Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διευκρινίσεις για την έννοια του πολιτικού


του Φώτη Τερζάκη


Κατανοώ μία έννοια σημαίνει είμαι σε θέση να αναχθώ, ακολουθώντας αντίστροφα τις ιστορικές τροχιές που διαγράφει, στους ιδιάζοντες όρους της κοινωνιοϊστορικής της παραγωγής. Η έννοια της πολιτικής είναι μια ιστορική δημιουργία του ελληνικού κόσμου και παρήχθη στις ιδιόμορφες συνθήκες της ελληνικής –ιωνικής– πόλεως του 6ου αιώνα π.Χ.· αναπτύχθηκε σε όλο σχεδόν το φάσμα των σημασιών της τους επόμενους δύο αιώνες στην πόλη της Αθήνας. Όπως και το ρήμα πολιτεύεσθαι, σχηματίζεται από την ίδια την ονομασία της πόλεως και σηματοδοτεί τη δέσμη των δραστηριοτήτων που ιδιάζουν στην πόλη. Ποιες δραστηριότητες, όμως, ιδιάζουν στην πόλη;

Μια σύντομη επισκόπηση των ιστορικών και αρχαιολογικών δεδομένων δείχνει με αρκετά περιθώρια βεβαιότητας ότι, στο υπόβαθρο μιας διαχεόμενης εγγραμματοσύνης που βασίστηκε στη δημιουργία της φωνητικής αλφαβήτου και μιας διευρυμένης χρηματοποίησης των συναλλαγών, εκείνο που διαφοροποίησε τις ελληνόφωνες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου από αντίστοιχες πόλεις-κράτη της Εγγύς Ανατολής (Μεσοποταμίας, Αιγύπτου, Κοιλάδας του Ινδού ή και Κίνας), οι οποίες είχαν προηγηθεί στη δημιουργία γεωργικού πλεονάσματος, στην επινόηση της μεταλλουργίας, της γραφής και του χρήματος, ήταν η αδυναμία των πρώτων να κεντροποιηθούν υπό ένα συμπαγές εδαφικό δίκτυο εξουσίας. Οφείλεται πιθανόν σε τυχαίους γεωφυσικούς παράγοντες, αλλ’ από τη στιγμή που παγιώθηκε, η «αδυναμία» αυτή έγινε καταλύτης ραγδαίων αλλαγών: η κοινωνική οργάνωση των γενών διαλύθηκε γρήγορα, μαζί με τις παραδοσιακές σημασιοδοτήσεις του κόσμου, και στη θέση της αναδύθηκε μια αυτοδιοικούμενη, αν και ταξικά διαφοροποιημένη κοινότητα. Καθώς καμία από τις αναδυόμενες αυτές τάξεις δεν είχε αρκετή δύναμη να επιβληθεί στις άλλες, έγινε υποχρεωτική μεταξύ τους μια διαλογική μεσολάβηση (διαλέγεσθαι), και η δημιουργία ενός «κοινού χώρου» για τη διεξαγωγή της (αγορά ή Εκκλησία).

Νίτσε, ναζισμός και παραχάραξη


του Θοδωρή Τζίμα



«Οι εχθροί μου έγιναν πολύ δυνατοί και 
παραμόρφωσαν την διδασκαλία μου,
τόσο που οι πολυαγαπημένοι μου
θα πρέπει να ντρέπονται 
για τα δώρα που τους έδωσα»
(Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα)


Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε σπουδαίος φιλόσοφος, σχεδόν αξεπέραστος. Ιδιότροπος, καινοτόμος, αιρετικός και ριζοσπάστης. Γεννημένος το 1844 στη Γερμανία θήτευσε μεταξύ άλλων δίπλα στον Σοπενχάουερ και τον Βάγκνερ, τους οποίους σύντομα αποκήρυξε. Τα γραπτά του, αν και δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής στην εποχή του, έμελε να θέσουν την δυτική σκέψη σε μια νέα, πρωτόγνωρη βάση φτάνοντας να συγκροτούν μια νέα φιλοσοφική τάση, τον νιτσεϊσμό.

Φυσική απόρροια αυτού ήταν ο Νίτσε να επηρεάσει όλο το πολιτικό φάσμα της πολιτικής θεωρίας. Αναρχισμός, φεμινισμός, αλλά και ναζισμός, σωβινισμός και αντισημιτισμός επηρεάστηκαν βαθύτατα από την νιτσεϊκή σκέψη. Μέχρι ενός σημείου, η δίσημη και αινιγματική γραφή του Νίτσε είναι το άλλοθι για όλες αυτές τις αντιφατικές κι ετερόκλητες επιρροές. Στη πραγματικότητα, ο Νίτσε το μόνο από το οποίο γλίτωσε ήταν να χαρακτηριστεί μικροαστός φιλόσοφος (τάση που τα τελευταία υπάρχει στους κόλπους αριστερών σεχτών).

Τζαζ, η αιώνια μόδα


του Τέοντορ Αντόρνο 
(το κείμενο γράφτηκε το 1953. Στα ελληνικά περιλαμβάνεται στο βιβλίο Τέχνη και μαζική κουλτούρα)




