Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η καταγωγή των αγγέλων και η ανάδυση της μονοθεϊστικής ιδέας

του Φώτη Τερζάκη

Concert of Angels, El Greco

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ απολογητής γράφει: «Ουδείς ίσως κλάδος της Δογματικής εμφανίζει τόσα θεολογούμενα σημεία όσα η αγγελολογία. Πράγματι, το εκ της θείας αποκαλύψεως δεδομένον εις την συνείδησιν της Εκκλησίας φως δεν είναι αρκετόν όπως διαυγάσει πολλάς εκ των όψεων του περί των επουρανίων τούτων όντων θέματος. Αύται, αν και κεντρίζουν την ευσεβή περιέργειαν με ιδιαιτέραν δύναμιν, δεν εκπροσωπούν στοιχεία της πίστεως απαραίτητα δια την σωτηρίαν και πιθανώς ουδέποτε πρόκειται ούτω να γίνουν αντικείμενον γνώσεως βεβαίας εκ μέρους τής επί γης Εκκλησίας».[1]

Δεν βλέπω καλύτερη ομολογία του γεγονότος ότι οι αινιγματικές φιγούρες των αγγέλων είναι ένα στοιχείο ξένο στη ιουδαιοχριστιανική δογματική, επιβίωμα ετερόδοξων ιδεών και επιδράσεων, που οι συστηματικές προσπάθειες να εξημερωθεί είναι καταδικασμένες να αφήνουν πάντα ένα ανησυχητικό φάσμα ασάφειας. Η παρουσία τους είναι ωστόσο ρητή και αδιαμφισβήτητη στα κανονικά κείμενα της Καινής Διαθήκης, όπως άλλωστε και στο Κοράνι. O ίδιος ο Ιησούς διακηρύσσει την ύπαρξη αγγέλων (Μάρκ. η΄ 38, Λουκ. ιε΄ 10, ις΄ 22, κ.α.) και στις κορυφαίες στιγμές του βίου του εμφανίζονται να μαρτυρούν περί αυτού, να τον υμνούν ή να παρεμβαίνουν ως δευτεραγωνιστές στα γεγονότα: ο Γαβριήλ ευαγγελίζεται την έλευσή του (Λουκ. α΄ 26 κ.ε.), «άγγελος Κυρίου» εμφανίζεται στον Ιωσήφ (Ματθ. α΄ 20 κ.ε., β΄ 13, 19, 20) και στους ποιμένες (Λουκ. β΄ 8 κ.ε.), στρατιά ολόκληρη ανυμνεί τον Ύψιστο κατά τη γέννησή του (Λου. β΄ 13, 15), άλλοι τον υπηρετούν στην έρημο μετά την κατανίκηση του πειρασμού (Ματθ. δ΄ 11), άλλος τον ενισχύει στο Όρος των Ελαιών πριν από το πάθος (Λουκ. κβ΄ 43), δύο εξ αυτών βεβαιώνουν την ανάστασή του ενώ κάποιος άλλος κύλησε την πέτρα του μνήματος (Ματθ. κη΄ 2 κ.ε., Μάρκ. ις΄ κ.ε., Λουκ. κδ΄ 4 κ.ε., 23, Ιω. κ΄ 12, 13), δύο επίσης ομιλούν στους μαθητές του για τη Δευτέρα Παρουσία τη στιγμή της Αναλήψεως (Πράξ. α΄ 10, 11)· η αγγελική συμπαράσταση επεκτείνεται και στην πρώτη Εκκλησία, της οποίας ιδίως ο Μιχαήλ, προστάτης του Ισραήλ κατά την Π. Διαθήκη, αναγορεύεται στο εξής προστάτης (Πράξ. ε΄ 19, 20, η΄ 26, ι΄ 3 κ.ε., ιβ΄ 7 κ.ε., 23, κζ΄ 23).

Διευκρινίσεις για την έννοια του πολιτικού


του Φώτη Τερζάκη


Κατανοώ μία έννοια σημαίνει είμαι σε θέση να αναχθώ, ακολουθώντας αντίστροφα τις ιστορικές τροχιές που διαγράφει, στους ιδιάζοντες όρους της κοινωνιοϊστορικής της παραγωγής. Η έννοια της πολιτικής είναι μια ιστορική δημιουργία του ελληνικού κόσμου και παρήχθη στις ιδιόμορφες συνθήκες της ελληνικής –ιωνικής– πόλεως του 6ου αιώνα π.Χ.· αναπτύχθηκε σε όλο σχεδόν το φάσμα των σημασιών της τους επόμενους δύο αιώνες στην πόλη της Αθήνας. Όπως και το ρήμα πολιτεύεσθαι, σχηματίζεται από την ίδια την ονομασία της πόλεως και σηματοδοτεί τη δέσμη των δραστηριοτήτων που ιδιάζουν στην πόλη. Ποιες δραστηριότητες, όμως, ιδιάζουν στην πόλη;

