Οι αγρότες, οι νόμοι και ο ΣΥΡΙΖΑ

                               

Ι
Εν όψει των γενικευμένων αγροτικών κινητοποιήσεων αυτών των ημερών και της ανακοινωθείσας συγκέντρωσης των αγροτών στο κέντρο της Αθήνας, η κυβερνητική εκπρόσωπος έσπευσε στις 9-ΙΙ-2016 να υπομνήσει πως υπάρχουν «νόμοι και κανόνες σ’ αυτήν την χώρα» οι οποίοι, εκτός των άλλων, καθιστούν απαγορευτική την είσοδο των τρακτέρ στην Αθήνα με συνέπεια, αν παρ’ ελπίδα, εισέλθουν τελικά, να αντιμετωπισθούν δεόντως από την αστυνομία. (βλ. δηλώσεις της στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο). Έτσι, ήρθε η ώρα για να αισθανθούν, ακόμη μια φορά, οι αγρότες την επαπειληθείσα κρατική καταστολή με «αριστερό» πρόσημο. Ας ρίξουμε, έστω επί τροχάδην, μια διαχρονική ματιά στους αγρότες γενικά και στους Έλληνες αγρότες, ειδικότερα.

Το παλαιότερο συστηματικό πρόγραμμα του γερμανικού ιδεαλισμού [1797] Hegel, Schelling, Hölderlin

Μετάφραση - εισαγωγή: Σωτήρης Λυκουργιώτης, Βασιλική Σουλιώτη


Εισαγωγή

Το μικρό αυτό μανιφέστο ήρθε στο φως για πρώτη φορά μόλις το 1926 από τον Franz Rosenzweig και παρουσιάστηκε ως «αγνώστου συγγραφέα». Νεότερες έρευνες αποκάλυψαν ότι το κείμενο πιθανότατα γράφτηκε το 1797 από την τρομερή τριάδα του Tübingen. Πρόκειται για τους νεαρούς συγκατοίκους που έμελλε να εξελιχθούν στις πλέον χαρακτηριστικές μορφές του γερμανικού πνεύματος. Οι τρεις ήταν ο Hegel, ο Schelling και ο Hölderlin 22, 27 και 28 χρονών αντίστοιχα. Στο κείμενο, στο οποίο είναι εμφανής τόσο η επίδραση της Γαλλικής επανάστασης όσο και τα έντονα ρομαντικά μοτίβα, συμπυκνώνονται προγραμματικά όλες οι μετέπειτα ιδέες του γερμανικού ιδεαλισμού με κομβικότερη την ιδέα του αναστοχαστικού υποκειμένου. Μέσα από το μανιφέστο αποκαλύπτεται μια ριζοσπαστική ομάδα στοχαστών που επιτίθενται στην ιδέα του κράτους και προτάσσουν την αισθητική επανασύνδεση εμπειρικής έρευνας και φιλοσοφίας. Το στίγμα της τρίτης κριτικής του Καντ «Κριτική της κριτικής Δύναμης» (Kritik der Urteilskraft), που είχε γραφτεί μόλις επτά χρόνια πριν το 1790, είναι παραπάνω από εμφανές. Στο γραπτό είναι ευδιάκριτη η αγωνία για έναν κόσμο κατακλυσμιαίων αλλαγών που οδηγείται στην καταστροφή, και που του αξίζει να σωθεί μόνο με αισθητικούς όρους. Τα έντονα ρομαντικά μοτίβα για τον ρόλο της ποίησης ως σωτήρια πράξη, η αγωνία για τη διάδοση του πνεύματος μέσα στον λαό διατρέχουν τις σκέψεις τους. Προτείνουν μια νέα φιλοσοφική μυθολογία που θα κάνει τις ιδέες προσιτές και θα σημάνει την αναγέννηση και την ενότητα του λαού. Για μια ελευθερία δίχως κράτος και δυνάστες, για μια ισότητα όλων χωρίς αυθεντίες. «Η φιλοσοφία του πνεύματος είναι αισθητική φιλοσοφία», διακηρύσσουν. Η σύλληψη μιας τελικής ενότητας των ιδεών σε μια υψηλότερη ιδέα, η ιδέα της τέχνης και της παραστατικής θρησκείας, ως βαθμίδες που οδηγούν στο απόλυτο πνεύμα, διατρανώνονται. Ιδέες που θα επεξεργαστούν αργότερα στη φιλοσοφία τους οι Hegel και Schelling και θα σκιαγραφήσει χαρακτηριστικά στην ποίησή του ο Hölderlin, βρίσκονται συμπυκνωμένες σε αυτό το μικρό μανιφέστο.