Πέρασαν σχεδόν πενήντα χρόνια από τότε που ξέσπασε στην Αμερική (1914) ο μεταδοτικός ενθουσιασμός για την τζαζ˙ σ’ όλο το διάστημα η τζαζ διατηρεί τη θέση της ως μαζικό φαινόμενο. Παρά τις δηλώσεις των ιστορικών που την προπαγανδίζουν, η μέθοδός της έχει μείνει ουσιαστικά ανάλλακτη: η προϊστορία της μας φέρνει πίσω σ’ ορισμένα τραγούδια από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως το «Turkey in the Straw» και το «Old Zip Coon». Η τζαζ είναι μια μουσική που αναμειγνύει την πιο στοιχειώδη μελωδική, αρμονική, μετρική και τυπική δομή με τη φαινομενικά διασπαστική αρχή της συγκοπής˙ στην πραγματικότητα, όμως, δεν διαταράσσει ποτέ τη χονδροειδή ενότητα του βασικού ρυθμού, την πανομοιότητα του μέτρου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνέβη τίποτε στην τζαζ. Το μονοχρωματικό πιάνο υποχρεώθηκε να παραδώσει τον κυρίαρχο ρόλο που έπαιζε κατά την περίοδο του ράγκταϊμ σε μικρά σύνολα αποτελούμενα κυρίως από πνευστά όργανα. Η βιαιότητα των πρώτων τζαζ-μπαντ του Νότου και ιδίως της Νέας Ορλεάνης μετριάστηκε με την αύξηση της εμπορευματοποίησης και του ακροατηρίου. Όλες οι προσπάθειες για την επανάκτηση αυτής της αρχικής ζωντάνιας, είτε λέγονται «σουίνγκ» είτε «μπίμποπ», υποκύπτουν στις εμπορικές απαιτήσεις και χάνουν γρήγορα το κεντρί τους. Η αρχή της συγκοπής, που προσέλκυε στην αρχή την προσοχή χάρη στην υπερβολή της, έγινε στο μεταξύ τόσο αυτονόητη που δεν χρειάζεται πια να τονίσει τους αδύναμους χρόνους, όπως κανονικά θα έπρεπε να κάνει. Όποιος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τέτοιους χρόνους σήμερα χαρακτηρίζεται «γελοίος», παλιομοδίτικος, όπως ένα βραδινό φόρεμα του 1927. Το πνεύμα αντιλογίας έχει μετατραπεί σε «ομαλότητα» δεύτερης διαλογής. Η τζαζ-μορφή αντίδρασης έχει κατοχυρωθεί τόσο πολύ, που μια ολόκληρη γενιά νέων ακούει μόνο «συγκοπές», χωρίς να έχει επίγνωση της αρχικής σύγκρουσής τους με το βασικό μέτρο. Ωστόσο, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ακυρώνει το γεγονός ότι η τζαζ έχει μείνει κατά βάση στατική, ούτε λύνει το αίνιγμα που προκύπτει από τη διαπίστωση ότι ο κόσμος δεν βαριέται ποτέ τη μονοτονία της. Ο Winthrop Sargeant, διεθνώς γνωστός σήμερα ως συντάκτης της καλλιτεχνικής στήλης του περιοδικού Λάιφ, έχει γράψει το καλύτερο και το πιο αξιόπιστο βιβλίο πάνω στο θέμα˙ πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε που έγραψε ότι η τζαζ δεν είναι κατά κανέναν τρόπο ένα καινούριο μουσικό ιδίωμα αλλά, αντίθετα, ότι είναι, «ακόμη και στις πολυπλοκότερες εκφάνσεις της, μια σειρά από διαρκώς επαναλαμβανόμενες φόρμουλες». Μια τέτοια αμερόληπτη παρατήρηση φαίνεται ότι μπορεί να γίνει μόνο στην Αμερική˙ στην Ευρώπη, όπου η τζαζ δεν έχει γίνει ακόμη ένα καθημερινό φαινόμενο, υπάρχει μια τάση, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κείνους τους λάτρες της τζαζ που την έχουν υιοθετήσει ως κοσμοθεώρηση, να την κοιτούν ως διάσπαση της αρχικής, ανεμπόδιστης φύσης, ως θρίαμβο πάνω στη μουχλιασμένη, παραδοσιακή κουλτούρα-μουσείο. Όμως, ακριβώς όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη των αφρικανών στοιχείων στην τζαζ, έτσι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και το γεγονός ότι η τελευταία ήταν ενσωματωμένη από την αρχή σ’ ένα άκαμπτο σχήμα, ότι οι ανυπότακτες κινήσεις της συνοδεύονταν από μια τάση τυφλής υπακοής, που την κάνουν να μοιάζει με τον σαδομαζοχιστικό τύπο που έχει περιγράφει από την αναλυτική ψυχολογία με το πρόσωπο που ερεθίζεται με τη μορφή του πατέρα, ενώ κατά βάθος τον θαυμάζει, που προσπαθεί να τον συναγωνιστεί και, παράλληλα, αντλεί ηδονή από την υποταγή του σ’ αυτόν, υποταγή την όποια απεχθάνεται απροκάλυπτα. Αυτή η τάση επιταχύνει την τυποποίηση, την εμπορευματοποίηση και την ακαμψία του μέσου καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι συνέπειες αυτές οφείλονται στην ίδια την τζαζ κι όχι στη μεσολάβηση ενός πρόστυχου επιχειρηματία που εκφαυλίζει τη φωνή της φύσης χτυπώντας την από έξω. Η κακή χρησιμοποίηση της τζαζ δεν οφείλεται σε κάποια εξωτερική συμφορά, όπως υποστηρίζουν με μανία οι καθαρολόγοι υπεραμύντορες της «πραγματικής», «μη παραποιημένης» τζαζ, αλλά στην ίδια την τζαζ. Τα νέγρικα σπιρίτσουαλς, οι πρόδρομοι των μπλουζ, ήταν τραγούδια των δούλων και γι’ αυτό συνδύαζαν το θρήνο της ανελευθερίας με την καταπιεσμένη επιβεβαίωσή της. Επιπλέον, είναι δύσκολο να απομονώσουμε τα αυθεντικά νέγρικα στοιχεία της τζαζ. Το λευκό λούμπεν προλεταριάτο συμμετείχε επίσης στην προϊστορία της, πριν ακόμη προβληθεί αυτή τόσο εντυπωσιακά σε μια κοινωνία που έδειχνε σαν να την περίμενε και που ήταν από πολύ πιο πριν εξοικειωμένη μαζί της, αφού ήξερε το χορό ‘κέικ γουόκ’ και το χορό με κλακέτες.

Νεοελληνικά διλήμματα





Δεν έχομεν βεβαίως τους nihilistes της Ρωσίας ούτε τους socialistes της εκ χρηματολογικών ζητημάτων φλεγμονούσης γηραιάς Ευρώπης, διότι δόξα τω Θεώ δεν εγηράσαμεν εισέτι εθνικώς.

ΑΓΓ.ΒΛΑΧΟΣ, 1877

Η έλλειψις παρ’ ημίν τοιούτων αιρέσεων είναι βεβαίως ευτύχημα, η  αυταρέσκεια όμως επί τούτω ομοιάζει ως ει εκαυχάτο ο ουδέποτε πολεμήσας ότι δεν φέρει πληγήν επί του σώματος.

ΕΜΜ. ΡΟΪΔΗΣ, 1877

Η εθνική μας «αυταρέσκεια» για την απουσία των ευρωπαϊκών εκείνων πληγών, που αναφέρει ο Εμμ. Ροΐδης στην περίφημη διαμάχη του με τον Άγγ. Βλάχο, δεν μπόρεσε ούτε να προφυλάξει ούτε να θεραπεύσει το ταλαίπωρο νεοελληνικό σώμα από κάποια άλλα κακοφορμισμένα τραύματά του· κι αυτό εκφράζεται και με την ίδια τη διένεξη των δύο λογίων, που οι ιστορικές της ρίζες βυθίζονται στο ερώτημα του Βυζαντινού λυκόφωτος: Ανατολή ή Δύση; Στο αδιέξοδο μερικών ερωτημάτων η σκέψη αποκρίνεται με το κομμάτιασμα και τον κομματισμό της. Διαφωτισμός και Ορθοδοξία, «Δημοτική» και «Καθαρεύουσα», Βενιζελισμός και Αντιβενιζελισμός κι όλες οι άλλες εκφάνσεις του εθνικού μας δυϊσμού, αποτελούν πραγματικότητες που η διαζευκτική τους παράσταση τις κομματιάζει σε συστήματα αντιθέσεων μέσα στα οποία δεν χωράνε πια παρά όσα μόνο μπορεί ν’ αντέξει το πλαίσιο της ιδεολογίας — «συντηρητικής» ή «προοδευτικής».

