Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μας λείπει η ηγεσία;


Κατά την ημέρα συζήτησης του νομοσχεδίου για την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια ο φύρερ της Χρυσής Αυγής Νίκος Μιχαλολιάκος απευθυνόμενος στους πολιτικούς του αντιπάλους, είπε τα ακόλουθα: “Θέλετε να αλλάξετε τα πάντα. Είπατε ότι θέλετε να κάνετε λαϊκό κράτος. Σας είπα ότι δεν αλώσατε καμία Βαστίλη· ότι κανένας Ροβεσπιέρος δεν υπάρχει ανάμεσά σας”.[1] Και συνεχίζοντας, διατύπωσε την πρόβλεψη πως ακριβώς λόγω της έλλειψης στιβαρής ηγεσίας, οι αντίπαλοί του σύντομα θα ηττηθούν κατά κράτος. 

Μια ημέρα αργότερα, σαν ειρωνεία της ιστορίας, ο πρωθυπουργός του κράτους που αποτελεί τον ιδεότυπο όλων των λαϊκών κρατών ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησής του να αναβαθμίσει σε συνταγματική την κατάσταση εξαίρεσης που ισχύει στη χώρα δια νόμου εδώ και λίγες εβδομάδες και η οποία αρχικά είχε ψηφιστεί ως έκτακτο μέτρο μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι. Σκοπός αυτή της πράξης είναι να μην μπορεί κανένας άνθρωπος να προσφύγει στη δικαιοσύνη έναντι των πρακτικών της αστυνομίας, οι αυθαιρεσίες της οποίας -όπως πρόσθεσε- είναι απολύτως δικαιολογημένες αφού η χώρα του βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου. Ο γαλλικός νόμος, αν και το χαρακτηριστικότερο συμβάν της περιόδου, αθροίζεται πια ανάμεσα σε δεκάδες παρόμοια παραδείγματα που έρχονται καθημερινά στα αυτιά μας με την ηχώ πολεμικού ανακοινωθέντος. Σε όλη τη γηραιά Ευρώπη ένα σύνολο φασιστικών νομοθετημάτων επανέρχονται για να παγιώσουν τις ήδη γενικευμένες πρακτικές του κράτους ασφάλειας. Ο εφιάλτης επιστρέφει. 

Ο γραμματέας της ναζιστικής οργάνωσης αγορεύει στην ελληνική βουλή με την αυτοπεποίθηση του σέρφερ που έχει τη βεβαιότητα πως καβαλά το κύμα της ιστορίας. Έχει δίκαιο και το γνωρίζει. Δεν είναι φυσικά η απουσία χαρισματικής ηγεσίας αλλά η απουσία δυναμικής στο στρατόπεδο της δική μας πλευράς. Μοιάζουμε όλοι σαν να έχουμε αποδεχτεί το μοιραίο. Η γενική ακινησία κερδίζει έδαφος. Με όρους σιωπηλής πλειοψηφίας συντελείται μια φασίζουσα αναμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων που υπαγορεύει ακόμα και σε μια έστω κατ’ όνομα σοσιαλιστική κυβέρνηση να απελαύνει όποιον δεν είναι καθαρός Γάλλος, κάνοντας χρήση μιας συνταγματικής διάταξης που μοιάζει πιστή αντιγραφή αυτών που νομοθέτησε κάποτε ο Χίτλερ. Η Γαλλία νομιμοποιεί την ήττα της. 