Μια σύντομη επισκόπηση των ιστορικών και αρχαιολογικών δεδομένων δείχνει με αρκετά περιθώρια βεβαιότητας ότι, στο υπόβαθρο μιας διαχεόμενης εγγραμματοσύνης που βασίστηκε στη δημιουργία της φωνητικής αλφαβήτου και μιας διευρυμένης χρηματοποίησης των συναλλαγών, εκείνο που διαφοροποίησε τις ελληνόφωνες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου από αντίστοιχες πόλεις-κράτη της Εγγύς Ανατολής (Μεσοποταμίας, Αιγύπτου, Κοιλάδας του Ινδού ή και Κίνας), οι οποίες είχαν προηγηθεί στη δημιουργία γεωργικού πλεονάσματος, στην επινόηση της μεταλλουργίας, της γραφής και του χρήματος, ήταν η αδυναμία των πρώτων να κεντροποιηθούν υπό ένα συμπαγές εδαφικό δίκτυο εξουσίας. Οφείλεται πιθανόν σε τυχαίους γεωφυσικούς παράγοντες, αλλ’ από τη στιγμή που παγιώθηκε, η «αδυναμία» αυτή έγινε καταλύτης ραγδαίων αλλαγών: η κοινωνική οργάνωση των γενών διαλύθηκε γρήγορα, μαζί με τις παραδοσιακές σημασιοδοτήσεις του κόσμου, και στη θέση της αναδύθηκε μια αυτοδιοικούμενη, αν και ταξικά διαφοροποιημένη κοινότητα. Καθώς καμία από τις αναδυόμενες αυτές τάξεις δεν είχε αρκετή δύναμη να επιβληθεί στις άλλες, έγινε υποχρεωτική μεταξύ τους μια διαλογική μεσολάβηση (διαλέγεσθαι), και η δημιουργία ενός «κοινού χώρου» για τη διεξαγωγή της (αγορά ή Εκκλησία).

Σκέψεις πάνω στο ανθρωπολογικό νόημα της γιοργής

* Σαν επίλογος, στο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη, Θρησκειολογικά Ελάσσονα, Futura, 2018



Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ παραμένει συνδεδεμένη στο μυαλό μας με τη θρησκευτική ζωή. Οι προσπάθειες που έγιναν μετά την εποχή των αστικών επαναστάσεων να καθιερωθούν αποκλειστικά «κοσμικές» γιορτές ήταν μάλλον ανούσιες απομιμήσεις θρησκευτικών τελετουργιών, κι επιπλέον είχαν τον χαρακτήρα της διοικητικής επιβολής από το κράτος: τους έλλειπε, με άλλα λόγια, το συστατικό της λαϊκότητας που είναι ουσιώδες γνώρισμα της γιορτής. Η αληθινή γιορτή, όπως γνωρίζει κάθε εμπειρικός ερευνητής, είναι λαϊκή και έχει θρησκευτικές ρίζες – που είναι ίσως το ίδιο ειπωμένο με άλλα λόγια.

Ανοιχτή επιστολή στον Κώστα Δεσποινιάδη για την ελληνική κρίση του Δεκεμβρίου (2008) - Φώτης Τερζάκης



Η απεργία είναι φυσικόν γεγονός, το οποίον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητος, όπως δεν εξετάζει κανείς εάν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα και κατά νόμον, εάν πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, εάν έχωμεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους.

[Απάντηση του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ επί Οικουμενικής Κυβερνήσεως του 1927 όταν κατεσυκοφαντούντο οι πρώτοι δημόσιοι υπάλληλοι απεργοί]