Τα όρια ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο περιοχές είναι κινητά και όλα τα στρατόπεδα ένας κοινός τόπος ζυμωμένος στην ίδια λάσπη και στο ίδιο αίμα. Η αθλιότητα της προοδευτικής ιδεολογίας είναι η αθλιότητα της συντηρητικής. Γιατί ο καθημερινός φασισμός της δημοκρατίας, όπως δοξολογείται στις μεγάλες εφημερίδες της, (υποκρισία μιας πολιτικής ελευθερίας που προϋποθέτει πολιτικούς κρατούμενους και φενάκη ενός πολιτικού δικαιώματος που εξέπεσε σε πολιτική υποχρέωση) συμβαδίζει με την πολιτικά ισχύουσα έννοια της «προόδου» που είναι το άδειασμα της σκέψης από τις παλιές κοίτες της στα καινούρια της καλούπια. Τα καλούπια αυτά παράγονται προοδευτικά, καθημερινά, μαζικά, συγχωνεύοντας θέσεις και αντιθέσεις μέσα στη μεγάλη αποσύνθεση.

Αυτή η προϊούσα απώλεια βάθους στη νεοελληνική σκέψη καθρεφτίζεται εκτός των άλλων και στην κρατούσα χυδαιότητα της δημοσιογραφικής γλώσσας όπου η έκπτωση μιας ορισμένης λογοτεχνικής γραφής σε κοινότυπο συναισθηματισμό ισοζυγιάζεται με το απρόσωπο μιας ψευδεπιστημονικής ψυχρότητας. Το σύνολο καταλήγει στην αποθέωση της πολυτελούς μηδαμινότητας, της ανεγκέφαλης αυταρέσκειας και της κομψεπίκομψης ευτέλειας: Με τις σημερινές δυνατότητες αναπαραγωγής και επιβολής του γραπτού λόγου κι ενώ τα όρια ανάμεσα στη δοκιμιογραφία και την δημοσιογραφία έχουν εξαφανιστεί, ο αισθητισμός της τυπογραφίας γίνεται το ύφος του μηδαμινού.

Αυτό το ύφος μέσω του οποίου η σκουπιδογραφία ανάγεται σε καλλιγραφία έχει αποσπαστεί από μία γραφή που, πριν καταλήξει στις εφημερίδες (λυρικισμός της συνοικίας και φιλοσοφία του σκυλάδικου, μαγκιά, σημειολογία, φεμινισμός συν ολίγος μαρξισμός), υπήρξε κυρίως δοκιμιακή και ξεκινούσε από τα κείμενα του Γ. Σεφέρη, του Ζ. Λορεντζάτου και —απώτερα— του Φώτη Κόντογλου. Σήμερα δεν αντιπροσωπεύει πια την προσωπική μαθητεία του γραφέα σε μια παράδοση ή σ’ ένα έργο αλλά τη δουλωτική ετερονομία του, τη δήλωσή του πως «ανήκει» σ’ ετούτο ή σ’ εκείνο το ιδεολογικό μαγαζί —μια πράξη ένταξης (στην παράδοση ή στην αντιπαράδοση)· η πραγματική μαθητεία γεννάει καινούρια έργα, ενώ εδώ έχουμε μόνο το σχήμα μιας χειρονομίας που το περιεχόμενό της έχει χαθεί— μια μίμηση τρόπων.

Η «διαλεκτική του κυρίου-και-του-δούλου» από τον Χέγκελ στον Νίτσε






Ο ΝΙΤΣΕ ΔΕΝ είναι εύκολος φιλόσοφος. Οι σπάνιες λογοτεχνικές αρετές της πρόζας του, στις οποίες χρωστάει τη μεγάλη του δημοτικότητα ως συγγραφέας, είναι εκείνο ακριβώς που φορτίζει την κατανόησή του με ανεξάλειπτη πολυσημία κάνοντάς την μιαν αβέβαιη περιπέτεια και απαιτεί δεινές ερμηνευτικές δεξιότητες από τον μελετητή του. Γι’ αυτό και οι παρανοήσεις που μια μεταθανάτια μοίρα τού επιφύλαξε τον έχουν πλήξει περισσότερο από κάθε άλλον φιλόσοφο στην ιστορία. Δεν είναι βεβαίως το θέμα να υπερασπιστούμε έναν «καθαρό» Νίτσε, διότι κανένας φιλόσοφος δεν είναι «καθαρός», αν με αυτό εννοούμε απαλλαγμένος από αμφισημία. Το θέμα είναι να πάμε κόντρα στη μόδα να χρησιμοποιείται ο Νίτσε προς συνηγορία των απόψεων του (σχεδόν) οποιουδήποτε, και αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο με έναν τρόπο: φωτίζοντας τη σκέψη του και τις συχνά αινιγματικές ––και σχεδόν πάντοτε προκλητικές–– διατυπώσεις του μέσ’ από την ανασύσταση του συμφραζομένου εκείνου το οποίο είναι από τη φύση του πολύ λιγότερο διφορούμενο, και ως εκ τούτου μπορεί να νοηματοδοτήσει με ασφάλεια πολλά διαμφισβητούμενα σημεία: δηλαδή, το ιστορικό περιβάλλον με το οποίο συνομιλεί και τη φιλοσοφική παράδοση με την οποία, ρητά ή υπόρρητα, διαλέγεται η σκέψη του.

Η πρόοδος ως θυσία, και οι έννοιες της «μίμησης» και του «οργίου» στη σύγχρονη θεωρία


Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗ μορφή τής γνώσης και ως προνομιακή δραστηριότητα της γλώσσας, επιφορτισμένη με το έργο να θεσπίσει ή να άρει τόσο τα επιμέρους γνωστικά πεδία και μέσα όσο και τα ισχύοντα πλέγματα των αξιών στην ανθρώπινη κοινωνία, τελείωσε καθώς λένε με τον Χέγκελ. Αυτός, ο τελευταίος στοχαστής που ερμήνευσε τον κόσμο ως Λόγο, ορίζει και το σημείο καμπής τού νεότερου αστικού πολιτισμού, εκεί όπου τα επαναστατικά ιδεώδη συνάντησαν το όριό τους στον τρόπο με τον οποίον οργανώθηκε η καινούργια κοινωνία και οι φορείς τους μετατράπηκαν σε ιδιοτελείς απολογητές μιας ελάχιστα ανθρώπινης κατάστασης πραγμάτων. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν κάνουν στο εξής το έργο τής σκέψης εξ ορισμού προβληματικό: η αμφισημία εγκαθίσταται στην καρδιά του πραγματικού, καθώς ένας πολιτισμός καταποντίζεται από τις δυνάμεις που ο ίδιος εξαπέλυσε· ο στοχασμός δεν βρίσκει θεμέλιο και το νέο αναβάλλει διαρκώς την έλευσή του. Μέσα σε τούτο το κλονισμένο σύμπαν η θεωρία, αν και ανίσχυρη, αποκτά μια επείγουσα σημασία καθώς τα ερωτήματα τίθενται με όρους επιβίωσης ή θανάτου. Αυτό είναι που δίνει στη σκέψη του εικοστού αιώνα αυτή την τρομακτική της σοβαρότητα, σφραγισμένη βαθιά από την οδύνη, την αγωνία και τη σύγχυση.

«Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός»: έννοια ασφυκτικής πληρότητας και αναλλοίωτης ταυτότητας!



Ι

Ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Τετράδια Μαρξισμού για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση» Αλέξανδρος Χρύσης έδωσε συνέντευξη στο κυριακάτικο «ΠΡΙΝ» της 28-5-2017 όπου, μεταξύ των άλλων, εξέφρασε και την ακόλουθη άποψη: Απαντώντας στην τελευταία ερώτηση η οποία είχε ως εξής: «Πώς θα συνδυαστεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα με την εσωκομματική δημοκρατία στους κόλπους ενός σύγχρονου κομμουνιστικού κόμματος;» έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Προσωπικά, και ως κανονιστική οργανωτική αρχή, υιοθετώ αυτή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη και τις κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές των καιρών. Επιμένω στη διάκριση δημοκρατικού και γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού. Βιαστήκαμε ίσως να ενταφιάσουμε το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, πριν τον εφαρμόσουμε. Όπως υποστήριξε ο μαρξιστής επαναστάτης Αντόνιο Γκράμσι, η πειθαρχία δεν εξαλείφει, σε κάθε περίπτωση, την προσωπικότητα και την ελευθερία. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η πηγή της πειθαρχίας. Αν αυτή η πηγή είναι δημοκρατική, αν ο νομοθέτης είναι πράγματι το συλλογικό υποκείμενο, η πειθαρχία αποτελεί ένα αναγκαίο στοιχείο ελευθερίας, καθώς προσεγγίζει οριακά την αναβάθμισή της σε αυτοπειθαρχία».  Την πιο πάνω δήλωση-άποψη του Αλέξανδρου Χρύση (στο εξής Α.Χ) την θεωρούμε κεφαλαιώδους σημασίας γι’ αυτό και αποτελεί την αφορμή και την αιτία της σχετικής συλλογιστικής μας που εκτίθεται σ’ αυτό το άρθρο μας. Θέλοντας να διευκολύνουμε την συζήτηση με τον Α.Χ ας επικεντρωθούμε στον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» λενινιστικής έμπνευσης εν αντιπαραβολή προς τον «γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό» προς τον οποίο ο Α.Χ αντιτίθεται.

La parole a été donnée à l’ homme pour déguiser sa pensée

O λόγος (ομιλία) δόθηκε στον άνθρωπο για να μεταμφιέζει την σκέψη του

Ι
Ο γνωστός Εβραιοαυστριακός στοχαστής Καρλ Κράους («Όταν ο – εικοστός – αιώνας σήκωσε χέρι για να χτυπήσει τον εαυτό του, το χέρι αυτό ήταν ο Κράους» είπε ο Μπρεχτ) θεωρούσε την κακοποίηση και την φθορά της γλώσσας σύμφυτη με την ευτέλεια της περιρρέουσας σκέψης και την «διαφθορά» της ευθέως ανάλογη με αυτήν  της κοινωνίας. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος διανοούμενος που θα επισημάνει τόσο έγκαιρα και με τέτοια οξυδέρκεια, την οργανική και αιτιώδη σχέση μεταξύ γλώσσας, σκέψης, ενσυναίσθησης και πράξης.[1] Παράλληλα, ο Ερνστ Κασσίρερ αναφερόμενος στην γλώσσα του ναζισμού γράφει ότι ανακαλύπτει κατάπληκτος πως δεν καταλαβαίνει πια την γερμανική γλώσσα. «Έχουν πλαστεί καινούργιες λέξεις· κι οι παλιές ακόμη χρησιμοποιούνται με καινούργια έννοια· έχουν υποστεί μια βαθειά αλλαγή νοήματος… προηγουμένως είχαν περιγραφική, λογική ή σημαντική έννοια, τώρα χρησιμοποιούνται ως μαγικές λέξεις που σκοπός τους είναι να προκαλέσουν ορισμένα αποτελέσματα διεγείροντας ορισμένα συναισθήματα. Οι συνήθεις λέξεις μας είναι φορτισμένες με νοήματα· αλλά αυτές οι καινούργιες λέξεις φορτίζονται με αισθήματα και βίαια πάθη…
Όταν ακούμε αυτές τις καινούργιες λέξεις νιώθουμε μέσα τους όλη την κλίμακα των ανθρώπινων παθών, το μίσος, την οργή, την μανία, την έπαρση, την περιφρόνηση, και την αλαζονεία…»[2] Συνακόλουθα, η γλώσσα δεν είναι μόνο στοιχείο σοφίας, αλλά και σχολείο μωρίας.[3] Ο Machiavelli εκείνος ο μεγάλος δάσκαλος του πολιτικού τεχνάσματος και της πολιτικής απάτης ήταν ίσως ένας από τους πιο ειλικρινείς πολιτικούς συγγραφείς. Μιλάει ειλικρινά, απροκατάληπτα και με κάποια αφέλεια. Ποτέ δεν υποκρινόταν ούτε έκρυβε τις γνώμες και τις κρίσεις του· έλεγε την σκέψη του αποφασιστικά και απερίφραστα. Η καλύτερη λέξη γι’ αυτόν ήταν η τολμηρότερη. Οι σκέψεις του και το ύφος του δεν παρουσιάζουν αμφιλογία· είναι σαφείς, έντονες, ξεκάθαρες. Κανείς δεν αμφέβαλε ποτέ ότι η πολιτική ζωή, όπως έχουν τα πράγματα, είναι γεμάτη εγκλήματα, προδοσίες και κακουργήματα. Αλλά κανένας στοχαστής πριν τον Machiavelli δεν είχε επιχειρήσει να διδάξει την τέχνη αυτών των εγκλημάτων. Αυτά τα πράγματα γίνονταν, αλλά δεν διδάσκονταν.[4] Το πνευματικό δημιούργημα του Machiavelli εμπεριέχει τα πιο επικίνδυνα αξιώματα της τυραννίας. Γι’ αυτό και η θεωρία του δεν έχασε ποτέ έδαφος: ακόμα και στην περίπτωση που κάποιοι εξουσιαστές αισθάνονταν απέχθεια απέναντί του, η απέχθεια αυτή αναμειγνυόταν πάντα μ’ ένα είδος θαυμασμού και σαγήνης![5]  