Δεν πρέπει σήμερα να συντηρούμε αυταπάτες: ένα ολοκληρωτικό κράτος πηγάζει από μια ολοκληρωτική κοινωνία. Γιατί όποια θέση και αν παίρνουμε στο δίπολο της κλασικής διαμάχης για την πηγή του ριζικού κοινωνικού κακού (αν, δηλαδή, το αρχικό φταίξιμο είναι στην κοινωνία ή στο κράτος), οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη διαλεκτική της ανατροφοδοτούμενης πορείας: η ολοκληρωτική κοινωνία, ως παράγωγο της αυταρχικής κρατικής διαχείρισης σε πρώτο χρόνο, γίνεται στην συνέχεια η ανατροφοδοτούμενη αιτία της εμπέδωσης και διαιώνισης του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Η σύμπλευση της στρατιωτικής βιομηχανίας με την κοινωνική ευημερία -ένα φαινόμενο που χρωμάτιζε τις τελευταίες δεκαετίες το κράτος του Ισραήλ- δημιουργεί πια και στην Ευρώπη όρους καθολικής συναίνεσης στον εφιάλτη. Ο αποτροπιασμός των “ανθρωπιστικά ευαίσθητων” Ευρωπαίων στο θέαμα των Ισραηλινών πολιτών που κατά τους βομβαρδισμούς της Γάζας έστηναν αναπαυτικούς καναπέδες στους περιμετρικούς λόφους για να απολαύσουν το θέμα, σήμερα μοιάζει μακρινή ανάμνηση. 

Αν τολμήσουμε να σκεφτούμε τί μέλει γενέσθαι στην περίπτωση που η πορεία της παρούσας κοινωνίας συνεχίσει ακάθεκτη τον καταστροφικό της βηματισμό, είναι βέβαιο πως τα αίσθημα μιας πνευματικής κρίσης πανικού θα μας καταλάβει. Και είναι αυτό το κρίσιμο σημείο που, ξεπερνώντας τον πανικό, οφείλουμε να αναρωτηθούμε φωναχτά: τί είναι αυτό που πραγματικά λείπει; Γιατί αν το ζητούμενο είναι μια στιβαρή ή χαρισματική ηγεσία δεν έχουμε πάρα να οργανώσουμε, κατά τα αγοραία πρότυπα της σύγχρονης κυβερνητικής, μια διαδικασία αυστηρής επιλογής ενός προσώπου στο οποίο θα ορκιστούμε τυφλή πίστη και στις αναμφισβήτητες τυπικές ικανότητες του οποίου θα εναποθέσουμε την ελπίδα μας. Αλίμονο, η πρόσφατη παράσταση μας δίδαξε πως ακόμα ένας ηγέτης που όμοιός του γεννιέται κάθε 200 χρόνια (sic) είναι απελπιστικά αναντίστοιχος των απαιτήσεων του καιρού. 

Και εδώ έρχεται η δική μας μικρή ερώτηση: τα κοινωνικά κινήματα, η ζωντανή κοινότητα, για την απελευθέρωση της οποίας όλες οι ηγεσίες της “δικής μας” πλευράς υποτίθεται ότι αγωνίζονται, τί ρόλο μπορεί να παίξουν στη σύγχρονη ιστορία; Γιατί αν το αναφερόμενο μιας ριζοσπαστικής ηγεσίας δεν υπάρχει, τότε η τελευταία είναι μόνο κατ’ όνομα ριζοσπαστική και δικαίως οδηγείται από την μια συνθηκολόγηση στην άλλη. Με άλλα λόγια, η επιτυχία της ηγεσίας στη σύγχρονη μορφή της δεν είναι τίποτα άλλα παρά σύμπτωμα της ήττας των κινημάτων· και μόνο αν αυτή η διαλεκτική γίνει αντιληπτή έχουμε ίσως την ευκαιρία να ξετρυπώσουμε το βασικό ζητούμενο: την ζωντανή, δρώσα και αυτοδιευθυνόμενη κοινότητα. 

Όσο καθυστερούμε, όσο οι ριζοσπαστικές μας προθέσεις και η νεανική μας ζωτικότητα σπαταλιέται μέσα στις ετερόφωτες προσδοκίες της ανάθεσης, όσο βραδυπορούμε μπροστά στις κατεπείγουσες ανάγκες μιας κοινωνίας που συνεχώς κατακερματίζεται πνιγμένη στον ωκεανό της φρικτής εξατομίκευσης, όσο μένουμε άτολμοι μπροστά στις ασύλληπτες δυνατότητες της δικής μας συλλογικής πράξης, όσο αφήνουμε ακατάληπτη τη Βαστίλη, τόσο το σκοτάδι θα εξαπλώνεται. Ναι, Ροβεσπιέρος δεν υπάρχει -και ευτυχώς- όμως το έλλειμμα αντανακλαστικών της κοινωνικής μας ευαισθησίας έναντι της καλπάζουσας λαίλαπας του ολοκληρωτισμού ορίζει το μέγεθος των καθηκόντων μας. 