Αγαπητέ Κώστα,


Μια βίαιη κοινωνική έκρηξη, όπως αυτή των ημερών που ακόμα ζούμε, δεν είναι ποτέ κάτι εύκολο να κατανοηθεί. Όποιος προσπαθεί να μιλήσει δημόσια και να μεταφράσει σε μονοσήμαντες σημασίες πράξεις ετερόκλητες, με διαφορετικά κίνητρα εκ μέρους διαφορετικών δρώντων και σε κυμανόμενο βαθμό τυφλές (δηλαδή: μη επαρκώς αναστοχασμένες από τους ίδιους τους φορείς τους) πρέπει να ριγεί από το βάρος της ευθύνης και από το συντριπτικό φορτίο του καθήκοντος που αναλαμβάνει. Το αντίθετο ακριβώς, δηλαδή, από την εγκληματική επιπολαιότητα με την οποία είδαμε να μιλούν αυτές τις ημέρες οι εκπρόσωποι του πολιτικού κατεστημένου και οι επαγγελματίες δημαγωγοί των ΜΜΕ. Ιδίως ο λεγόμενος αντιεξουσιαστικός χώρος, με τον οποίον εξακολουθούν να μας συνδέουν συγκεκριμένοι και καθόλου συγκυριακοί προσωπικοί και ιστορικοί δεσμοί, έχει μπροστά του ένα δύσκολο έργο: όχι μόνον επειδή γίνεται αντικείμενο αισχρής και αστόχαστης κατασυκοφάντησης (η οποία εν συνεχεία θα οπλίσει το επόμενο αστυνομικό χέρι), ούτε βέβαια επειδή ανταποκρινόμενος σε τυχόν ναρκισσιστικές του αυτοεικόνες θα όφειλε να διεκδικήσει δάφνες επαναστατικής πρωτοπορίας (αυτό ταιριάζει μόνο στα σταλινικά κόμματα), αλλά προπαντός επειδή είναι ο μόνος που δεν έχει να αποκομίσει κανένα βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο κοινωνικό, οικονομικό ή πολιτικό όφελος από οιαδήποτε πρακτική έκβαση των πραγμάτων, οπότε τα συμφέροντά του συμπίπτουν θέλοντας και μη με την επιδίωξη της αλήθειας.

Η «διαλεκτική του κυρίου-και-του-δούλου» από τον Χέγκελ στον Νίτσε






Ο ΝΙΤΣΕ ΔΕΝ είναι εύκολος φιλόσοφος. Οι σπάνιες λογοτεχνικές αρετές της πρόζας του, στις οποίες χρωστάει τη μεγάλη του δημοτικότητα ως συγγραφέας, είναι εκείνο ακριβώς που φορτίζει την κατανόησή του με ανεξάλειπτη πολυσημία κάνοντάς την μιαν αβέβαιη περιπέτεια και απαιτεί δεινές ερμηνευτικές δεξιότητες από τον μελετητή του. Γι’ αυτό και οι παρανοήσεις που μια μεταθανάτια μοίρα τού επιφύλαξε τον έχουν πλήξει περισσότερο από κάθε άλλον φιλόσοφο στην ιστορία. Δεν είναι βεβαίως το θέμα να υπερασπιστούμε έναν «καθαρό» Νίτσε, διότι κανένας φιλόσοφος δεν είναι «καθαρός», αν με αυτό εννοούμε απαλλαγμένος από αμφισημία. Το θέμα είναι να πάμε κόντρα στη μόδα να χρησιμοποιείται ο Νίτσε προς συνηγορία των απόψεων του (σχεδόν) οποιουδήποτε, και αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο με έναν τρόπο: φωτίζοντας τη σκέψη του και τις συχνά αινιγματικές ––και σχεδόν πάντοτε προκλητικές–– διατυπώσεις του μέσ’ από την ανασύσταση του συμφραζομένου εκείνου το οποίο είναι από τη φύση του πολύ λιγότερο διφορούμενο, και ως εκ τούτου μπορεί να νοηματοδοτήσει με ασφάλεια πολλά διαμφισβητούμενα σημεία: δηλαδή, το ιστορικό περιβάλλον με το οποίο συνομιλεί και τη φιλοσοφική παράδοση με την οποία, ρητά ή υπόρρητα, διαλέγεται η σκέψη του.

Η πρόοδος ως θυσία, και οι έννοιες της «μίμησης» και του «οργίου» στη σύγχρονη θεωρία


Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗ μορφή τής γνώσης και ως προνομιακή δραστηριότητα της γλώσσας, επιφορτισμένη με το έργο να θεσπίσει ή να άρει τόσο τα επιμέρους γνωστικά πεδία και μέσα όσο και τα ισχύοντα πλέγματα των αξιών στην ανθρώπινη κοινωνία, τελείωσε καθώς λένε με τον Χέγκελ. Αυτός, ο τελευταίος στοχαστής που ερμήνευσε τον κόσμο ως Λόγο, ορίζει και το σημείο καμπής τού νεότερου αστικού πολιτισμού, εκεί όπου τα επαναστατικά ιδεώδη συνάντησαν το όριό τους στον τρόπο με τον οποίον οργανώθηκε η καινούργια κοινωνία και οι φορείς τους μετατράπηκαν σε ιδιοτελείς απολογητές μιας ελάχιστα ανθρώπινης κατάστασης πραγμάτων. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν κάνουν στο εξής το έργο τής σκέψης εξ ορισμού προβληματικό: η αμφισημία εγκαθίσταται στην καρδιά του πραγματικού, καθώς ένας πολιτισμός καταποντίζεται από τις δυνάμεις που ο ίδιος εξαπέλυσε· ο στοχασμός δεν βρίσκει θεμέλιο και το νέο αναβάλλει διαρκώς την έλευσή του. Μέσα σε τούτο το κλονισμένο σύμπαν η θεωρία, αν και ανίσχυρη, αποκτά μια επείγουσα σημασία καθώς τα ερωτήματα τίθενται με όρους επιβίωσης ή θανάτου. Αυτό είναι που δίνει στη σκέψη του εικοστού αιώνα αυτή την τρομακτική της σοβαρότητα, σφραγισμένη βαθιά από την οδύνη, την αγωνία και τη σύγχυση.