Μια ηθική

Το γεγονός ότι στο μέλλον κάθε μεταφυσική θα κρίνεται από την ηθική —πράγμα για το οποίο ο Καντ, χωρίς να θέσει περιορισμούς, έδωσε μόνο ένα παράδειγμα με τα δύο του πρακτικά αξιώματα— καθιστά την ηθική ένα ολοκληρωμένο σύστημα όλων των ιδεών και όλων των πρακτικών αξιωμάτων. Η αρχική σύλληψη είναι φυσικά η ιδέα του εαυτού [υποκειμένου], ως ενός απόλυτα ελεύθερου όντος. Με το ελεύθερο, ενσυνείδητο ον εμφανίζεται ταυτόχρονα —από το μηδέν— ένας ολόκληρος και ανεξάρτητος κόσμος — η μόνη αληθινή και νοητή δημιουργία που μπορεί να γεννιέται από το τίποτα.

Προσεγγίζοντας το ζήτημα από την πλευρά των εμπειρικών — φυσικών επιστημών, το ερώτημα τίθεται ως εξής: πώς πρέπει να συγκροτηθεί ένας κόσμος για ένα ηθικό ον; Ας δώσω γι’ άλλη μια φορά φτερά στην αργή και δυσκίνητη φυσική επιστήμη. Έτσι, αν η φιλοσοφία καθορίζει τις ιδέες και η εμπειρία τα στοιχεία, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε τελικά μια συνολική επιστήμη, κάτι το οποίο επιδιώκουμε. Η σύγχρονη φυσική επιστήμη, όμως, φαίνεται αδύναμη να πραγματώσει αυτό το δημιουργικό όραμα.

Από την επιστήμη περνάμε, λοιπόν, στην ανθρώπινη πράξη. Με πρωταρχική ιδέα, την ιδέα της ανθρωπότητας – θέλω φυσικά να τονίσω ότι δεν υπάρχει η ιδέα του κράτους, επειδή το κράτος είναι ένα μηχανιστικό κατασκεύασμα, τόσο στενό εννοιολογικά όσο η ιδέα μιας απλής μηχανής. Μόνο το αντικείμενο της ελευθερίας μπορεί να ονομάζεται ιδέα. Θα πρέπει, λοιπόν, να υπερβούμε το κράτος! Γιατί κάθε κράτος αντιμετωπίζει τους ελεύθερους ανθρώπους ως μηχανικά γρανάζια και γι’αυτό το λόγο θα πρέπει να παυτεί. Είναι εμφανές, εδώ, πως όλες οι ιδέες, όπως για παράδειγμα η ιδέα της αιώνιας ειρήνης[1] και άλλες, αποτελούν υποδιαιρέση μιας υψηλότερης ιδέας. Θα ήθελα να παραθέσω εδώ τις αρχές για μια ιστορία της ανθρωπότητας και να ξεγυμνώσω μέχρι το κόκκαλο όλο το άθλιο, δήθεν ανθρώπινο έργο του κράτους, του συντάγματος, της κυβέρνησης και της βουλής.

Επιτέλους, έρχονται οι ιδέες ενός ηθικού κόσμου μέσω της ίδιας της λογικής. Επανάσταση όλων των προλήψεων, εκδίωξη του ιερατείου που παρουσιάζεται ως δήθεν φορέας του ορθού λόγου. Απόλυτη ελευθερία όλων των πνευμάτων, που φέρουν μέσα τους τον πνευματικό κόσμο και που δεν μπορούν να αναζητήσουν ούτε Θεό ούτε αθανασία έξω απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό.