Υ.Γ. Το ότι οι αριστερές και εργατικές ηγεσίες αποτελούνται συνήθως από ανθρώπους των προνομιούχων στρωμάτων που …κάνουν το χόμπι τους, και έτσι, στις κρίσιμες στιγμές στρέφουν το πηδάλιο στα αγκυροβόλια του συμβιβασμού και της ήττας, δεν είναι σύμπτωμα της αριστεράς, είναι σύμπτωμα της ηγεσίας. Η ιεραρχία είναι μια βαθιά αριστοκρατική συνήθεια που ριζώνει (δυστυχώς ακόμα) στις ανθρώπινες συμπεριφορές. Αν η ανθρώπινη κοινότητα θέλει να ζήσει κάποτε ελεύθερη πρέπει να απαλλαγεί οριστικά από αυτό το καρκίνωμα. 

[1] http://avmag.gr/60819/olokliri-i-sizitisi-ke-i-psifisi-tou-simfonou-simviosis-apo-ti-vouli/

Ἡ κριτική στάση


Σκεφτόμαστε ἐπειδή βρισκόμαστε σέ πόνο, σέ φόβο, σέ σύγχυση. Μακριά ἀπό τίς ὀλύμπιες κλασικές ἀναπαραστάσεις πού τόν ἤθελαν θεμέλιο καί σκέπη τοῦ κόσμου, κορωνίδα ἑνός ἱεραρχημένου καί έπιβλητικοῦ σύμπαντος, ὁ Λόγος ἴσως νά μήν ἐκφράζει τίποτα περισσότερο ἀπό τήν ἱκανότητα τῆς ζωῆς ν’ ἀνοίγει δρόμους ἐκεῖ ὅπου  ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπειλή τοῦ ἀφανισμοῦ λίγο-λίγο τήν παγιδεύουν, ἐγκλωβίζουν τίς προοπτικές της. Γι' αὐτό, τό ἔργο της μοιάζει μέ τό σισύφειο ἐγχείρημα, γι’ αὐτό καί ἡ φιλοσοφία, ὡς ἔργο ἀνθρώπινο καί ἔργο ἱστορικό, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ, τελικά, παρά μόνον ἁπό τήν πλευρά τῆς τραγωδίας.

Στά χρόνια τοῦ Διαφωτισμοῦ κριτικός, κριτική ἱκανότητα σήμαινε τή δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης διαπερνώντας ὄλους τούς δεσμούς ὑποταγῆς πρός κάθε εἴδους ἐξουσίες, ἐξουσίες φυσικές καί ἐξουσίες κοινωνικές, νά χειραφετηθεῖ, ἀναγνωρίζοντας τήν «ἀληθινή» της φύση, τίς δυνατότητες καί τα ὅριά της. Πίσω ἀπό τοῦτο τό ἀναμφίβολα ἀλαζονικό ἐγχείρημα πού θά ἄφηνε στό τέλος μετέωρη αὐτήν τή σκέψη, ἀνίκανη νά βρεῖ ἕνα ἔρεισμα ἔξω ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό της, κρύβεται ἡ ἀπόγνωση μιᾶς συνείδησης ἔκπτωτης, μιᾶς συνείδησης πού ἀδυνατεῖ πλέον νά κατοικήσει ἕναν κόσμο ἀνθρώπινο καί ὡστόσο ἐχθρικό ἀπέναντι στίς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Πίσω ἀπό τή ρηξικέλευθη τόλμη τοῦ Διαφωτισμοῦ κρύβεται μιά ἀνθρώπινη στάση βαθειᾶς καί ἀπαρηγόρητης ἀπελπισίας.