Ποίο είναι το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής;

Έθνος, Λαός, Τάξεις και Κοινωνικά Κινήματα*

έργο του εικαστικού IAN HAMILTON

Στην πολιτική γλώσσα μιλάμε συχνά για «συλλογικά υποκείμενα». Τί εννοούμε; Η έννοια του υποκειμένου που σήμερα χρησιμοποιούμε είναι μια έννοια νεωτερική, του δέκατου έβδομου αιώνα. Την οφείλουμε στον Καρτέσιο, ο οποίος την έκανε, όπως λέγεται, «νέα γη» όλης της μοντέρνας φιλοσοφίας. Σε αυτή την καταγωγική σύλληψή της σήμαινε ακριβώς την αυτοστοχαζόμενη συνείδηση. Ο Καρτέσιος βέβαια την αντιλαμβανόταν ως ατομική συνείδηση, πράγμα που υπονοείται ακόμα στις περισσότερες εμπειρικές χρήσεις τής λέξης. Ο όρος «συλλογικό υποκείμενο» δεν θα ήταν διόλου αυτονόητος, λοιπόν, αν δεν είχε γίνει κανονικό μέρος τού μαρξιστικού λεξιλογίου. Υπονοεί μια ομάδα ανθρώπων ενωμένων από μια κοινή συνείδηση του ανήκειν – και, ανεξαρτήτως του υπό ποιους αντικειμενικούς (εξωτερικούς) όρους μπορεί αυτή να παραχθεί, το στοιχείο συνείδηση είναι που συνιστά την υποκειμενικότητα ως τέτοια: χωρίς αυτήν, κανένα κοινό χαρακτηριστικό ή συμφέρον δεν θα συγκροτούσε κάτι άξιο να ονομαστεί «υποκείμενο».

Τι σώζεται από την καταστροφή των σημασιών;




Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω αυτή τη φορά με ένα ανέκδοτο. Ένας τουρίστας περιφέρεται στην παλιά Πράγα, και βλέπει μια βιτρίνα με ρολόγια. Μπαίνει στο κατάστημα, και ρωτάει τον ηλικιωμένο Εβραίο που στέκεται πίσω από τον πάγκο:

– Μπορώ να δω ένα ρολόι χειρός;

– Δεν πουλάμε ρολόγια εδώ, κύριε.

– (Σαστισμένα) Και τί κάνετε δηλαδή;

– Περιτομές!

– Ναι, αλλά στη βιτρίνα…

– Και τι θέλατε να κρεμάσουμε στη βιτρίνα, κύριε;

Ἡ κριτική στάση


Σκεφτόμαστε ἐπειδή βρισκόμαστε σέ πόνο, σέ φόβο, σέ σύγχυση. Μακριά ἀπό τίς ὀλύμπιες κλασικές ἀναπαραστάσεις πού τόν ἤθελαν θεμέλιο καί σκέπη τοῦ κόσμου, κορωνίδα ἑνός ἱεραρχημένου καί έπιβλητικοῦ σύμπαντος, ὁ Λόγος ἴσως νά μήν ἐκφράζει τίποτα περισσότερο ἀπό τήν ἱκανότητα τῆς ζωῆς ν’ ἀνοίγει δρόμους ἐκεῖ ὅπου  ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπειλή τοῦ ἀφανισμοῦ λίγο-λίγο τήν παγιδεύουν, ἐγκλωβίζουν τίς προοπτικές της. Γι' αὐτό, τό ἔργο της μοιάζει μέ τό σισύφειο ἐγχείρημα, γι’ αὐτό καί ἡ φιλοσοφία, ὡς ἔργο ἀνθρώπινο καί ἔργο ἱστορικό, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ, τελικά, παρά μόνον ἁπό τήν πλευρά τῆς τραγωδίας.