Και, τελικά, έρχεται η ιδέα που εναρμονίζει τα πάντα· η ιδέα της ομορφιάς, μια λέξη που χρησιμοποιείται εδώ με την υψηλότερη πλατωνική της έννοια. Είμαι πλέον πεπεισμένος ότι η υψηλότερη πράξη του λόγου, που περιέχει όλες τις ιδέες, είναι μια αισθητική πράξη, και ότι η αλήθεια και η καλοσύνη μόνο μέσα στην ομορφιά είναι συνυφασμένες. Ο φιλόσοφος θα πρέπει να κατέχει την ίδια αισθητική δύναμη με τον ποιητή. Η φιλοσοφία του πνεύματος είναι αισθητική φιλοσοφία. Κανείς δεν μπορεί να διακριθεί κάπου για την ευφυΐα του ούτε καν μπορεί να εκλογικεύσει την ιστορία, αν δεν διαθέτει αισθητικό νου. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει σαφές τι είναι αυτό που στερούνται οι άνθρωποι, που δεν αντιλαμβάνονται τις ιδέες, και με ειλικρίνεια ομολογούν ότι όλα τούς είναι «σκοτεινά» και ακατανόητα αν δεν έχουν τη μορφή απλών διαγραμμάτων. Η ποίηση, έτσι, αποκτά υψηλότερη σημασία, γίνεται τελικά ξανά αυτό που ήταν στην αρχή του κόσμου: ο δάσκαλος της ανθρωπότητας. Επειδή δεν θα υπάρχει πια φιλοσοφία ούτε ιστορία, μόνο η ποίηση θα επιβιώσει απ’ όλες τις τέχνες και τις επιστήμες.

Σήμερα ακούμε τόσο συχνά ότι οι μάζες θα έπρεπε να έχουν μια αντιληπτή θρησκεία με αισθητές παραστάσεις. Όχι, όμως, μόνο το πλήθος αλλά και η φιλοσοφία χρειάζεται μια. Μονοθεϊσμός του λόγου και της καρδιάς, πολυθεϊσμός της φαντασίας και της τέχνης, αυτό είναι που χρειαζόμαστε! Θα καταθέσω μια σκέψη, την οποία απ’ όσο γνωρίζω κανείς ως τώρα δεν έχει διατυπώσει. Θα έπρεπε να αποκτήσουμε μια νέα μυθολογία, μια μυθολογία των ιδεών, μια μυθολογία στην υπηρεσία του ορθού λόγου. Γιατί αν δεν κάνουμε τις ιδέες μας αισθητικές και μυθολογικές δε θα έχουν κανένα ενδιαφέρον για τον λαό και, αντίστροφα, αν η φιλοσοφική μυθολογία δεν είναι λογική, τότε ο φιλόσοφος θα πρέπει να ντρέπεται γι’ αυτή.

Έτσι, θα πρέπει διαφωτισμένοι και αδιαφώτιστοι να δώσουν τα χέρια, η μυθολογία μας πρέπει να γίνει φιλοσοφική ώστε οι ίδιοι οι φιλόσοφοι να γίνουν κατανοητοί. Τότε θα κυριαρχήσει η αιώνια ενότητα. Ποτέ περιφρονητική ματιά, ποτέ τυφλός τρόμος του λαού μπρος στους σοφούς και ιερείς. Μόνο τότε μας περιμένει ίση κατάρτιση όλων των δυνάμεων της μονάδας και του συνόλου. Καμία δύναμη δε θα καταπιεστεί. Τότε θα κυριαρχήσει η γενική ελευθερία και η ισότητα όλων των πνευμάτων. Ένα υψηλότερο πνεύμα, σταλμένο εξ ουρανού, θα πρέπει να ιδρύσει αυτή τη νέα θρησκεία και αυτή θα είναι το τελευταίο αλλά και μεγαλύτερο έργο της ανθρωπότητας.

δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Κοινωνικός Αναρχισμός



[1] Σ.τ.Μ. πρόκειται για αναφορά στη βασική πολιτική ιδέα του Καντ.

