέχνη που είναι κλινικά νεκρή, θα τη δεις στις αίθουσες των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και των σεμιναρίων να αντλεί κι άλλη κι άλλη πληροφορία, κι άλλη κι άλλη γνώση ενός κόσμου που έχει απωλέσει το πνεύμα του. Και βέβαια, θα τη δεις να δουλεύει με τους χειρότερους όρους, όταν δεν τη βγάζει με τη σύνταξη των γονιών της συντηρώντας έτσι την αδυναμία περάσματος στο εσωτερικά πλουσιότερο ψυχικό, συναισθηματικό και διανοητικό επίπεδο που λέγεται ενηλικίωση.

Η νευρωτική επιτάχυνση και εναλλαγή, ως αντανακλαστική αντίδραση ή ως τακτική επινόηση σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό και νεκροζώντανο, είναι το θετικό σημείο μηδέν της κουλτούρας της. Δεν μπορεί να σταθεί πουθενά. Καβλώνει με την αδιάκοπη αλλαγή παραστάσεων και ερωτικών παρτενέρ, με την περι-πλάνη-ση μέσα στη φαντασμαγορική νύχτα που την καταβροχθίζει. Η μνήμη της έχει γίνει κουρέλι, το μυαλό της έχει γίνει πουρές. Αλλά και όταν καταφέρνει και κοντοστέκεται, όταν παίρνει μια βαθιά ανάσα και σκέφτεται, αργά ή γρήγορα βυθίζεται στον αρνητισμό, στη μαυρίλα της σκέψης του μεσονυχτίου, στην κρόνια μελαγχολία ενός καταραμένου -και στην ουσία του ρηχού και ακίνδυνου- ρομαντισμού, αντεστραμμένης όψης του zeitgeist. Η αλήθεια της γενιάς μας είναι το ψεύδος της επιφάνειας του πραγματικού, η αλήθεια της είναι ο ασυναίσθητος εγωκεντρισμός της και η δειλία της, η αλήθεια της είναι η ελεύθερη πτώση της.

Ποια άρνηση που αναδύεται και εκδηλώνεται ως καταφατική δύναμη θα πατήσει άραγε το φρένο; Ποια πίστη και ποιες πεποιθήσεις στην υπηρεσία μιας άλλης αλήθειας; Ο Ιανός, και με τις δύο μορφές του, και της απαστράπτουσας θετικότητας και του ζοφερού αρνητισμού, δουλεύει ασταμάτητα, σκάβει νυχθημερόν τους λάκκους της γενιάς μας. Πού θα βρούμε το χώμα και τη λάσπη για να σκεπάσουμε αυτούς τους λάκκους προτού ενταφιαστούμε; Πώς θα βρούμε το κουράγιο και τη θέληση να συστραφούμε;

Δεν έχουμε έτοιμες απαντήσεις. Αλλά θα τις βρούμε, ήδη τις βρίσκουμε, ο καθένας και όλοι μαζί.

Και ας θυμηθούμε την προτροπή του Rene Char: «Πρέπει να ξεπεράσουμε την οργή και την αποστροφή μας, πρέπει να τις μοιραστούμε με τους άλλους ώστε να εγείρουμε και διευρύνουμε την πράξη μας όπως και το ηθικό μας.»

Η επανάσταση της γενιάς μας ή θα είναι μια πνευματική ενότητα ή δεν θα υπάρξει.