Στά χρόνια τοῦ Διαφωτισμοῦ κριτικός, κριτική ἱκανότητα σήμαινε τή δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης διαπερνώντας ὄλους τούς δεσμούς ὑποταγῆς πρός κάθε εἴδους ἐξουσίες, ἐξουσίες φυσικές καί ἐξουσίες κοινωνικές, νά χειραφετηθεῖ, ἀναγνωρίζοντας τήν «ἀληθινή» της φύση, τίς δυνατότητες καί τα ὅριά της. Πίσω ἀπό τοῦτο τό ἀναμφίβολα ἀλαζονικό ἐγχείρημα πού θά ἄφηνε στό τέλος μετέωρη αὐτήν τή σκέψη, ἀνίκανη νά βρεῖ ἕνα ἔρεισμα ἔξω ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό της, κρύβεται ἡ ἀπόγνωση μιᾶς συνείδησης ἔκπτωτης, μιᾶς συνείδησης πού ἀδυνατεῖ πλέον νά κατοικήσει ἕναν κόσμο ἀνθρώπινο καί ὡστόσο ἐχθρικό ἀπέναντι στίς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Πίσω ἀπό τή ρηξικέλευθη τόλμη τοῦ Διαφωτισμοῦ κρύβεται μιά ἀνθρώπινη στάση βαθειᾶς καί ἀπαρηγόρητης ἀπελπισίας.

Αὐτοῦ τοῦ κόσμου κληρονόμοι σήμερα, τοῦ κόσμου τῶν ἀνταγωνιστικῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων καί τοῦ έξαρτημένου ἀπό μιά τεχνολογία δίχως σκοπό κόσμου, δέν εἴμαστε πλέον σέ θέση νά βροῦμε κατοικία πού θά στεγάσει τά ὄνειρά μας, ὅσα ἡ ἱστορική ζωή φάνηκε γιά μιά στιγμή τουλάχιστον νά μᾶς ὑπόσχεται καί ὅσα δέν εἴμαστε διατεθειμένοι μέ κανένα ἀντάλλαγμα ν’ ἀπαρνηθοῦμε. Ὅταν καί ὅσο ἀρνούμαστε νά συνθηκολογήσουμε μέ μία κοινωνική πραγματικότητα πού ἔχει πλέον τή φύση τῆς πέτρας, ὄταν καί ὅσο ἀρνούμαστε νά νομιμοποιήσουμε μέ τή συμμετοχή μας αὐτό πού ὑπάρχει, ὅσο μποροῦμε ν’ ἀντλοῦμε τήν τελευταία δυνατή χαρά μετασχηματίζοντας τήν ὀδύνη τῆς ματαίωσης σέ μάχιμη σκέψη, σκέψη πού ἐκθεμελιώνει τό ὑπάρχον καί δείχνει ἀνυποχώρητα πρός ἐκεῖνο πού θά μποροῦσε, πού ἀκόμα περιμένει νά ὑπάρξει, ἡ κριτική γίνεται τότε ἡ μοίρα μας – καί αὐτό δέ σημαίνει ἁπλῶς ἕναν τρόπο σκέψης, οὔτε πολύ περισσότερο ἕνα ὕφος ἤ μια τεχνοτροπία, ἀλλά μιά στάση ζωῆς, πού περιέχει ἀσφαλῶς κι ἕναν τρόπο σκέψης. Ἡ κριτική στάση εἷναι ἡ μοίρα ἐκείνου πού λύνει ὅλους τούς δεσμούς καί τίς οἰκειότητες, ἀναλαμβάνει σχεδόν ἀσκητικά τήν ἠθελημένη μοναξιά καί τήν περιπλάνηση ἐπειδή ἀρνεῖται πεισματικά νά ξεχάσει τί εἷναι ἐκεῖνο πού πρέπει νά διασωθεί. Ἡ κριτική εἷναι ἡ στάση τῆς μεγάλης ἄρνησης, εἷναι ἡ μοίρα πού σφραγίζει ἀνεξίτηλα μιά ζωή κάνοντάς την ἀνέστια, ὁδηγώντας την σέ μιάν ἀβάσταχτη, κι ὡστόσο ἀνειλημμένη σά νά πρόκειται γιά γιορτή, ἐξορία· καί ὅμως, λίγο πρίν ἀπό τή βέβαιη ἥ πιθανή συντριβή, μέσα ἁπό τήν ἔσχατη διακινδύνευση καί τήν ἐκούσια θυσία, ἀνταμείβει μέ τήν παράδοξη γαλήνη μιᾶς ζωῆς πού δέν ἀποποιήθηκε τό νόημά της καί μέ τήν ὑπόσχεση μιᾶς ἐκστατικῆς συμφιλίωσης μέ ὅ,τι πολύτιμο καί βαθύ δέν μπόρεσε ἐπίσης νά βρεῖ μέσα στήν ὑπάρχουσα ἱστορική στιγμή δικαίωση καί κατοικία. Στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀντοχῆς, ἡ κριτική στάση εἶναι ἡ μόνη πού διαφυλάσσει τήν παράδοξη ἕνωση τοῦ ἀκραίου ἀσκητισμοῦ καί τῆς ὀργιαστικῆς ἐπανεύρεσης τοῦ κόσμου.