Θέσεις για το Κράτος, την εξουσία και την μισθωτή εργασία


του antisystemic


«Αν επομένως αντέχει κάποιος να είναι φιλόσοφος στην υπηρεσία του κράτους, πρέπει επιπλέον να αντέξει το να τον βλέπουν σαν να έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας σε όλες τις κρυψώνες της. Όσο είναι ευνοημένος και έχει μια απασχόληση, πρέπει το λιγότερο να αναγνωρίζει κάτι ανώτερο από την αλήθεια: το κράτος. Κι όχι μόνο το κράτος, αλλά, συγχρόνως, όλα όσα το κράτος απαιτεί για την ευημερία του: φερ’ ειπείν, μια ορισμένη μορφή θρησκείας, κοινωνικής τάξης πραγμάτων, στρατιωτικής συγκρότησης – όλα τα πράγματα που έχουν γραμμένο πάνω τους ένα noli me tangere [μην αγγίζετε]. Μπορεί ένας πανεπιστημιακός φιλόσοφος να έχει ξεκαθαρίσει το συνολικό εύρος των υποχρεώσεων και των περιορισμών του; Δεν το γνωρίζω. Αν κάποιος το έχει κάνει και παραμένει, μολαταύτα, δημόσιος υπάλληλος, τότε είναι, σε κάθε περίπτωση, κακός φίλος της αλήθειας. Αν δεν το έχει κάνει ποτέ, τότε θα έλεγα πως εξακολουθεί να μην είναι φίλος της αλήθειας».

Φρίντριχ Νίτσε, «Παράκαιροι Στοχασμοί»  


I
Το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό Κράτος είναι πιο ολοκληρωτικό από τις προηγούμενες ιστορικές εκδοχές της κρατικής μορφής. Και αυτό γιατί οι διάφορες ενσαρκώσεις που έλαβε το κράτος σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους (ρωμαϊκή αυτοκρατορία, βυζαντινή θεοκρατική απολυταρχία, συγκεντρωτικές μοναρχίες, φιλελεύθερες ολιγαρχίες, φασιστικές & στρατιωτικές δικτατορίες) δεν έκρυβαν ότι εξυπηρετούσαν και προάσπιζαν μορφές κοινωνικής οργάνωσης που ήταν απροκάλυπτα, μέχρι και υπερήφανα, ταξικές. Μάλιστα, κωδικοποιούσαν και κανοναρχούσαν αυτές τις ταξικές διακρίσεις στο νομικό πλαίσιο που ρύθμιζε τις κοινωνικές σχέσεις και παγίωνε την άνιση κατανομή της δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες κι έτσι τις κατοχύρωναν θεσμικά. Για παράδειγμα, πέρα από τις επίσημες ιδιοκτησιακές σχέσεις που ήταν και τυπικά ιεραρχικές (π.χ., η σχέση εξάρτησης γαιοκτήμονα – χωρικού / πέονα στο προεπαναστατικό Μεξικό του Ντίαζ που μεταφραζόταν σε καθεστώς δουλείας για τον χωρικό) και την άνιση κατανομή του κοινωνικού πλούτου (πράγμα που ισχύει και σήμερα), κατά την περίοδο της φεουδαρχίας η κατανομή των ατόμων σε ένα σύστημα κοινωνικών καστών είχε αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο αυτά αντιμετωπίζονταν από τον νόμο. Παρομοίως, η μαρτυρία ενός νέγρου στις ΗΠΑ την εποχή της κυριαρχίας των φυλετικών διακρίσεων είχε μειωμένη βαρύτητα σε ένα δικαστήριο σε σύγκριση με την μαρτυρία ενός λευκού.

H «προδοσία των διανοουμένων» και η συνεχιζόμενη αντεπίθεση της νέας δεξιάς

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σημειώσεις, Δεκέμβριος 2015



ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟ χειμώνα του 2015, τη στιγμή που μια εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση η οποία θέλει να λέγεται «αριστερή» γονάτιζε μπροστά στα εκτελεστικά όργανα των ευρωπαϊκών τραπεζών και επιχειρήσεων παραιτούμενη από το ανειλημμένο καθήκον να κυβερνήσει προς το συμφέρον τού λαού που την εξουσιοδότησε, πρακτορεία του νεοφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» και του δωσιλογικού ευρωπαϊσμού στο εσωτερικό τής χώρας –έντυπα όπως το The Athens Review of Books, το The Books Journal κι ένα μέρος τού αηδιαστικού καθεστωτικού τύπου– σήκωναν έναν αδικαιολόγητο θόρυβο δημοσιότητας γύρω από ένα «φιλοσοφικό» πόνημα τρίτης –επιεικώς– κατηγορίας: το βιβλίο τού Mark Lilla, Η σαγήνη των Συρακουσών. Διανοούμενοι στην πολιτική [1]. Γιατί άραγε;

Μικρά ιστορικά

ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

Πάγωσαν όλοι στα φιλολογικά σαλόνια των Παρισίων
όταν ο έφηβος που ήρθε από την επαρχεία
—με συστάσεις ανερχόμενου ποιητή—
έγραψε:

η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει

Να λεηλατήσει;
μα αυτό ήταν σκάνδαλο!