Ποίο είναι το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής;

Έθνος, Λαός, Τάξεις και Κοινωνικά Κινήματα*

έργο του εικαστικού IAN HAMILTON

Στην πολιτική γλώσσα μιλάμε συχνά για «συλλογικά υποκείμενα». Τί εννοούμε; Η έννοια του υποκειμένου που σήμερα χρησιμοποιούμε είναι μια έννοια νεωτερική, του δέκατου έβδομου αιώνα. Την οφείλουμε στον Καρτέσιο, ο οποίος την έκανε, όπως λέγεται, «νέα γη» όλης της μοντέρνας φιλοσοφίας. Σε αυτή την καταγωγική σύλληψή της σήμαινε ακριβώς την αυτοστοχαζόμενη συνείδηση. Ο Καρτέσιος βέβαια την αντιλαμβανόταν ως ατομική συνείδηση, πράγμα που υπονοείται ακόμα στις περισσότερες εμπειρικές χρήσεις τής λέξης. Ο όρος «συλλογικό υποκείμενο» δεν θα ήταν διόλου αυτονόητος, λοιπόν, αν δεν είχε γίνει κανονικό μέρος τού μαρξιστικού λεξιλογίου. Υπονοεί μια ομάδα ανθρώπων ενωμένων από μια κοινή συνείδηση του ανήκειν – και, ανεξαρτήτως του υπό ποιους αντικειμενικούς (εξωτερικούς) όρους μπορεί αυτή να παραχθεί, το στοιχείο συνείδηση είναι που συνιστά την υποκειμενικότητα ως τέτοια: χωρίς αυτήν, κανένα κοινό χαρακτηριστικό ή συμφέρον δεν θα συγκροτούσε κάτι άξιο να ονομαστεί «υποκείμενο».

Τι σώζεται από την καταστροφή των σημασιών;




Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω αυτή τη φορά με ένα ανέκδοτο. Ένας τουρίστας περιφέρεται στην παλιά Πράγα, και βλέπει μια βιτρίνα με ρολόγια. Μπαίνει στο κατάστημα, και ρωτάει τον ηλικιωμένο Εβραίο που στέκεται πίσω από τον πάγκο:

– Μπορώ να δω ένα ρολόι χειρός;

– Δεν πουλάμε ρολόγια εδώ, κύριε.

– (Σαστισμένα) Και τί κάνετε δηλαδή;

– Περιτομές!

– Ναι, αλλά στη βιτρίνα…

– Και τι θέλατε να κρεμάσουμε στη βιτρίνα, κύριε;

Αριστερά και ευδοκίμηση της μετριότητας


Ι

Ο «Δρόμος της Αριστεράς» της 27-5-2017 σελ.23 αναδημοσιεύει άρθρο του Γιώργου Παπαδόπουλου-Τετράδη με τίτλο «Ποιος αποβλακώνει περισσότερο, το Survivor ή το πολιτικό σύστημα;». Ο συγκεκριμένος αρθρογράφος έχει την πεποίθηση ότι «Το Survivor σαρώνει σε προτίμηση ακόμα και τις χτεσινές ειδήσεις για το χρέος και τη δόση. Αλλά, σ’ αυτό δε φταίει το Survivor». Μια εκτίμησή του συνίσταται στο ότι «Το Survivor σαρώνει γιατί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προτιμάει τους ήρωες της οικογένειάς του και της διπλανής πόρτας από τους απατεώνες της δημόσιας ζωής που παριστάνουν τους ήρωες. Και μ’ αυτή την έννοια το Survivor είναι πιο καθαρό απ’ το βρώμικο πολιτικοοικονομικό παιχνίδι. Αποβλακώνει; Το βέβαιο είναι ότι είναι πιο ανώδυνο από την πολιτική και κοινωνική αποβλάκωση που φέρνει το πολιτικό σύστημα». Συνεχίζοντας κακίζει, μεταξύ των άλλων, τους «διανοούμενους» και «ελιτιστές», τους οικτίρει επειδή «Λυσσάνε ενάντια στο Survivor» μια και «Οι Έλληνες έχουν διαλέξει. Είναι με τους μαχητές και όχι με τους μασητές», θεωρώντας έναν συγκεκριμένο παίκτη του Survivor ως «πρότυπο δυνατού, πρωτόγονου αγωνιστή του περασμένου και προπερασμένου αιώνα, για μια κοινωνία που αδυνατεί να συντονιστεί με το σήμερα και να προχωρήσει στο αύριο».

Επομένως, σύμφωνα με τις απόψεις του προαναφερόμενου αρθρογράφου, τις οποίες ο «Δρόμος της Αριστεράς» έσπευσε να προβάλει στους έκπληκτους αναγνώστες του, οι παίκτες του Survivor είναι «μαχητές», «αγωνιστές», «ήρωες της διπλανής πόρτας», γι’ αυτό και τους αντιπαραθέτει στους «μασητές» του «βρώμικου πολιτικοοικονομικού παιχνιδιού» και, στην συνέχεια, εναντιώνεται σε όσους «Λυσσάνε ενάντια στο Survivor» δηλαδή, μεταξύ των άλλων, στους «διανοούμενους» και «ελιτιστές» τους οποίους και χλευάζει. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο «Δρόμος της Αριστεράς» αναδημοσιεύοντας το προαναφερόμενο ολοσέλιδο άρθρο, μένει πιστός στην παράδοσή του να προβάλει τις παραδοξολογίες του συρμού αδιαφορώντας για την αβυσσαλέα προχειρότητά τους που απάδει στα πολιτικά προτάγματα της εφημερίδας και τα ευτελίζει. (Σημείωση: Υπενθυμίζουμε τα σχετικά άρθρα μας 1) Ο ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Ο…ΠΑΠΑΣ! Και 2) «Αριστερά…ιερά λείψανα» που δημοσιεύτηκαν στην «Νέα Προοπτική» στις 18-10-2014 και στις 6-6-2015, αντίστοιχα. Ίσως μια εκ νέου ανάγνωσή τους να καταδείξει το επίκαιρον και το ουσιαστικώς βάσιμον της σημείωσής μας!).