Στήν πιό ἐκλαϊκευμένη σήμερα σημασία της, ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς ἔχει φτάσει νά σημαίνει τή μεσιτευμένη ἀπό τή βιομηχανία κουλτούρας ἐπαγγελματική δραστηριότητα τοῦ τεχνοκριτικοῦ. Ἡ σημασία της ὅμως αὐτή, ὡς προσδεμένης στήν καλλιτεχνική δημιουργία θεωρητικῆς δραστηριότητας, ὅταν ἀρνεῖται νά ξεπέσει στόν κομφορμισμό ἑνός στείρου ἐπαγγελματισμοῦ, ἀντλεῖται ἀπό τήν πρόθεσή της νά μεσολαβήσει κοινωνικά τό ἔργο, πράγμα πού θά τήν ὑποχρεώσει, ἀργά ἤ γρήγορα, σέ μιά δεσμευτική ἐπιλογή: στήν ἀμυντική ὑπεράσπιση αὐτοῦ πού ὑπάρχει καί κωδικοποιεῖται στά πλέον τυπικά μορφικά στοιχεῖα τοῦ ἔργου, ἤ, ἀντίθετα, στή μαχητική ἀνάδειξη τοῦ οὐτοπικοῦ στοιχείου, ἐκείνων τῶν ριζικά καινούργιων φαντασιακῶν σημασιῶν πού κάθε ἀληθινό ἔργο φέρνει στόν κόσμο φανερώνοντας τήν ἀγεφύρωτη ἀντίθεση μεταξύ ἀλήθειας καί πραγματικότητας.


Στήν βαθύτερη σημασία της ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς παραμένει ἀκόμα συνδεδεμένη μέ τό πρόγραμμα τοῦ Διαφωτισμοῦ καί μέ τή θεωρητική κληρονομιά του. Πασχίζοντας αὐτός νά βρεῖ ἕνα πέρασμα ἐκεῖ ὅπου ὅλοι οἱ δρόμοι ἔμοιζαν παγιδευμένοι, ἔκοψε ἀποφασιστικά ἕνα διπλό δεσμό: ὄχι μόνον ἀντιτέθηκε σέ ὑπάρχουσες μορφές κοινωνικῆς ὀργάνωσης καί σέ κοινωνικῆς προελεύσεως ἐξουσίες, ἀλλά ἐπίσης καί σέ ὅ,τι ἕφερε τό ἔμβλημα τοῦ φυσικοῦ καί τῆς φύσης πού στά μάτια του φάνηκε ὡς μία ἀλλη μορφή καταναγκασμοῦ καί ἐξουσίας. Ἔτσι ὁ Διαφωτισμός παγιδεύτηκε καί ὁ ἴδιος μετασχηματιζόμενος σέ στείρα αὐτοανασκόπηση μιᾶς χωρίς ἀναφορικό λογικότητας· οἱ τελευταῖοι του ἐπίγονοι, κομφορμιστές πανεπιστημιακοί ἐξαρτημένοι ἀπό τίς σημερινές μορφές κράτους, διακηρύσσουν μέ τήν ἴδια τους τή μορφή ὕπαρξης τήν τραγική του χρεωκοπία. Ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς πρέπει σήμερα νά μετασχηματιστεῖ: βιωμένη ὡς δραματική καί θαρραλέα ἀνθρώπινη στάση θά βρεῖ τό μοναδικό σύμμαχο στήν ἑλπίδα μιᾶς ἀνάκτησης τοῦ φυσικοῦ δεσμοῦ ἐνάντια στίς θεσμοποιημένες ἐργαλειακές κοινωνικές πρακτικές, ἐνάντια στό φετιχισμό τοῦ θεσμικοῦ ἀλλά καί στήν κουλτούρα τῆς ἀγορᾶς καί τῶν ἀνταγωνιστικών ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἡ φιλοσοφία ὡς κριτική ὀφείλει νά ἀξιώσει νά γίνει ἡ φωνή τῶν πραγμάτων· ἡ ἀποφασισμένη μοναχικότητα τῆς κριτικῆς στάσης θα βρεῖ τή δικαίωσή της ὡς ἀδιάρρηκτη συμμαχία μέ τόν πάσχοντα Κόσμο. 

Φώτης Τερζάκης

Το νεανικό αυτό κείμενο του Φώτη Τερζάκη δημοσιεύτηκε το 1989 στο περιοδικό Σημειώσεις και αναδημοσιεύτηκε το 2015 στο πρώτο τεύχος του Σκαντζόχοιρου. 