Η επανάσταση τους είχε γίνει
για ιδέες
λέξεις
και οράματα υψηλά

τόσο υψηλά, που ήταν
—εν πάση περιπτώσει— ταπεινό,

να μιλάς για κολασμένους




ΑΜΥΝΕΙΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Καρφώνοντας το σπαθί στην καρδιά
του επίδοξου βασιλιά και πατέρα
ο Βρούτος
κλήθηκε να σώσει την πόλη
—που για καιρό τώρα έρρεπε στην τυραννία—
από τον ίδιο της τον εαυτό.

Γνώριζε πως αυτή η πράξη ήθους
θα λογιζόταν σαν προδοσία
και πως θα ηττάτο κατά κράτος·

αν και ευτυχέστερος των νικητών
θα αυτοκτονούσε

Αυτή είμαι όμως η μοίρα της ελευθερίας
να τιμάται πάντα, και μόνον, από τους προδότες




ΜΟΣΧΑ 1944

Στον Winston φάνηκε κάπως κυνικό
έτσι που μοίρασαν τον κόσμο
σε ένα χαρτάκι
«Ας το κάψουμε» είπε

Έκανε κρύο
εκείνο το φθινόπωρο στη Μόσχα
όμως, στο δωμάτιο ζέσταινε το τζάκι
και το μπράντι μέλωνε
τις φλέβες τους

—αχ, πόση ψυχρότητα μπορεί να κρύψει μια φωτιά—

«Ὀχι, κρατήστε το εσείς» είπε, γελώντας
πίσω από το βαρύ του μουστάκι·

ήξερε, ο θείος Τζο
εν τη σοφία του,
πως το χαρτάκι αυτό
θα γινόταν η ντροπή τους




Οδύνη, ρίζωμα και εξέγερση

αφιερωμένο στην Αιμιλία Καμβύση και το Στρατή Βαλιαμό



Κι έτσι, παραδέρνοντας κάπου ανάμεσα σε κορυφή και σε άβυσσο, επέπλεαν μάλλον παρά ζούσαν, εγκαταλειμμένοι σε ακυβέρνητες μέρες και σε στείρες αναμνήσεις, περιπλανώμενα φαντάσματα που θα μπορούσαν ν” αποκτήσουν δύναμη μόνο αν το 'παιρναν απόφαση να ριζώσουν στη γη της οδύνης τους.
Η νύχτα για κείνον άρχιζε με αγώνα κι ο Ριέ ήξερε ότι η σκληρή τούτη μάχη με τον άγγελο της πανούκλας θα διαρκούσε μέχρι το χάραμα. Τα καλύτερα όπλα του Ταρού δεν ήταν οι γεροί ώμοι και το φαρδύ στέρνο του, αλλά μάλλον τούτο το αίμα που ο Ριέ έκανε ν” αναβλύσει πριν από λίγο με τη βελόνα του και, μέσα σ” συτό το αίμα, κάτι που ήταν ακόμα πιο εσώτερο κι από την ψυχή και που καμιά επιστήμη δεν μπορούσε να φανερώσει.
Αγαπάμε ή πεθαίνουμε μαζί, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Κι εκείνοι είναι πολύ μακριά.

Αλμπέρ Καμύ (Η Πανούκλα)


Ηττοπαθής απώθηση, διαχωρισμός, απόσταση και φυγή προς τα μπρος· φαντασιοπληξία, χίμαιρες και ουτοπισμός ή/και ρομαντική, νοσταλγική εξιδανίκευση του παρελθόντος· εμμονική, σολιψιστική ομφαλοσκόπηση και ζωή εσωτερικού χώρου· υπερβατική ενατένιση του μοιραίου και αδράνεια· ρητορεία και ιδεολογία· λαθολογία και αποδόμηση· ρεαλισμός και πραγματισμός· ηρωισμός, ναρκισσισμός και θέαμα. Οτιδήποτε άλλο εκτός από γείωση και ρίζωμα στο οδυνηρό παρόν που φέρει εντός του τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον, οτιδήποτε άλλο εκτός από εγκάρδια και απροϋπόθετη ενσάρκωση της κοινότητας της μοίρας, οτιδήποτε άλλο εκτός από εκκένωση και άνοιγμα χώρου για να εισέλθει ο καθαρός, φρέσκος αέρας του ενδόμυχου και του αίματος που κυλά στις φλέβες μας.