Αὐτοῦ τοῦ κόσμου κληρονόμοι σήμερα, τοῦ κόσμου τῶν ἀνταγωνιστικῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων καί τοῦ έξαρτημένου ἀπό μιά τεχνολογία δίχως σκοπό κόσμου, δέν εἴμαστε πλέον σέ θέση νά βροῦμε κατοικία πού θά στεγάσει τά ὄνειρά μας, ὅσα ἡ ἱστορική ζωή φάνηκε γιά μιά στιγμή τουλάχιστον νά μᾶς ὑπόσχεται καί ὅσα δέν εἴμαστε διατεθειμένοι μέ κανένα ἀντάλλαγμα ν’ ἀπαρνηθοῦμε. Ὅταν καί ὅσο ἀρνούμαστε νά συνθηκολογήσουμε μέ μία κοινωνική πραγματικότητα πού ἔχει πλέον τή φύση τῆς πέτρας, ὄταν καί ὅσο ἀρνούμαστε νά νομιμοποιήσουμε μέ τή συμμετοχή μας αὐτό πού ὑπάρχει, ὅσο μποροῦμε ν’ ἀντλοῦμε τήν τελευταία δυνατή χαρά μετασχηματίζοντας τήν ὀδύνη τῆς ματαίωσης σέ μάχιμη σκέψη, σκέψη πού ἐκθεμελιώνει τό ὑπάρχον καί δείχνει ἀνυποχώρητα πρός ἐκεῖνο πού θά μποροῦσε, πού ἀκόμα περιμένει νά ὑπάρξει, ἡ κριτική γίνεται τότε ἡ μοίρα μας – καί αὐτό δέ σημαίνει ἁπλῶς ἕναν τρόπο σκέψης, οὔτε πολύ περισσότερο ἕνα ὕφος ἤ μια τεχνοτροπία, ἀλλά μιά στάση ζωῆς, πού περιέχει ἀσφαλῶς κι ἕναν τρόπο σκέψης. Ἡ κριτική στάση εἷναι ἡ μοίρα ἐκείνου πού λύνει ὅλους τούς δεσμούς καί τίς οἰκειότητες, ἀναλαμβάνει σχεδόν ἀσκητικά τήν ἠθελημένη μοναξιά καί τήν περιπλάνηση ἐπειδή ἀρνεῖται πεισματικά νά ξεχάσει τί εἷναι ἐκεῖνο πού πρέπει νά διασωθεί. Ἡ κριτική εἷναι ἡ στάση τῆς μεγάλης ἄρνησης, εἷναι ἡ μοίρα πού σφραγίζει ἀνεξίτηλα μιά ζωή κάνοντάς την ἀνέστια, ὁδηγώντας την σέ μιάν ἀβάσταχτη, κι ὡστόσο ἀνειλημμένη σά νά πρόκειται γιά γιορτή, ἐξορία· καί ὅμως, λίγο πρίν ἀπό τή βέβαιη ἥ πιθανή συντριβή, μέσα ἁπό τήν ἔσχατη διακινδύνευση καί τήν ἐκούσια θυσία, ἀνταμείβει μέ τήν παράδοξη γαλήνη μιᾶς ζωῆς πού δέν ἀποποιήθηκε τό νόημά της καί μέ τήν ὑπόσχεση μιᾶς ἐκστατικῆς συμφιλίωσης μέ ὅ,τι πολύτιμο καί βαθύ δέν μπόρεσε ἐπίσης νά βρεῖ μέσα στήν ὑπάρχουσα ἱστορική στιγμή δικαίωση καί κατοικία. Στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀντοχῆς, ἡ κριτική στάση εἶναι ἡ μόνη πού διαφυλάσσει τήν παράδοξη ἕνωση τοῦ ἀκραίου ἀσκητισμοῦ καί τῆς ὀργιαστικῆς ἐπανεύρεσης τοῦ κόσμου.