H «προδοσία των διανοουμένων» και η συνεχιζόμενη αντεπίθεση της νέας δεξιάς

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σημειώσεις, Δεκέμβριος 2015



ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟ χειμώνα του 2015, τη στιγμή που μια εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση η οποία θέλει να λέγεται «αριστερή» γονάτιζε μπροστά στα εκτελεστικά όργανα των ευρωπαϊκών τραπεζών και επιχειρήσεων παραιτούμενη από το ανειλημμένο καθήκον να κυβερνήσει προς το συμφέρον τού λαού που την εξουσιοδότησε, πρακτορεία του νεοφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» και του δωσιλογικού ευρωπαϊσμού στο εσωτερικό τής χώρας –έντυπα όπως το The Athens Review of Books, το The Books Journal κι ένα μέρος τού αηδιαστικού καθεστωτικού τύπου– σήκωναν έναν αδικαιολόγητο θόρυβο δημοσιότητας γύρω από ένα «φιλοσοφικό» πόνημα τρίτης –επιεικώς– κατηγορίας: το βιβλίο τού Mark Lilla, Η σαγήνη των Συρακουσών. Διανοούμενοι στην πολιτική [1]. Γιατί άραγε;

Στοιχεία του σύγχρονου (χρηματοπιστωτικού) ολοκληρωτισμού


Μανιφέστο του «Δημοκρατικού» Ολοκληρωτισμού

Κυκλοφορούσε καιρό στο διαδίκτυο· τώρα, μεταφρασμένο για πρώτη φορά στα ελληνικά (και σχολιασμένο) από τον Γιάννη Δ. Ιωαννίδη, δημοσιεύεται στο Πανοπτικόν 19. Πρόκειται για το περίφημο κείμενο του στελέχους τού ΟΟΣΑ Christian Morrisson, γραμμένο το 1996, με τίτλο «Οι δυνατότητες πολιτικής πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών». «Μαθήματα κυριαρχίας από τους επιγόνους του Μακιαβέλι», υποτιτλίζει δηκτικά ο μεταφραστής.

Είναι μια σειρά οδηγίες προς κυβερνήσεις, αποκαλυπτικές μέσα στον κυνισμό τους, για το πώς να επιβάλλουν τις «διαρθρωτικές αλλαγές» που απαιτούσε το Σύμφωνο της Ουάσινγκτον – στις «αναπτυσσόμενες χώρες», τότε· σήμερα, σε ολόκληρο τον κόσμο. Πράγμα που μαρτυρεί εύγλωττα, πέραν των άλλων, ότι η «κρίση» του 2008 είναι η κορύφωση μιας κανονικής διαδικασίας η οποία αναπτύσσεται απρόσκοπτα και βάσει κεντρικού σχεδίου από τη δεκαετία του 1980, από την περιφέρεια προς τα κέντρα του πλανήτη. Η διαδικασία για την οποία πρόκειται είναι «απλώς» η αλλαγή μοντέλου τού καπιταλισμού (με έξοδα, εννοείται, των λαών του κόσμου) που εκδιπλώνεται σταθερά στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα.

Σκέψεις πάνω στην "απαισιόδοξη ανθρωπολογία"


ΟΣΟΙ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ από τον μαρξισμό ή εν γένει την επαναστατική παράδοση δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις προκείμενες της απαισιόδοξης ανθρωπολογίας. Άνθρωποι που στοιχημάτισαν τα πάντα στην πιθανότητα μιας μεστής νοήματος αλλαγής στην ανθρώπινη ζωή, στην ανθρώπινη ιστορία, το ελάχιστο που όφειλαν να προϋποθέτουν είναι πως μια τέτοια αλλαγή είναι καταρχήν δυνατή: εκείνο που χρειάζεται είναι να αρθούν οι δομές της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας οι οποίες αποτελούν προϊόν μιας διαστρεβλωμένης ιστορικής εξέλιξης, προϊόν κατακλυσμιαίων αλλά πάντως ατυχηματικών παραγόντων, προκειμένου να πραγματωθούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα οι ανεσταλμένες ως τώρα δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης. Η ανθρωπολογία του νεαρού Μαρξ, χρεωμένη στον Φώυερμπαχ και στον πρώιμο Χέγκελ, μιλούσε ακριβώς για πραγμάτωση της ανθρώπινης «ουσίας», κάτι το οποίο παρέμενε υπό τις παρούσες συνθήκες εγκλωβισμένο στο ιστορικό κέλυφος της «αλλοτρίωσης».

Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα.