Ζούμε την εποχή της επιφάνειας· μιας επιφάνειας απέραντης, που καλύπτει και σαρώνει τα πάντα. Σχεδόν κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να διαρρήξει αυτή την αποκρυσταλλωμένη, συμπαγή επιφάνεια και να καταδυθεί. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιπλέει στο περισσότερο ή λιγότερο ασφαλές κι ανώδυνο λειτουργικό περιβάλλον που χτίζει, τούβλο τούβλο, για τον εαυτό του. Ζούμε την εποχή της δειλίας. Είμαστε δειλοί, λιπόψυχοι. Όποιος δειλιάζει αντέχει, ανθίσταται· και όποιος αντέχει και ανθίσταται δειλιάζει. Η επιφάνεια και η δειλία-λιποψυχία είναι τα θεμελιακά στοιχεία της ψυχικής δομής της κοινωνίας μας.

Ο εξεγερμένος παίρνει απόφαση να ριζώσει στη γη της οδύνης του. Οι ρίζες του είναι βαθιά μπηγμένες στο έδαφος, ο κορμός του είναι σταθερός. Στην καταιγίδα, μόνο τα κλαδιά του λυγίζουν από τον αγέρα και τη βροχή. Δεν βροντοφωνάζει μήτε ψιθυρίζει. Δεν φλυαρεί μήτε βουβαίνεται. Μιλά μια γλώσσα πρωταρχική, εντός-ενάντια-και πέρα από το πρωτογενές βίωμα. Η φωνή του είναι από μέταλλο, οι χορδές της πάλλονται από τεκτονικές εσωτερικές δονήσεις που δεν μετουσιώνονται ποτέ στον απόλυτο θόρυβο του ηρωισμού και του επαίνου ή την απόλυτη σιωπή της απάθειας και της αταραξίας, αλλά σε μια ενεργητικά σιωπηλή προέκταση του εαυτού σε ανθρώπους με σάρκα και οστά, στο εδώ-και-το τώρα. Η ακατέργαστη περιφρόνηση των στρατηγικών της πολιτικής και της επικοινωνίας είναι η δύναμή του. Η σκιερή πλευρά των οραμάτων και η φωτεινή πλευρά του ήθους είναι οι οδηγοί του μέσα στο χάος και την οδύνη του κόσμου. Η αυτοσυνείδηση είναι γι” αυτόν το μέσο χωρίς σκοπό. Η ακεραιότητα είναι η καθημερινή ηθική του. Είναι ένα ελεύθερο πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα μόνο όταν εξαντληθεί και εξαντλήσει τα πάντα, μόνο όταν κάψει τη φωτιά που τον καίει.


λαμπε ρατ/φεβρουάριος 2016

Απελευθέρωση από την εργασία!