Στήν πιό ἐκλαϊκευμένη σήμερα σημασία της, ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς ἔχει φτάσει νά σημαίνει τή μεσιτευμένη ἀπό τή βιομηχανία κουλτούρας ἐπαγγελματική δραστηριότητα τοῦ τεχνοκριτικοῦ. Ἡ σημασία της ὅμως αὐτή, ὡς προσδεμένης στήν καλλιτεχνική δημιουργία θεωρητικῆς δραστηριότητας, ὅταν ἀρνεῖται νά ξεπέσει στόν κομφορμισμό ἑνός στείρου ἐπαγγελματισμοῦ, ἀντλεῖται ἀπό τήν πρόθεσή της νά μεσολαβήσει κοινωνικά τό ἔργο, πράγμα πού θά τήν ὑποχρεώσει, ἀργά ἤ γρήγορα, σέ μιά δεσμευτική ἐπιλογή: στήν ἀμυντική ὑπεράσπιση αὐτοῦ πού ὑπάρχει καί κωδικοποιεῖται στά πλέον τυπικά μορφικά στοιχεῖα τοῦ ἔργου, ἤ, ἀντίθετα, στή μαχητική ἀνάδειξη τοῦ οὐτοπικοῦ στοιχείου, ἐκείνων τῶν ριζικά καινούργιων φαντασιακῶν σημασιῶν πού κάθε ἀληθινό ἔργο φέρνει στόν κόσμο φανερώνοντας τήν ἀγεφύρωτη ἀντίθεση μεταξύ ἀλήθειας καί πραγματικότητας.


Στήν βαθύτερη σημασία της ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς παραμένει ἀκόμα συνδεδεμένη μέ τό πρόγραμμα τοῦ Διαφωτισμοῦ καί μέ τή θεωρητική κληρονομιά του. Πασχίζοντας αὐτός νά βρεῖ ἕνα πέρασμα ἐκεῖ ὅπου ὅλοι οἱ δρόμοι ἔμοιζαν παγιδευμένοι, ἔκοψε ἀποφασιστικά ἕνα διπλό δεσμό: ὄχι μόνον ἀντιτέθηκε σέ ὑπάρχουσες μορφές κοινωνικῆς ὀργάνωσης καί σέ κοινωνικῆς προελεύσεως ἐξουσίες, ἀλλά ἐπίσης καί σέ ὅ,τι ἕφερε τό ἔμβλημα τοῦ φυσικοῦ καί τῆς φύσης πού στά μάτια του φάνηκε ὡς μία ἀλλη μορφή καταναγκασμοῦ καί ἐξουσίας. Ἔτσι ὁ Διαφωτισμός παγιδεύτηκε καί ὁ ἴδιος μετασχηματιζόμενος σέ στείρα αὐτοανασκόπηση μιᾶς χωρίς ἀναφορικό λογικότητας· οἱ τελευταῖοι του ἐπίγονοι, κομφορμιστές πανεπιστημιακοί ἐξαρτημένοι ἀπό τίς σημερινές μορφές κράτους, διακηρύσσουν μέ τήν ἴδια τους τή μορφή ὕπαρξης τήν τραγική του χρεωκοπία. Ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς πρέπει σήμερα νά μετασχηματιστεῖ: βιωμένη ὡς δραματική καί θαρραλέα ἀνθρώπινη στάση θά βρεῖ τό μοναδικό σύμμαχο στήν ἑλπίδα μιᾶς ἀνάκτησης τοῦ φυσικοῦ δεσμοῦ ἐνάντια στίς θεσμοποιημένες ἐργαλειακές κοινωνικές πρακτικές, ἐνάντια στό φετιχισμό τοῦ θεσμικοῦ ἀλλά καί στήν κουλτούρα τῆς ἀγορᾶς καί τῶν ἀνταγωνιστικών ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἡ φιλοσοφία ὡς κριτική ὀφείλει νά ἀξιώσει νά γίνει ἡ φωνή τῶν πραγμάτων· ἡ ἀποφασισμένη μοναχικότητα τῆς κριτικῆς στάσης θα βρεῖ τή δικαίωσή της ὡς ἀδιάρρηκτη συμμαχία μέ τόν πάσχοντα Κόσμο. 

Φώτης Τερζάκης

Το νεανικό αυτό κείμενο του Φώτη Τερζάκη δημοσιεύτηκε το 1989 στο περιοδικό Σημειώσεις και αναδημοσιεύτηκε το 2015 στο πρώτο τεύχος του Σκαντζόχοιρου. 

Απελευθέρωση από την εργασία!


Ι

Σ’ ένα προγενέστερο άρθρο μας (βλ. Νέα Προοπτική της 24 -10 – 2015 με τίτλο «Σχολάζοντες ελευθερίως άμα και σωφρόνως» - «Ένα ΄΄σχόλιο΄΄ για την ΄΄σχολή΄΄ και την …΄΄σχόλη΄΄») γράφαμε πως η ελευθερία από τον μόχθο ανήκε κάποτε στα πιο ακλόνητα προνόμια των ολίγων, πως εάν αδυνατείς να ελέγξεις τον χρόνο σου, πολλώ δε μάλλον, την εργασία σου, τότε αυτήν την αδυναμία σου την αισθάνεσαι με την μεγαλύτερη οξύτητα και πως, γι’ αυτόν τον λόγο, στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είχαν σε πολύ χαμηλή εκτίμηση την μισθωτή εργασία και σε μεγάλην εκτίμηση την κατάσταση εκείνων που δεν είχαν ανάγκη να εργασθούν για να συντηρηθούν. Έτσι, αυτός που κέρδιζε τα προς το ζην με τα δικά του χέρια, καθιστούσε εαυτόν ακατάλληλο ως πρότυπο για τους νεαρούς Ελληνορωμαίους αριστοκράτες, ακόμη κι’ αν επρόκειτο για τον Φειδία ή τον Πολύκλειτο. Στο σημείο αυτό ο Πλούταρχος επιδεικνύει μια σαφήνεια ανελέητη, ανεπίδεκτη οποιασδήποτε παρεξήγησης: «Κανένας αξιοπρεπής νέος – αναφέρει ο Πλούταρχος – που βλέπει τον Δία της Πίσας ή το Ηραίο του Άργους δεν θα επιθυμήσει εξ αυτού να γίνει Φειδίας ή Απελλής· διότι, ακόμα και όταν ένα έργο τέχνης είναι αποδεκτό και μας ευχαριστεί, δεν συνάγεται επ’ ουδενί ότι αξίζει να ζηλεύουμε και να μιμούμαστε τον δημιουργό του» (παρατίθεται στον ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΡΟΚΕΡ, ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, εκδόσεις Άρδην, τόμος Δ, σελ. 36-37). Για να γίνουμε ακριβέστεροι και απόλυτα κατανοητοί πρέπει να προσθέσουμε και τούτο: Αν ο Φειδίας, ο Πολύκλειτος ή ο Απελλής σμίλευαν ερασιτεχνικά, χάριν προσωπικής ευχαρίστησης, είχαν μεγάλο ιδιωτικό εισόδημα και δεν πληρώνονταν για την καλλιτεχνική εργασία τους, τότε – και μόνον τότε – η ενασχόλησή τους με την τέχνη τους δεν θα εμπεριείχε τίποτε το άξιο περιφρόνησης! (βλ. G.E.M. DE STE CROIX, Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, σελ. 349,350).

Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις με «βασιλικά δικαιώματα» («ius regium»)



Ι
Η ελληνική συμβολή στον πολιτισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν πολύ μεγάλη, και αληθινά δεσπόζουσα σε πολλούς τομείς της πνευματικής και καλλιτεχνικής σφαίρας. Οι Ρωμαίοι υπερτερούσαν των Ελλήνων μόνο σε δύο τομείς, έναν πρακτικό κι’ έναν πνευματικό. Συγκεκριμένα: διέπρεψαν στην τέχνη του κυβερνάν (τόσο τον εαυτό τους όσο και άλλους) προς το συμφέρον – εννοείται – της δικής τους εύπορης τάξης και προπαντός των πλουσιοτέρων μελών της. Ο πνευματικός τομέας στον οποίο η ρωμαϊκή ιδιοφυΐα διακρίθηκε ήταν το ius civile, το «αστικό δίκαιο», δηλαδή το ιδιωτικό δίκαιο που ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ Ρωμαίων πολιτών. Επρόκειτο για το μόνο σπουδαίο επίτευγμα των Ρωμαίων στον χώρο του πνεύματος, ήταν το μόνο πρωτότυπο προϊόν του ρωμαϊκού πνεύματος. Πρέπει να διευκρινίσουμε, ευθύς εξ αρχής, ότι το «ius civile» δεν ταυτίζεται μ’ αυτό που στις μέρες μας αποκαλούμε «κράτος δικαίου». Το «κράτος δικαίου» έλειπε από μεγάλες ζώνες του ρωμαϊκού δικαιικού συστήματος κυρίως από κλάδους που σήμερα θα αποκαλούσαμε ποινικό και συνταγματικό δίκαιο. Ο Η.F. Jolowicz αναφέρει ότι το ρωμαϊκό «ποινικό σύστημα δεν πέρασε ποτέ μέσα από κάποιο στάδιο αυστηρού δικαίου» προσθέτοντας πως «εδώ ΄΄το κράτος δικαίου΄΄ …δεν εγκαθιδρύθηκε ποτέ». Ο Fritz Schulz, καίτοι γενναίος υπερασπιστής της ρωμαϊκής φιλονομίας, παραδέχτηκε ότι ο θεμελιώδης κανόνας « nullum crimen, nulla poena sine lege» (ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ-προγενέστερου – νόμου), ήταν πάντοτε άγνωστος στο Ρωμαϊκό Δίκαιο. Παρ’ όλα αυτά, το ρωμαϊκό ius civile (αστικό δίκαιο) ήταν, πάνω απ’ όλα, ένα καλομελετημένο σύστημα, δουλεμένο σε όλες τις λεπτομέρειες και συχνά με μεγάλη διανοητική αυστηρότητα, για την ρύθμιση των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων των Ρωμαίων πολιτών, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το δικαίωμα της κυριότητας, ένα ειδικά ιερό θέμα για την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη. Είναι γνωστή η ιδεοληψία του Κικέρωνα (του πιο συγκροτημένου μέλους της ρωμαϊκής άρχουσας τάξης) και των περισσότερων συναδέλφων του ότι η περιφρούρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ήταν ο κύριος λόγος της ίδρυσης των κρατών.[1] 

Ο Μαρξ στο Σόχο

Ο θεατρικός μονόλογος του Howard Zinn 
(πλήρες κείμενο) 



Φώτα σπιτιών στο βάθος. Ένα φως στο κέντρο της σκηνής φωτίζει ένα χώρο άδειο, εκτός από ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες. O Μαρξ μπαίνει φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και μαύρο γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν. Έχει γένια, είναι κοντός. γεμάτος, με μαύρο μουστάκι και μαλλιά που γκριζάρουν. Φορά γυαλιά με μεταλλικό σκελετό και κρατά σακίδιο. Κοντοστέκεται, περπατά μέχρι την άκρη της σκηνής, κοιτά το ακροατήριο. Δείχνει ικανοποιημένος, λίγον έκπληκτος.

-Δόξα τω Θεό, κοινό!

Βγάζει τις προμήθειες από τo σακίδιο: μερικά βιβλία, εφημερίδες, ένα μπουκάλι μπίρα, ένα ποτήρι. Κάνει στροφή και περπατά προς το κέντρο της σκηνής.

-Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους ηλίθιους που λέγαν ότι ο Μαρξ είναι νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι... και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής.

Δεν έχει πρόβλημα να διακωμωδεί τον εαυτό του και τις ιδέες του. Ίσως έγινε πιο ήπιος με το πέρασμα των χρόνων. Αλλά κει που λες ότι ο Μαρξ μαλάκωσε, έρχονται ξεσπάσματα θυμού.

-Ίσως αναρωτιέστε πώς έφτασα εδώ...

Χαμογελά πονηρά.

-...πήρα τη συγκοινωνία.