Οι γραβατοφόροι και οι ροπαλοφόροι

[Το παρακάτω εκτενές κείμενο του Πέτρου Πέτκα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το Γενάρη του 2012 στο περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ εξ αφορμής ενός “διηγήματος” του επίτιμου προέδρου του Αρείου Πάγου. Παίρνοντας αφετηρία από αυτό, το κείμενο μιλάει για την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008]


Ι
Στα «ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΝΕΑ», τριμηνιαία έκδοση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, (αριθμός φύλλου 118, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 2011), και στις σελίδες έξι (6) και επτά (7), κάτω απ’ την ένδειξη «Λογοτεχνική στήλη» δημοσιεύεται «διήγημα» του επίτιμου προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου με τίτλο «το ενσυνείδητο θύμα».
Οφείλουμε, ευθύς εξαρχής, να διευκρινίσουμε τους λόγους της ενασχόλησής μας με το συγκεκριμένο «διήγημα» δηλώνοντας απερίφραστα πως δεν μας ώθησαν σ’ αυτό η αμφίβολη λογοτεχνική αξία του δημοσιεύματος, ούτε τα κοινωνικά, πολιτικά μηνύματα αυτά καθεαυτά που εκπέμπει, κατά τρόπο μάλιστα απροσχημάτιστο, χοντροκομένο, άγαρμπο. Ταυτόσημου περιεχομένου μηνύματα βρίσκει εύκολα οιοσδήποτε αναγνώστης του ημερήσιου τύπου και ο πρώτος τυχών δυστυχής τηλεθεατής του ηλεκτρονικού τύπου, ιδίως της εμπορικής τηλεόρασης, αυτού του φρικτού εργαστάσιου κατασκευής υπηκόων που ειδικεύεται στον χονδροειδή εντυπωσιασμό και στην απουσία κριτικής σκέψης. Η ειδοποιός διαφορά του «διηγήματός» μας αλλού εδράζεται: στην επαγγελματική ιδιότητα του συγγραφέα του και στην ιδιοτυπία του εντύπου που το φιλοξενεί, μάλλον αφειδώλευτα, πρόθυμα, πάντα σε συνδυασμό με το φιλοσοφικό, ιδεολογικό φορτίο των ιδεών και στοχασμών που αυτό («διήγημα») εμπεριέχει. Ας δούμε, λοιπόν, ενδελεχέστερα το «διήγημα» αυτό και, αμέσως μετά, θα καταδειχθεί εναργώς και ο λόγος της προκειμένης ενασχόλησής μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η …Αντιγόνη


Ι

Η επαφή με τα μεγάλα πνεύματα της αρχαίας Ελλάδας ενέπνευσε συχνά αγώνες για πολιτική ελευθερία, σε σημείο που οι αρχές της τσαρικής Ρωσίας, μη μπορώντας να απαγορεύσουν εντελώς τις κλασικές σπουδές, επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν την επαναστατική τους επίδραση περιορίζοντάς τες στο αβλαβές κανάλι της ερμηνείας του κειμένου λίγων επιλεγμένων συγγραφέων, αντί να αφήνουν ελεύθερη την περισσότερο επικίνδυνη διέξοδο της εκπαίδευσης στην αρχαία πολιτική θεωρία.[1] Είχε διαγνώσει, λοιπόν, και ο πρώτος τυχών παράσιτος της τσαρικής Αυλής, ότι οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές όπως και οι Σοφιστές αντιπροσώπευαν έναν κίνδυνο για το καθεστώς τους, ότι υπάρχει ένας δεσμός που ενώνει τις πολιτικές και κοινωνικές ιδέες των αρχαίων Ελλήνων με την ελευθερία, ένας δεσμός που δεν θα σπάσει ποτέ. Τα προβλήματα που ετέθησαν τότε, κυρίως, από τους Σοφιστές, δεν έπαψαν ποτέ να είναι επίκαιρα στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης ως τις ημέρες μας. Ακόμη και επαγγελματίες φιλόλογοι συζητούν σήμερα την σύγκρουση ανάμεσα στις σοφιστικές και πλατωνικές απόψεις σε τόνους που αρμόζουν όχι τόσο στην ψυχρή έρευνα όσο σε εμπαθή φατριασμό. Ο Μ. Gigante εκτιμά πως «οι θεωρητικές βάσεις της γενικής θεωρίας για τον νόμο στον εικοστό αιώνα αποτελούν ανακεφαλαίωση των σκέψεων της ελληνικής Σοφιστικής του πέμπτου (5ου ) αιώνα π.Χ».[2]
Τα προβλήματα που ετέθησαν, οι αμφιβολίες που ξύπνησαν, δεν καταλάγιασαν πια ποτέ, περνώντας μέσα από την ευρωπαïκή πνευματική ιστορία ίσαμε σήμερα. Σύμφωνα με τον Ηölderlin, «σ’ εκείνους τους ανθρώπους δόθηκε το προνόμιο να μην ησυχάζουν σε καμιάν θέση».[3] Η δυναστεία των Ρομανώφ εξέλιπεν εδώ και  έναν αιώνα. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι εξέλιπαν και οι λαθραίοι συνεχιστές του έργου τους! Το πανελλήνιο πληροφορήθηκε έκπληκτο ότι το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής εισηγήθηκε στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα τον εξοβελισμό της διδασκαλίας της Αντιγόνης από την διδακτέα ύλη του Λυκείου. Τούτο το γεγονός, αυτό καθαυτό, έχει την αυτοτελή σημασία και αξία του: ποτέ του δεν επρόκειτο να προτείνει κάτι τέτοιο το πιο πάνω όργανο αν είχε υπόψη του την ρητή, ανυποχώρητη αρνητική θέση της κυβέρνησης. {Το διακήρυξε και το δίδαξε ο Αναξαγόρας: όψις αδήλων τα φαινόμενα. – Αυτά που δεν φαίνονται τα βλέπουμε μέσω αυτών που φαίνονται -}.

Kαθεστώς «αυταρχικής ομαλότητας»

Με αφορμή το παιδί της Πόλας Pούπα
(όπου η «Eθνική Mέριμνα» υποκαθιστά την γονική μέριμνα)


I


Πριν από αρκετά χρόνια, θάτανε στα τέλη του πρώτου μισού της δεκαετίας του 1980, συνέβη το ακόλουθο δυσάρεστο συμβάν: Στην περιφέρεια δικαιοδοσίας ενός νησιωτικού Πρωτοδικείου ένα ανδρόγυνο, που διακρινότανε από χαρακτήρα οργίλο και σκληρό με εντελή ψυχική αποδέσμευση απ’ τον αλλότριο πόνο, προκειμένου να νουθετήσουν το νήπιο ζωηρό αγοράκι τους, το ξεγύμνωσαν και αφού το ακινητοποίησαν ανάσκελα, ζεμάτισαν με καυτό νερό τα γεννητικά όργανα του δύστυχου μικρού προξενώντας του έτσι βαρειά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Όταν η πιο πάνω αξιόποινη συμπεριφορά των σαδιστών γονέων περιήλθε εις γνώσιν του αρμόδιου Eισαγγελέα ο τελευταίος άσκησε εναντίον τους την δέουσα ποινική δίωξη, διενεργήθηκε κύρια ανάκριση και οι δράστες γονείς κρατήθηκαν προσωρινά (προφυλακίστηκαν) μέχρι να διεξαχθεί η κατ’ αυτών ποινική δίκη.