λαμπε ρατ
απρίλιος 2016

ΘαλερόςΚ | Αν

Διασκεδάζει κανείς;



Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω, ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.
Βύρων Λεοντάρης

Oh, my soul.
Let me be in you now. Look out through my eyes. Look out at the things you made.
All things shining.
Terrence Malick (The Thin Red Line)


Τα κινήματα και οι πρωτοπορίες στερέψανε. Δεν τα νοσταλγούμε ούτε πενθούμε την απώλεια. Ήταν μέρος ενός κόσμου που αργοπεθαίνει, που αποσυντίθεται. Ζούμε μέσα σε αυτή τη μακράς διάρκειας σήψη, και επινοούμε τεχνάσματα και στρατηγήματα επιβίωσης. Και καλά κάνουμε, εφόσον βέβαια κρατάμε κάποια, ακόμα και ελάχιστα, μπόσικα και δεν μετέχουμε πλήρως στην εναλλάξ, αδιάφορα και αδιάκριτα εκτυλισσόμενη παρωδία/τραγωδία, ή έστω μετέχουμε με τη συναίσθηση (κι όχι απαραίτητα συνείδηση) ότι πρόκειται περί παρ-τραγ-ωδίας. Και να το μήνυμα που κομίζουμε στις απανταχού λέρες και τους απανταχού ριζοσπάστες: δεν θα μας πάρει μαζί του αυτός ο κόσμος που γκρεμοτσακίζεται, δεν θα μας πλακώσουν τα χαλάσματα, δεν θα πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας! Μέσα από την απλή επιβίωση, την α-νόητη ζωή, την καθαρή ζωτικότητα της αναπνοής θα ξαναβρούμε τη σχέση μας με την ευτυχία, την επιμέλεια του εαυτού και τη νοηματοδότηση του βίου. Με αυτό που αρκεί.

Του Νότιου Πάρκου

του Βασίλη Λαδά

φωτογραφία: 7 Απριλίου 2019, δίπλα στο φάρο

7 Απριλίου 2019, ηλιόλουστη Κυριακή μεσημέρι ξεκινάμε τον περίπατο από το Φάρο της Ιχθυόσκαλας προς το λιμάνι των Ιτεών. Νότιο Πάρκο, μια διαδρομή ενάμισυ χιλιόμετρο περίπου.

Στην αφετηρία μας το πολυπληθές και θορυβώδες εντευκτήριο του Φάρου με παιδότοπο, χαρούμενες φωνές, και «πρόσεχε» από τις μαμάδες. Πίσω από την Ιχθυόσκαλα ήταν το μικρό λιμάνι της Ψιλής με τα ψαροκάικα. Στο ένδοξο παρελθόν του ήταν το λιμάνι των Ρωμαίων παλαίμαχων λεγεωνάριων του Αυγούστου, που ήρθαν από την θάλασσα και δημιούργησαν την πόλη. Ο δρόμος ευθύς βατός για όλους και γι αυτούς που κυλάνε καροτσάκια, κάτι το ακατόρθωτο μέσα στην πόλη, λιθόστρωτο στην αρχή του και σιμά στη θάλασσα.

Νίτσε, ναζισμός και παραχάραξη


του Θοδωρή Τζίμα



«Οι εχθροί μου έγιναν πολύ δυνατοί και 
παραμόρφωσαν την διδασκαλία μου,
τόσο που οι πολυαγαπημένοι μου
θα πρέπει να ντρέπονται 
για τα δώρα που τους έδωσα»
(Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα)


Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε σπουδαίος φιλόσοφος, σχεδόν αξεπέραστος. Ιδιότροπος, καινοτόμος, αιρετικός και ριζοσπάστης. Γεννημένος το 1844 στη Γερμανία θήτευσε μεταξύ άλλων δίπλα στον Σοπενχάουερ και τον Βάγκνερ, τους οποίους σύντομα αποκήρυξε. Τα γραπτά του, αν και δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής στην εποχή του, έμελε να θέσουν την δυτική σκέψη σε μια νέα, πρωτόγνωρη βάση φτάνοντας να συγκροτούν μια νέα φιλοσοφική τάση, τον νιτσεϊσμό.