Ι

Σ’ ένα προγενέστερο άρθρο μας (βλ. Νέα Προοπτική της 24 -10 – 2015 με τίτλο «Σχολάζοντες ελευθερίως άμα και σωφρόνως» - «Ένα ΄΄σχόλιο΄΄ για την ΄΄σχολή΄΄ και την …΄΄σχόλη΄΄») γράφαμε πως η ελευθερία από τον μόχθο ανήκε κάποτε στα πιο ακλόνητα προνόμια των ολίγων, πως εάν αδυνατείς να ελέγξεις τον χρόνο σου, πολλώ δε μάλλον, την εργασία σου, τότε αυτήν την αδυναμία σου την αισθάνεσαι με την μεγαλύτερη οξύτητα και πως, γι’ αυτόν τον λόγο, στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είχαν σε πολύ χαμηλή εκτίμηση την μισθωτή εργασία και σε μεγάλην εκτίμηση την κατάσταση εκείνων που δεν είχαν ανάγκη να εργασθούν για να συντηρηθούν. Έτσι, αυτός που κέρδιζε τα προς το ζην με τα δικά του χέρια, καθιστούσε εαυτόν ακατάλληλο ως πρότυπο για τους νεαρούς Ελληνορωμαίους αριστοκράτες, ακόμη κι’ αν επρόκειτο για τον Φειδία ή τον Πολύκλειτο. Στο σημείο αυτό ο Πλούταρχος επιδεικνύει μια σαφήνεια ανελέητη, ανεπίδεκτη οποιασδήποτε παρεξήγησης: «Κανένας αξιοπρεπής νέος – αναφέρει ο Πλούταρχος – που βλέπει τον Δία της Πίσας ή το Ηραίο του Άργους δεν θα επιθυμήσει εξ αυτού να γίνει Φειδίας ή Απελλής· διότι, ακόμα και όταν ένα έργο τέχνης είναι αποδεκτό και μας ευχαριστεί, δεν συνάγεται επ’ ουδενί ότι αξίζει να ζηλεύουμε και να μιμούμαστε τον δημιουργό του» (παρατίθεται στον ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΡΟΚΕΡ, ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, εκδόσεις Άρδην, τόμος Δ, σελ. 36-37). Για να γίνουμε ακριβέστεροι και απόλυτα κατανοητοί πρέπει να προσθέσουμε και τούτο: Αν ο Φειδίας, ο Πολύκλειτος ή ο Απελλής σμίλευαν ερασιτεχνικά, χάριν προσωπικής ευχαρίστησης, είχαν μεγάλο ιδιωτικό εισόδημα και δεν πληρώνονταν για την καλλιτεχνική εργασία τους, τότε – και μόνον τότε – η ενασχόλησή τους με την τέχνη τους δεν θα εμπεριείχε τίποτε το άξιο περιφρόνησης! (βλ. G.E.M. DE STE CROIX, Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, σελ. 349,350).

Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

του Βύρωνα Λεοντάρη



Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής. 

Η κατάθλιψη των αριθμών


Ανάμεσα σε όλα τα θεάματα που κυριαρχούν στη σφαίρα του μεταμοντέρνου σύμπαντος, κανενός η πραγμάτευση δεν είναι πιο παραπειστική απ' ό,τι αυτή της κατάθλιψης. Όσο πλησιέστερα βρίσκονται οι άνθρωποι στη διαπίστωση πως η κατάθλιψη προσβάλλει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχεδόν τους πάντες, κάτι που θα τους επέτρεπε να συμπεράνουν την ενοχή του συνολικού τρόπου ζωής της εποχής μας, τόσο πιο απόμακρος και τεχνητός καταλήγει ο χειρισμός των περίφημων «δεδομένων» που την αφορούν: εφόσον, σου λέει, διαγνώστηκες με κατάθλιψη, τι πιο παρήγορο απ' το να υπολογίζεις τον εαυτό σου σαν μια τυχαία μονάδα σ' ένα στατιστικό αποτέλεσμα! Σπεύδοντας κανείς στο ραντεβού με τους αριθμούς, αποφεύγει, παρεμπιπτόντως, και το ενδεχόμενο κάποιας υπερβολικά αγέρωχης δυσπιστίας απέναντι στην πανάκεια των φαρμάκων. 

Κάτω από τις διαιρέσεις - Federico Garcia Lorca


 από τη συλλογή “Ποιητής στη Νέα Υόρκη”