H εννοιας της φυσης στον Marx

το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός.



Σχέσεις κυριαρχίας πολιτισμού-φύσης στη σκέψη του Μαρξ

Η θεωρία του Μαρξ αποτελεί κατά βάση κριτική της πολιτικής οικονομίας και πιο συγκεκριμένα, την κριτική του κυρίαρχου οικονομικο-πολιτικού συστήματος της εποχής της αυξανόμενης βιομηχανίας του 19ου αιώνα. Ο βιομηχανικός κόσμος, όπως και η άνοδος του καπιταλισμού, φαίνεται ταυτόχρονα να υπόσχονται έναν αυξανόμενο τεχνολογικό και οικονομικό πλούτο, αναπτύσσοντας παράλληλα πολλές αντιθέσεις εντός της κοινωνίας. Ο Μαρξ εντοπίζει αυτές τις αντιθέσεις ως καταπιεστικές και αποξενωτικές για την ανθρώπινη φύση και θεμελιώνει μια θεωρία που προτάσσει τους όρους απελευθέρωσης του ανθρώπου από αυτές. Η θεωρία του γράφεται κατά βάση με όρους πολιτικής οικονομίας και έχει ως κεντρικο σημείο κριτικής, αλλά προτείνει και παράλληλα ως μέσο απελευθέρωσης της κοινωνίας, το πεδίο της εργασίας. Η ανθρώπινη εργασία που, κατά τον Μαρξ, δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερη και δημιουργική παραγωγική δραστηριότητα[1], όταν λαμβάνει χώρα εντός του καπιταλιστικού συστήματος στρέφεται ενάντια στον άνθρωπο και τον αποξενώνει από τη φύση του.

«ΕΛ.ΑΣ: εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας»;

«Επανάσταση με σεβασμό στον Νόμο»


              
Ι

Πριν από μερικούς μήνες ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, απευθυνόμενος σε αστυνομικούς, τους αποκάλεσε «εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας» !!! Άθελά του μας υπέμνησε αρκετές παρωχημένες καταστάσεις και μερικές έγκυρες (και έγκαιρες) επισημάνσεις. Έτσι, ο Εβραιο-αυστριακός Καρλ Κράους ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος διανοούμενος που επεσήμανε, τόσο έγκαιρα και με τέτοια οξυδέρκεια, την οργανική και αιτιώδη σχέση μεταξύ γλώσσας, σκέψης, ενσυναίσθησης και πράξης. Θεωρούσε την κακοποίηση και την φθορά της γλώσσας σύμφυτη με την ευτέλεια της περιρρέουσας σκέψης και την «διαφθορά» της ευθέως ανάλογη με αυτήν της κοινωνίας.[1] Στα βαθυστόχαστα γραπτά των φιλοσόφων του Διαφωτισμού, ιδιαίτερα του Κοντιγιάκ, είχε ανιχνευτεί το ενδιαφέρον τους για την αποσαφήνιση της γλώσσας. «Η τέχνη του στοχασμού» έγραψε ο Κοντιγιάκ, «αυτό-ανάγεται σε μια καλά δομημένη γλώσσα».[2]

Η «διάκρισις των εξουσιών» και η υπολογισμένη αδιακρισία της Εξουσίας

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ που δικαίωσε τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς (προστατεύοντας ξανά τα συμφέροντα των αφεντικών τους) αλλά και τα καθημερινά ηθικά λογύδρια περί "διάκρισις των εξουσιών", αναδημοσιεύουμε ένα προ διετίας κείμενο του Πέτρου Πέτκα το οποίο είχε γραφτεί με αφορμή την απεργία πείνας του Νίκου Ρωμανού αλλά και τις τότε αποφάσεις του ΣτΕ για την ΕΡΤ. 


Εισαγωγή

Με αιτία κι αφορμή την απεργία πείνας του κρατούμενου κατάδικου Νίκου Ρωμανού, που διεκδικεί εκπαιδευτική άδεια προκειμένου να παρακολουθήσει τα μαθήματα Σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην οποία πέτυχε, κατόπιν εισαγωγικών εξετάσεων ενώ ήταν κρατούμενος και την απόρριψη του αιτήματός του απ’ το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, ο υπουργός της Δικαιοσύνης και αρεοπαγίτης μέχρι πρότινος, Χαράλαμπος Αθανασίου, απαντώντας σε σχετική ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ είπε, μεταξύ άλλων, και τ’ ακόλουθα: « Δηλαδή, τι ζητούν από τους δικαστές; Να παραβιάσουν τον νόμο ή από την πολιτεία να παρέμβει στο έργο της δικαιοσύνης; Και ο Θεός να κατέβαινε, δεν μπορούσε να αλλάξει το αποτέλεσμα, με βάση το ισχύον καθεστώς».[1] Η πιο πάνω δήλωση του υπουργού της Δικαιοσύνης και πρώην αρεοπαγίτη εμπεριέχει δύο (2) αλληλένδετα συννοούμενα: Οι δικαστές ποτέ δεν παραβιάζουν τον νόμο· τουναντίον, είναι πιστοί εφαρμοστές του και ερμηνευτές του. Και, επί πλέον, η πολιτεία (κυβέρνηση) ποτέ της δεν παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης. Για να καταστήσει δε πειστικότερη και παραστατικότερη την δήλωσή του, επιχειρεί, ρητορική αδεία, να της προσδώσει χαρακτήρα και προέλευση Υπερκόσμιας Επιταγής: «Και ο θεός να κατέβαινε, δεν μπορούσε να αλλάξει το αποτέλεσμα, με βάση το ισχύον καθεστώς»

«POTESTAS LEGIBUS SOLUTA*»



*Εξουσία αποδεσμευμένη απ’ τον Νόμο

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης που ουσιαστικά αθώωσε τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους που βασάνισαν μέχρι θανάτου πριν λίγα χρόνια τον Ίλι Καρέλι, (αφού πέραν του πολύ μικρού των ποινών τους άφησε ελεύθερους εν όψη του εφετείου, προκαταβάλλοντας, έτσι, ουσιαστικά και την απόφασή του) αναδημοσιεύουμε ένα σχετικό κείμενο του Πέτρου Πέτκα που είχε δημοσιευτεί τότε στο περιοδικό Ουτοπία.



Εισαγωγή

Ήδη παρήλθε έτος και πλέον απ’ τις αρχές του Φλεβάρη 2013 όταν εκατομμύρια έκπληκτων Ελλήνων τηλεθεατών παρακολουθούσαν, εκόντες άκοντες, στις τηλεοπτικές τους οθόνες την ανάρτηση φωτογραφιών (εισαγγελική αδεία) φρικωδώς παραμορφωμένων προσώπων νεαρών συλληφθέντων ατόμων, κατηγορουμένων για ληστεία από κοινού και ίδρυση εγκληματικής οργάνωσης που διαπράχθηκε στον Βελβενδό της Κοζάνης. Το ειδεχθές αυτό τηλεοπτικό θέαμα προκάλεσε σωρεία δυσμενών σχολίων μέχρι του σημείου ν’ ασχοληθούν μαζί του, με έντονη επικριτική διάθεση, ξένα ΜΜΕ ως ο «Γκάρντιαν» του Λονδίνου, αλλά και διεθνείς οργανώσεις όπως η «Διεθνής Αμνηστία». Τότε, καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια απ’ τους υπηρεσιακούς διανοούμενους (δηλονότι από εκείνους που παράγουν ιδεολογία για τις ανάγκες της αγοράς) των εγχώριων ηλεκτρονικών Μ.Μ.Ε (Μέσων Μαζικής Επιβολής) προκειμένου να εμφανισθεί η βίαιη παραμόρφωση των προσώπων των συλληφθέντων νεαρών κατηγορουμένων, ως απότοκος, πρωτίστως, της δικής τους αδικοπραγίας και, κυρίως, της βαρύτητας της τελευταίας και όχι ως παράνομη βία κατ’ αυτών των αστυνομικών που τους συνέλαβαν. Οι προαναφερθέντες τηλε-εισαγγελείς εκ του παραχρήμα, εστίασαν επισταμένως την προσοχή τους, ως όφειλαν άλλωστε, στην ιδιάζουσα κοινωνική και ηθική απαξία της αδικοπραγίας των συλληφθέντων την οποία, στην συνέχεια, έσπευσαν να προτάξουν ως ικανοποιητικήν εξήγηση και επαρκή αιτιολογία (νομική και ηθική) της αστυνομικής κακοποίησης των συλληφθέντων. Μια τέτοια σκανδαλωδώς προκλητική πράξη εδράζεται στον ακόλουθο, υπόρρητο μεν, ευδιάκριτο δε, συλλογισμό τους: όσο πιο βαρειά είναι η αξιόποινη συμπεριφορά του συλληφθέντος δράστη, τόσο πιο ισχυρά αναμένεται να είναι τα κατά του σώματος του πλήγματα των αστυνομικών που τον συνέλαβαν. Δηλαδή, εγκαθιδρύεται μια άμεση συνάρτηση μεταξύ της βαρύτητας του εγκλήματος του δράστη και της μετεγκληματικής αστυνομικής βίας που υπέστη ο τελευταίος.

Περί «ισλαμοφασιστών»: ορολογικά πυροτεχνήματα


Ι

Υπήρξαν εποχές του εργατικού κινήματος, διεθνούς και ελληνικού, κατά τις οποίες το ουσιαστικό «φασισμός» και το επίθετο «φασιστικός» χρησιμοποιήθηκαν εντελώς αδιάκριτα ως μια επιπόλαιη και ανήθικη μέθοδος συκοφάντησης του αντιπάλου. Η φορά των πραγμάτων ώθησε τους οπαδούς της μεθοδολογίας αυτής να θεωρούν και ν’ αποκαλούν «φασιστικό το κάθε τι που δεν μου ταιριάζει ή που με εξοργίζει ή με αγανακτεί». Μ’  αυτό το σκεπτικό κάποιος εξαιρετικά προβεβλημένος και προσφάτως εκλιπών Έλληνας πεζογράφος έγραφε, με αδιατάρακτη αυτοπεποίθηση, για τον «φασισμό των νέων», (sic) της αθηναϊκής γειτονιάς του. Οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα δεν μας έβρισκε σύμφωνους, μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε «φασιστική» ή «φασίζουσα» ή «φασιστοειδή» ή «πρωτοφασιστική» ή να χρησιμοποιήσουμε άλλη παρόμοια έκφραση δηλωτική απαρέσκειας που θα την παίρναμε, με σίγουρο χέρι, απ’ τον ειδικό θάλαμο διαφύλαξης λεξημάτων της Αριστεράς. Οι λέξεις «φασίστας» και «φασιστικός» με τα ποικιλώνυμα συνθετικά τους, συνεπεία της πιο πάνω λεκτικής, νοηματικής και πολιτικής κατάχρησης, αφυδατώθηκαν, κατέστησαν τόσο οικείες ώστε έχασαν πια την δύναμή τους. Αρχικώς επρόκειτο για χαρακτηρισμούς με σαφείς και έντονες υποτιμητικές αποχρώσεις που εξέφραζαν ζωηρή αποδοκιμασία και κάτι περισσότερο από ένα αόριστο αίσθημα απαρέσκειας: ένα συνειδητό αίσθημα κατηργασμένης αηδίας και αποστροφής.

Εναντιωματικός ρεαλισμός

του Ρόμπερτ Κούρτζ

[μετάφραση: Λεωνίδας Πραπίδης]

Οι κοινωνικές διενέξεις πάντοτε αποτελούν και μια μάχη για τις έννοιες, για την «εξουσία ορισμού» του τρόπου με τον οποίο τα προβλήματα γίνονται εν γένει αντιληπτά. Θα μπορούσε κανείς να πει και ότι τα προβλήματα ορίζονται φυσικά κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα προς την λογική του κυρίαρχου συστήματος. Και τότε ένας αντίστοιχος χρωματισμός προϋποθέτει τις έννοιες, ακριβώς όπως το κάνει το πρότυπο του Χαμαιλέοντα. Επ' αυτού δεν υπάρχει καμιά συνειδητή συμφωνία και καμιά λογοκρισία, αλλά λειτουργεί πολύ πιο εκλεπτυσμένα η εννοιοδότηση και η διαδικασία του ορισμού (Prozeß der Definition). Ένας σίγουρος, ας πούμε, τρόπος ομιλίας, ξεκινά να ρητορεύει προς τα έξω και ξαφνικά, όλοι μιλούν κατά τα φαινόμενα, με βαθιά πεποίθηση την ίδια γλώσσα. Ιδίως από κοινωνική και οικονομική άποψη έχει καθιερωθεί στην επιστημονική έρευνα, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική τάξη μια γενικευμένη διευθέτηση της ομιλίας, από μια «γλώσσα συναίνεσης», η οποία επενεργεί ολοένα και πιο άκαμπτα, ακριβώς επειδή δεν έχει συνταγογραφηθεί κατευθείαν από κάποια διοίκηση.