Όλη αυτή η βλακώδης φασαρία που γίνεται στις ημέρες μας γύρω από το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, η άκριτη μεγέθυνσή του από ημιμαθείς οπαδούς όσο και η άσκοπη δαιμονοποίησή του από μια κατηγορία ηθικιστών της πολιτικής έχει συσκοτίσει το πραγματικό περιεχόμενο μιας σκέψης που κατ’ αρχάς μπορεί να θεωρηθεί εύληπτη και διόλου δυσανάγνωστη, πολύ περισσότερο όμως έχει συγκαλύψει το πραγματικό κλίμα ζυμώσεων, συζητήσεων και αντιπαράθεσης των ιδεών σε ορισμένους κύκλους της αιρετικής αριστεράς, περιβάλλον μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε και χωρίς το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί πραγματικά. Διότι ο Κονδύλης, παρ’ ότι ο ίδιος υιοθετούσε ένα ηρωικό και επιθετικά εξατομικευμένο ύφος, δεν ήταν βέβαια ούτε ο «διανοητικός γίγαντας» (που φάνταζε στα μάτια των πνευματικών νάνων της εγχώριας διανόησης) ούτε ο κομήτης που έπεσε από το γερμανικό Πανεπιστήμιο (ή όποιον άλλο μυθικό τόπο καταγωγής, για τους επαρχιώτες λογίους που πιστεύουν ότι η αληθινά φιλοσοφική σκέψη έρχεται πάντα από «αλλού»), αλλά γνήσιο προϊόν ενός γόνιμου, μολονότι περιθωριοποιημένου, διαλόγου που ξεκινάει στους κόλπους της αποκλίνουσας τροτσκιστικής ομάδας του Σπύρου Στίνα μετά τον πόλεμο και καταλήγει στον κύκλο του περιοδικού «Σημειώσεις» από τη Μεταπολίτευση και μετά.

Τρομοκρατία των ιδεών και φιλελεύθερη υποκρισία

του Φώτη Τερζάκη

Δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα και τα μαντρόσκυλα του φιλελευθερισμού (Ηλία Κανέλλης, Ηλίας Μαγκλίνης, Πάσχος Μανδραβέλης, Πέτρος Τατσόπουλος, ανώνυμοι καταδότες στις υπηρεσίες τού Διαδικτύου, ο αξιοθρήνητος Δένδιας, και άλλοι πολλοί ων ουκ έστι τέλος) δείχνουν πάλι τα δόντια τους· οι δολοφόνοι τού νοήματος διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το ότι ένας «δολοφόνος» διεκδικεί το δικαίωμα να δημοσιοποιεί απόψεις του μέσ’ από τον δίαυλο που είναι κατά συνθήκην υποχρεωτικός για όποιον επιθυμεί να εκφραστεί δημοσίως: την έκδοση ενός βιβλίου που κυκλοφορεί ως εμπόρευμα στην αγορά. Ποιον επιδιώκουν να τρομοκρατήσουν; Τους πολυάριθμους αναγνώστες και αγοραστές τού βιβλίου; Τον εκδοτικό οίκο που ανέλαβε την έκδοση; Τους νόμιμους δικαιούχους που είναι η οικογένεια του φυλακισμένου συγγραφέα; Ή ολόκληρη την Αριστερά στο πλαίσιο ενός βρόμικου πολιτικού παιχνιδιού κατασπίλωσης και συκοφάντησης ενόψει τού τρόμου που διακατέχει όλο το σαθρό πολιτικό σύστημα και τους προστάτες του απέναντι στο ενδεχόμενο μιας εκλογικής νίκης τού ΣΥΡΙΖΑ (ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό στην πράξη);

Μερικές εφαρμοσμένες παρατηρήσεις για το σχετικισμό οικονομικού πολιτικού



Ο,τι άποψη κι αν έχει κανείς για τις θέσεις που κατά καιρούς εκφράζει δημοσίως ο Γιάννης Βαρουφάκης, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε την επιστημονική του επάρκεια ούτε την εντυπωσιακή ευστοχία του ως αναλυτή. Ως οικονομολόγος επιδεικνύει έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας, που σημαίνει, επίγνωση των περιοριστικών ορίων και των αδιευκρίνιστων προϋποθέσεων της επιστημονικής γλώσσας που χειρίζεται, ό,τι συνήθως λείπει από τους επαγγελματίες του κλάδου. Ανάμεσα στους κριτικούς οικονομικούς αναλυτές που η συγκυρία της τρέχουσας κρίσης έχει δικαιολογημένα φέρει στο προσκήνιο,1 ο Γ. Βαρουφάκης είναι ο πιο καθαρόαιμος κεϋνσιανός: πραγματιστής, δεν φαντάζεται ούτε συζητάει μια υπέρβαση της κοινωνίας της αγοράς, αντιλαμβάνεται όμως ότι χωρίς τη σύσταση ισχυρών ρυθμιστικών μηχανισμών μια οικονομία της αγοράς είναι αθεράπευτα έρμαιο καταστροφικών κρίσεων. Αντίστοιχα, δεν φαίνεται να πιστεύει σε συλλογικές αλλαγές που μπορούν να επέλθουν από τη συλλογική δράση των «από κάτω», εναποθέτει απλώς τις ελπίδες του σε έναν ορθολογικότερο σχεδιασμό της κρατικής (και διακρατικής) πολιτικής – εξ ου και η επιλογή του να συνομιλεί με ηγεσίες και διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής.