Πέρασαν
σχεδόν πενήντα χρόνια από τότε που ξέσπασε στην Αμερική (1914) ο μεταδοτικός
ενθουσιασμός για την τζαζ˙ σ’ όλο το διάστημα η τζαζ διατηρεί τη θέση της ως
μαζικό φαινόμενο. Παρά τις δηλώσεις των ιστορικών που την προπαγανδίζουν, η
μέθοδός της έχει μείνει ουσιαστικά ανάλλακτη: η προϊστορία της μας φέρνει πίσω
σ’ ορισμένα τραγούδια από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως το «Turkey in the
Straw» και το «Old Zip Coon». Η τζαζ είναι μια μουσική που αναμειγνύει την πιο
στοιχειώδη μελωδική, αρμονική, μετρική και τυπική δομή με τη φαινομενικά
διασπαστική αρχή της συγκοπής˙ στην πραγματικότητα, όμως, δεν διαταράσσει ποτέ
τη χονδροειδή ενότητα του βασικού ρυθμού, την πανομοιότητα του μέτρου. Αυτό δεν
σημαίνει ότι δεν συνέβη τίποτε στην τζαζ. Το μονοχρωματικό πιάνο υποχρεώθηκε να
παραδώσει τον κυρίαρχο ρόλο που έπαιζε κατά την περίοδο του ράγκταϊμ σε μικρά
σύνολα αποτελούμενα κυρίως από πνευστά όργανα. Η βιαιότητα των πρώτων
τζαζ-μπαντ του Νότου και ιδίως της Νέας Ορλεάνης μετριάστηκε με την αύξηση της
εμπορευματοποίησης και του ακροατηρίου. Όλες οι προσπάθειες για την επανάκτηση
αυτής της αρχικής ζωντάνιας, είτε λέγονται «σουίνγκ» είτε «μπίμποπ», υποκύπτουν
στις εμπορικές απαιτήσεις και χάνουν γρήγορα το κεντρί τους. Η αρχή της
συγκοπής, που προσέλκυε στην αρχή την προσοχή χάρη στην υπερβολή της, έγινε στο
μεταξύ τόσο αυτονόητη που δεν χρειάζεται πια να τονίσει τους αδύναμους χρόνους,
όπως κανονικά θα έπρεπε να κάνει. Όποιος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τέτοιους
χρόνους σήμερα χαρακτηρίζεται «γελοίος», παλιομοδίτικος, όπως ένα βραδινό
φόρεμα του 1927. Το πνεύμα αντιλογίας έχει μετατραπεί σε «ομαλότητα» δεύτερης
διαλογής. Η τζαζ-μορφή αντίδρασης έχει κατοχυρωθεί τόσο πολύ, που μια ολόκληρη
γενιά νέων ακούει μόνο «συγκοπές», χωρίς να έχει επίγνωση της αρχικής σύγκρουσής
τους με το βασικό μέτρο. Ωστόσο, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ακυρώνει το γεγονός
ότι η τζαζ έχει μείνει κατά βάση στατική, ούτε λύνει το αίνιγμα που προκύπτει
από τη διαπίστωση ότι ο κόσμος δεν βαριέται ποτέ τη μονοτονία της. Ο Winthrop
Sargeant, διεθνώς γνωστός σήμερα ως συντάκτης της καλλιτεχνικής στήλης του
περιοδικού Λάιφ, έχει γράψει το καλύτερο και το πιο αξιόπιστο βιβλίο πάνω στο
θέμα˙ πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε που έγραψε ότι η τζαζ δεν είναι κατά
κανέναν τρόπο ένα καινούριο μουσικό ιδίωμα αλλά, αντίθετα, ότι είναι, «ακόμη
και στις πολυπλοκότερες εκφάνσεις της, μια σειρά από διαρκώς επαναλαμβανόμενες
φόρμουλες». Μια τέτοια αμερόληπτη παρατήρηση φαίνεται ότι μπορεί να γίνει μόνο
στην Αμερική˙ στην Ευρώπη, όπου η τζαζ δεν έχει γίνει ακόμη ένα καθημερινό
φαινόμενο, υπάρχει μια τάση, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κείνους τους λάτρες της τζαζ
που την έχουν υιοθετήσει ως κοσμοθεώρηση, να την κοιτούν ως διάσπαση της
αρχικής, ανεμπόδιστης φύσης, ως θρίαμβο πάνω στη μουχλιασμένη, παραδοσιακή
κουλτούρα-μουσείο. Όμως, ακριβώς όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη των
αφρικανών στοιχείων στην τζαζ, έτσι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και το γεγονός
ότι η τελευταία ήταν ενσωματωμένη από την αρχή σ’ ένα άκαμπτο σχήμα, ότι οι
ανυπότακτες κινήσεις της συνοδεύονταν από μια τάση τυφλής υπακοής, που την
κάνουν να μοιάζει με τον σαδομαζοχιστικό τύπο που έχει περιγράφει από την
αναλυτική ψυχολογία με το πρόσωπο που ερεθίζεται με τη μορφή του πατέρα, ενώ
κατά βάθος τον θαυμάζει, που προσπαθεί να τον συναγωνιστεί και, παράλληλα,
αντλεί ηδονή από την υποταγή του σ’ αυτόν, υποταγή την όποια απεχθάνεται
απροκάλυπτα. Αυτή η τάση επιταχύνει την τυποποίηση, την εμπορευματοποίηση και
την ακαμψία του μέσου καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι συνέπειες αυτές οφείλονται
στην ίδια την τζαζ κι όχι στη μεσολάβηση ενός πρόστυχου επιχειρηματία που
εκφαυλίζει τη φωνή της φύσης χτυπώντας την από έξω. Η κακή χρησιμοποίηση της
τζαζ δεν οφείλεται σε κάποια εξωτερική συμφορά, όπως υποστηρίζουν με μανία οι
καθαρολόγοι υπεραμύντορες της «πραγματικής», «μη παραποιημένης» τζαζ, αλλά στην
ίδια την τζαζ. Τα νέγρικα σπιρίτσουαλς, οι πρόδρομοι των μπλουζ, ήταν τραγούδια
των δούλων και γι’ αυτό συνδύαζαν το θρήνο της ανελευθερίας με την καταπιεσμένη
επιβεβαίωσή της. Επιπλέον, είναι δύσκολο να απομονώσουμε τα αυθεντικά νέγρικα
στοιχεία της τζαζ. Το λευκό λούμπεν προλεταριάτο συμμετείχε επίσης στην
προϊστορία της, πριν ακόμη προβληθεί αυτή τόσο εντυπωσιακά σε μια κοινωνία που
έδειχνε σαν να την περίμενε και που ήταν από πολύ πιο πριν εξοικειωμένη μαζί
της, αφού ήξερε το χορό ‘κέικ γουόκ’ και το χορό με κλακέτες.