Φυσική απόρροια αυτού ήταν ο Νίτσε να επηρεάσει όλο το πολιτικό φάσμα της πολιτικής θεωρίας. Αναρχισμός, φεμινισμός, αλλά και ναζισμός, σωβινισμός και αντισημιτισμός επηρεάστηκαν βαθύτατα από την νιτσεϊκή σκέψη. Μέχρι ενός σημείου, η δίσημη και αινιγματική γραφή του Νίτσε είναι το άλλοθι για όλες αυτές τις αντιφατικές κι ετερόκλητες επιρροές. Στη πραγματικότητα, ο Νίτσε το μόνο από το οποίο γλίτωσε ήταν να χαρακτηριστεί μικροαστός φιλόσοφος (τάση που τα τελευταία υπάρχει στους κόλπους αριστερών σεχτών).

Δυο σημειώματα για το Μάη


του Λεωνίδα Πραπίδη



Τα δυο παρακάτω σημειώματα δημοσιεύτηκαν από το Λεωνίδα διαδοχικά το Μάη του 2013 και το Μάη του 2018, εξ αφορμής των 45 και 50 χρόνων από το Γαλλικό Μάη του 68’. Επέλεξα να τα δημοσιεύσω μαζί καθώς αποτελούν μια διαλεκτική ενότητα, αφού, κατά τη γνώμη μου, συμπληρώνουν —κατοπτρικά— το ένα το άλλο.

Ι

«Να θυμόσαστε πάντα πως τα "αιώνια βουνά στον ορίζοντα" είναι απλώς σκηνικά στον πίνακα. Κουνήστε τον ελαφρά και θα τα δείτε να τρέμουν!»[1]


Όλα δείχνουν να αρχίζουν αναπάντεχα και ξαφνικά. Μία ασυγκράτητη ορμή γεμίζει τις οδούς και τις λεωφόρους της μητρόπολης από νεανικές προσδοκίες μαζί με άκρατο ενθουσιασμό. Ένα ατίθασο κύμα μίας ευφάνταστης και πνευματώδους συνθηματολογίας, που είναι γραμμένη επάνω στους τοίχους των πανεπιστημίων και των εργοστασίων, συμπαρασύρει τις συνειδήσεις. Δεν υπάρχουν σχολαστικά ιδεώδη και πεζή ρητορεία. Δεν υφίσταται καμία ιεραρχία. Μόνος κυρίαρχος είναι ο αυθορμητισμός. Μοναδική κινητήριος δύναμη, η αντίδραση σε κάθε είδους αυταρχισμό. Όλοι εναντιώνονται στον πρόσκαιρο ευδαιμονισμό και την επιβεβλημένη αφθονία που αναχαιτίζει τα συναισθήματα και περιορίζει τη σκέψη. Το πλήθος είναι τόσο πελώριο και μαζικό που αρκεί μόνο: «Ένα γέλιο (του, που) θα σας θάψει»!

Στα υπόγεια καταφύγια του στίχου (για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο)


Του Θωμά Ιωάννου



Η θάλασσα δεν είναι πάντοτε φιλική και η ναυτία που προκαλεί στους ταξιδιώτες της είναι ένα σύμπτωμα που από παροδικό συχνά καθίσταται χρόνιο. Φανταστείτε τώρα κάποιον να διασχίζει την Ερυθρά Θάλασσα της ιστορίας δίχως την ελπίδα να βρεθεί το ραβδί του Μωυσή για να μετατοπίσει τα νερά ώστε να φτάσει στη γη της επαγγελίας. Ακόμα χειρότερα, όταν η ουτοπία εκπνέει και δεν υπάρχει παρά μονάχα μια χώρα σε κατάσταση δυστοπίας που αδυνατεί να ορίσει τα χωρικά της ύδατα.

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος παρέμεινε μια αμφίβια ύπαρξη, μισός δοσμένος στη θάλασσα και μισός ταγμένος στη στεριά. Ίσως, κάποτε να διαχωρίστηκαν εντός του η στεριά και η θάλασσα και έκτοτε συνέχισε εν μετεωρισμώ. Η φράση «ζήσαμε με μισή καρδιά σε στεριά και σε θάλασσα»[1], συνοψίζει τη διχοστασία και αμφιθυμία του ποιητή, καθώς και την αδυναμία του να υπάρξει εν όλω, δίχως μια διαρκή απειλή διαμελισμού. Δυσπροσάρμοστος όντας, σταδιακά ανέπτυξε το σύμπτωμα της ναυτίας, μιας δυσανεξίας στην περιρρέουσα πραγματικότητα. Τον ξέβρασε το κύμα της ιστορίας και επέζησε σε μία κατάσταση πρωτογονισμού, απορρίπτοντας το πλαίσιο μιας τεχνολογικής(λογοτεχνικής) προόδου.

Έχοντας στις αποσκευές του τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, επέστρεψε στα στοιχειώδη και χρειώδη, στην πυρηνική δηλαδή ουσία της ύπαρξης. «Έμαθα τον αποχαιρετισμό σε όλες τις γλώσσες»,[2] επισημαίνει και καθώς «φεύγοντας κι απ’ την ποίηση δεν έχεις πού να πας/και τα ταξίδια τελειώνουνε μια μέρα»,[3] ξανοίχτηκε στο πέλαγος μιας τρικυμιώδους στεριάς. Πέρασαν τόσα χρόνια και δεν έμαθε πώς να ισορροπεί σε ένα κομμάτι γης. Με τα μάτια διαρκώς στραμμένα στη θάλασσα, γύρισε την πλάτη στη στερεή γη, έτοιμος πάντα για ένα μεγάλο μπάρκο στο απέραντο.

Ποίηση και πίστη



Ακινητοποιημένη ανάμεσα στην ωριμότητα και τη σήψη των αντικειμενικών όρων μιας νέας ιστορικής εκκίνησης που θα την ωθούσαν έξω από το φαύλο κύκλο των αλλεπάλληλων αυτοκατοπτρίσεών της, η ποίηση διχάζεται σε δυο αδιέξοδα: Η αποτελεί συνειδητή αμφισβήτηση του εαυτού της, ή, υπερβαίνοντας μηχανικά της «κρίση» της ξανακερδίζει ένα μέρος της λειτουργικότητάς της ανακαλύπτοντας το δόγμα.  

Στην πρώτη περίπτωση η ποίηση αποδέχεται τη μοίρα της και σμιλεύει τη μάταιη αυτογνωσία της πάνω στην επιτάφια πλάκα της. Αποκομμένη από τις τροφοδοτικές πηγές της τρέφεται από την ίδια της τη σάρκα, μηρυκάζει ή παδωδεί τις μνήμες και τις εμπειρίες της — μια φθίνουσα πρόοδος, είδωλο ειδώλου, αυτοσχόλιο και αυτοσαρκασμός.[1]

Τζαζ, η αιώνια μόδα


του Τέοντορ Αντόρνο 
(το κείμενο γράφτηκε το 1953. Στα ελληνικά περιλαμβάνεται στο βιβλίο Τέχνη και μαζική κουλτούρα)




Πέρασαν σχεδόν πενήντα χρόνια από τότε που ξέσπασε στην Αμερική (1914) ο μεταδοτικός ενθουσιασμός για την τζαζ˙ σ’ όλο το διάστημα η τζαζ διατηρεί τη θέση της ως μαζικό φαινόμενο. Παρά τις δηλώσεις των ιστορικών που την προπαγανδίζουν, η μέθοδός της έχει μείνει ουσιαστικά ανάλλακτη: η προϊστορία της μας φέρνει πίσω σ’ ορισμένα τραγούδια από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως το «Turkey in the Straw» και το «Old Zip Coon». Η τζαζ είναι μια μουσική που αναμειγνύει την πιο στοιχειώδη μελωδική, αρμονική, μετρική και τυπική δομή με τη φαινομενικά διασπαστική αρχή της συγκοπής˙ στην πραγματικότητα, όμως, δεν διαταράσσει ποτέ τη χονδροειδή ενότητα του βασικού ρυθμού, την πανομοιότητα του μέτρου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνέβη τίποτε στην τζαζ. Το μονοχρωματικό πιάνο υποχρεώθηκε να παραδώσει τον κυρίαρχο ρόλο που έπαιζε κατά την περίοδο του ράγκταϊμ σε μικρά σύνολα αποτελούμενα κυρίως από πνευστά όργανα. Η βιαιότητα των πρώτων τζαζ-μπαντ του Νότου και ιδίως της Νέας Ορλεάνης μετριάστηκε με την αύξηση της εμπορευματοποίησης και του ακροατηρίου. Όλες οι προσπάθειες για την επανάκτηση αυτής της αρχικής ζωντάνιας, είτε λέγονται «σουίνγκ» είτε «μπίμποπ», υποκύπτουν στις εμπορικές απαιτήσεις και χάνουν γρήγορα το κεντρί τους. Η αρχή της συγκοπής, που προσέλκυε στην αρχή την προσοχή χάρη στην υπερβολή της, έγινε στο μεταξύ τόσο αυτονόητη που δεν χρειάζεται πια να τονίσει τους αδύναμους χρόνους, όπως κανονικά θα έπρεπε να κάνει. Όποιος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τέτοιους χρόνους σήμερα χαρακτηρίζεται «γελοίος», παλιομοδίτικος, όπως ένα βραδινό φόρεμα του 1927. Το πνεύμα αντιλογίας έχει μετατραπεί σε «ομαλότητα» δεύτερης διαλογής. Η τζαζ-μορφή αντίδρασης έχει κατοχυρωθεί τόσο πολύ, που μια ολόκληρη γενιά νέων ακούει μόνο «συγκοπές», χωρίς να έχει επίγνωση της αρχικής σύγκρουσής τους με το βασικό μέτρο. Ωστόσο, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ακυρώνει το γεγονός ότι η τζαζ έχει μείνει κατά βάση στατική, ούτε λύνει το αίνιγμα που προκύπτει από τη διαπίστωση ότι ο κόσμος δεν βαριέται ποτέ τη μονοτονία της. Ο Winthrop Sargeant, διεθνώς γνωστός σήμερα ως συντάκτης της καλλιτεχνικής στήλης του περιοδικού Λάιφ, έχει γράψει το καλύτερο και το πιο αξιόπιστο βιβλίο πάνω στο θέμα˙ πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε που έγραψε ότι η τζαζ δεν είναι κατά κανέναν τρόπο ένα καινούριο μουσικό ιδίωμα αλλά, αντίθετα, ότι είναι, «ακόμη και στις πολυπλοκότερες εκφάνσεις της, μια σειρά από διαρκώς επαναλαμβανόμενες φόρμουλες». Μια τέτοια αμερόληπτη παρατήρηση φαίνεται ότι μπορεί να γίνει μόνο στην Αμερική˙ στην Ευρώπη, όπου η τζαζ δεν έχει γίνει ακόμη ένα καθημερινό φαινόμενο, υπάρχει μια τάση, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κείνους τους λάτρες της τζαζ που την έχουν υιοθετήσει ως κοσμοθεώρηση, να την κοιτούν ως διάσπαση της αρχικής, ανεμπόδιστης φύσης, ως θρίαμβο πάνω στη μουχλιασμένη, παραδοσιακή κουλτούρα-μουσείο. Όμως, ακριβώς όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη των αφρικανών στοιχείων στην τζαζ, έτσι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και το γεγονός ότι η τελευταία ήταν ενσωματωμένη από την αρχή σ’ ένα άκαμπτο σχήμα, ότι οι ανυπότακτες κινήσεις της συνοδεύονταν από μια τάση τυφλής υπακοής, που την κάνουν να μοιάζει με τον σαδομαζοχιστικό τύπο που έχει περιγράφει από την αναλυτική ψυχολογία με το πρόσωπο που ερεθίζεται με τη μορφή του πατέρα, ενώ κατά βάθος τον θαυμάζει, που προσπαθεί να τον συναγωνιστεί και, παράλληλα, αντλεί ηδονή από την υποταγή του σ’ αυτόν, υποταγή την όποια απεχθάνεται απροκάλυπτα. Αυτή η τάση επιταχύνει την τυποποίηση, την εμπορευματοποίηση και την ακαμψία του μέσου καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι συνέπειες αυτές οφείλονται στην ίδια την τζαζ κι όχι στη μεσολάβηση ενός πρόστυχου επιχειρηματία που εκφαυλίζει τη φωνή της φύσης χτυπώντας την από έξω. Η κακή χρησιμοποίηση της τζαζ δεν οφείλεται σε κάποια εξωτερική συμφορά, όπως υποστηρίζουν με μανία οι καθαρολόγοι υπεραμύντορες της «πραγματικής», «μη παραποιημένης» τζαζ, αλλά στην ίδια την τζαζ. Τα νέγρικα σπιρίτσουαλς, οι πρόδρομοι των μπλουζ, ήταν τραγούδια των δούλων και γι’ αυτό συνδύαζαν το θρήνο της ανελευθερίας με την καταπιεσμένη επιβεβαίωσή της. Επιπλέον, είναι δύσκολο να απομονώσουμε τα αυθεντικά νέγρικα στοιχεία της τζαζ. Το λευκό λούμπεν προλεταριάτο συμμετείχε επίσης στην προϊστορία της, πριν ακόμη προβληθεί αυτή τόσο εντυπωσιακά σε μια κοινωνία που έδειχνε σαν να την περίμενε και που ήταν από πολύ πιο πριν εξοικειωμένη μαζί της, αφού ήξερε το χορό ‘κέικ γουόκ’ και το χορό με κλακέτες.

16 Ποιήματα για την απουσία

του Σωτήρη Λυκουργιώτη


Τα ποιήματα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Τεφλόν#19 και Μανδραγόρας#58


ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Γράφω πάνω σε αποκόμματα εισιτηρίων
στις ατέλειωτες ουρές των δημοσίων υπηρεσιών
και των ταχυδρομείων

Γράφω στην αναμονή
και εν αναμονή

Για αυτό και μοιάζει
σαν να περιμένω κάτι



ΜΝΗΜΗ

Στο τέλος ακόμα και ο Λωτ
θα κοιτάξει προς τα πίσω
στην πόλη με τις ολόφωτες οθόνες
τα βήματά του σταθερά προς το γκρεμό
θα συνεχίσουν —γιατί να σταματήσει;

Αφού της πορείας αυτής
δεν υπάρχει άλλος δρόμος
καταδικασμένοι εμείς
θυσία γραμμής παραγωγής

χωρίς ανάσταση
ή ένα πέρασμα πάνω στο χώρισμα των υδάτων
ή μια κραυγή «θάλαττα θάλαττα»
χωρίς έστω έναν ορίζοντα
να δέσουμε το βλέμμα μας.

Αύτανδρος χάνεται ο κόσμος
κι οι επιβάτες απαθείς
φωτογραφίζουν το τοπίο.

...

Μόνο ως μνήμη αξίζει
μόνο ως μνήμη μπορεί να σωθεί.



ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Εκείνο το βράδυ σκέφτηκε
όλη τη ζωή του
και δε μπορούσε ν΄ αποκοιμηθεί

Εκείνο το βράδυ στέγνωσε
απ΄ το φόβο η ψυχή του
και ο ύπνος τον βρήκε το πρωί

Ξύπνησε κι είχαν ασπρίσει
τα μαλλιά του
εκείνο το βράδυ πέρασε μια εποχή



ΑΥΤΟΣ

Αυτός που χρόνια δούλευε
στο διπλανό γραφείο
σήμερα δεν ήρθε ξαφνικά

αρρώστησε; απελύθη; πέθανε;
μας είναι αδιάφορο
η δουλειά θα συνεχιστεί κανονικά



ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΡΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δένδρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται





ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙ

Και τώρα πείτε μου:
δεν πρέπει κάτι να γραφτεί
για τους αποκλεισμένους του έρωτα
που τα βράδια ξάγρυπνουν
σφιχταγκαλιάζοντας το μαξιλάρι
σφίγγοντας τα δόντια
κλαίγοντας χωρίς δάκρυ

(αφού κανείς δεν είναι εκεί
να τρέξει για αυτόν)

αρκετά δε βρέξαμε την πένα μας
στον ιδρώτα των εραστών;



Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

μη με λυπάσαι
δεν είμαι ναυάγιο

η συνείδηση είμαι του ύφαλου



ΑΝ ΞΕΡΑΜΕ

Αν ξέραμε πως δεν θα σ' άρεσαν τα ποιήματά μας
δε θα γράφαμε ποίημα
Αν ξέραμε πως θα 'φευγες μακριά
δε θα σ' αγαπούσαμε τόσο
Αν ξέραμε το μήκος του ωκεανού
δε θα μπαίναμε ποτέ στη θάλασσα

Αν ξέραμε...
η ζωή θα ήταν λάθος



ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΧΟΥΡΜΑΔΙΑ

θα πεθάνουμε ξαφνικά
ανάμεσα σε αυτήν
και την επόμενη φράση

θα φύγουμε αναίτια
αφήνοντας το ποίημα μας
στη μέση




ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Δοκίμασα πολλές φορές
το φόβο
φόβος της πτώσης
του κενού
φόβος της μοναξιάς

Τίποτα όμως σαν
τον πανικό
σε βραδινό δωμάτιο
έρημος και μόνος
αμήχανος
μπροστά σε μια λευκή σελίδα



AΡΝΙΟΤΑΝ ΠΑΝΤΑ

Για δώδεκα χρόνια
την πρώτη μέρα της άνοιξης
τη ρωτούσα ευγενικά αν ήθελε
να κάνουμε έρωτα.

Αρνιόταν πάντα...

Τη δεκάτη τρίτη χρονιά
την τρίτη μέρα του Μάρτη
ήρθε μόνη της να με βρει
για να μου πει
με παράπονο πως
την είχα πια ξεχάσει.



ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Εδώ ψηλά
νιώθω τη μοναξιά
του φαροφύλακα
που τη νύχτα
περιμένει
δυο φώτα αχνά
από την άκρη
να φανούν
του ακρωτηρίου
σημάδια πως
σε τούτη
τη θάλασσα
υπάρχουν κάποιοι
που ακόμα
ταξιδεύουν



Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

ο κόσμος θα τελειώσει ξαφνικά
ανάσα σε δυο μέτρα ενός πενταγράμμου
μέσα σε μια φράση που δεν ολοκληρώθηκε
στη μέση μιας λέξης που ξεγέλασε
το τέλος της

ο κόσμος θα τελειώσει έτσι απλά
σαν μια σκοπιμότητα χωρίς σκοπό



ΑΤΙΤΛΟ

Άμοιρε κόσμε
όσες παγίδες κι αν στήσεις στα πουλιά
ποτέ δε θα πετάξεις



ΤΑ ΝΥΦΙΚΑ

τα νυφικά
που στέκουν στη βιτρίνα του απέναντι μαγαζιού
μάταια περιμένουν τα ζεστά δέρματα των κοριτσιών να φορεθούν
σήμερα πια οι γάμοι έπαψαν να γίνονται κατά τους τύπους



ΑΠΟΥΣΙΑ

Γεννιέσαι με μια αποκοπή
κάθε σου σμίλευμα
και μια φυγή

Ας μη γελιόμαστε:
δεν είμαστε από στάχτη, χώμα και νερό

Πλασμένοι είμαστε
απ' το εκμαγείο της απουσίας