Επιστημονικό εργαστήριο και καταγγελία

Κάτω από πολλαπλασιασμούς
είναι μια σταγόνα αίμα πάπιας,
Κάτω από τις διαιρέσεις
είναι μια σταγόνα αίμα ναύτη.
Κάτω από τις προσθέσεις ένας ποταμός τρυφερό αίμα
ένας ποταμός που έρχεται τραγουδώντας
μεσ' από τα δωμάτια των προαστίων,
ένας ποταμός που είναι χρήμα τσιμέντο ή αεράκι,
μες στην ψεύτρα αυγή της πόλης.
Τα βουνά υπάρχουν το ξέρω.
Και τα γυαλιά για τη γνώση.
Το ξέρω μα εγώ δεν ήρθα για να δω τον ουρανό.
Ήρθα να δω το θολό αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταρράχτες
και το πνεύμα στη γλώσσα της κόμπρας.
Κάθε μέρα σκοτώνουν στην πόλη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομύρια χοίρους
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση εκείνων
που ψυχοραγούν,
ένα εκατομύριο αγελάδες,
ένα εκατομύρια πρόβατα
και δυο εκατομύρια κοκόρια,
που κάνουν τους ουρανούς χίλια κομμάτια.
Προτιμότερο να κλαις τροχίζοντας το ξουράφι σου
η να δολοφονείς σκυλιά σε παρακρουστικά κυνήγια,
παρά να αντιστέκεσαι, τα ξημερώματα,
στις ατελείωτες συνολκές με γάλα,
στις ατέλειωτες συνολκές με αίμα
και στις συνολκές σιδηροδέσμιων ρόδων
από τους εμπόρους αρωμάτων.
Οι πάπιες και τα περιστέρια,
τα γουρούνια και τα αρνιά,
βάζουν τις σταγόνες του αίματός τους
κάτω από τους πολλαπλάσιασμους,
και τα φριχτά ουρλιαχτά των πρεσαρισμένων αγελάδων
γεμίζουν πόνο την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι
Καταγγέλω όλους αυτούς
που αγνοούν το άλλο μισό,
που υψώνει τα τσιμεντένια βουνά του
εκεί που χτυπούν οι καρδιές
των ταπεινών ξεχασμένων ζώων,
εκεί που θα πέσουμε όλοι
στο τελευταίο πανηγύρι των τρυπανιών.
Σας φτύνω κατάμουτρα.
Το άλλο μισό μ' ακούει
καταβροχθίχοντας, κατουρώντας, πετώντας μες στην αγνότητά του
σαν τα παιδιά των θυρωρείων
που βάζουν λεπτά ξυλάκια
μες στις τρύπες που σκουριάζουν
οι κεραίες των εντόμων.
Δεν είναι κόλαση, είναι ο δρόμος.
Δεν είναι ο θάνατος, είναι το μανάβικο.
Υπάρχει ένας κόσμος σπασμένων ποταμών και ασύλληπτων αποστάσεων
στο ποδαράκι αυτής της γάτας που το 'σπασε το αυτοκίνητο,
κι ακούω το τραγούδι του σκουληκιού
μες στην καρδιά πολλών κοριτσόπουλων.
Οξείδωση, ζύμωση, γη που αναριγεί.
Γη εσύ ο ίδιος που κολυμπάς μέσα στους αριθμούς
του επιστημονικού σου εργαστηρίου.
Τι να κάνω· να τακτοποιήσω τα τοπία;
Να τακτοποιήσω τους έρωτες που είναι ύστερα φωτογραφίες,
που είναι ύστερα κομμάτια ξύλο και μπουκιές αίμα;
Όχι, όχι, όχι, όχι· εγώ καταγγέλω.
Καταγγέλω τη συνωμοσία
αυτών των έρημων γραφείων
που δεν αναγγέλουν στο ραδιόφωνο τις αγωνίες,
που σβήνουν τα προγράμματα του δάσους,
και προσφέρομαι να φαγωθώ
από τις πρεσαρισμένες αγελάδες
όταν οι κραυγές τους γεμίζουν την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.

Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις με «βασιλικά δικαιώματα» («ius regium»)



Ι
Η ελληνική συμβολή στον πολιτισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν πολύ μεγάλη, και αληθινά δεσπόζουσα σε πολλούς τομείς της πνευματικής και καλλιτεχνικής σφαίρας. Οι Ρωμαίοι υπερτερούσαν των Ελλήνων μόνο σε δύο τομείς, έναν πρακτικό κι’ έναν πνευματικό. Συγκεκριμένα: διέπρεψαν στην τέχνη του κυβερνάν (τόσο τον εαυτό τους όσο και άλλους) προς το συμφέρον – εννοείται – της δικής τους εύπορης τάξης και προπαντός των πλουσιοτέρων μελών της. Ο πνευματικός τομέας στον οποίο η ρωμαϊκή ιδιοφυΐα διακρίθηκε ήταν το ius civile, το «αστικό δίκαιο», δηλαδή το ιδιωτικό δίκαιο που ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ Ρωμαίων πολιτών. Επρόκειτο για το μόνο σπουδαίο επίτευγμα των Ρωμαίων στον χώρο του πνεύματος, ήταν το μόνο πρωτότυπο προϊόν του ρωμαϊκού πνεύματος. Πρέπει να διευκρινίσουμε, ευθύς εξ αρχής, ότι το «ius civile» δεν ταυτίζεται μ’ αυτό που στις μέρες μας αποκαλούμε «κράτος δικαίου». Το «κράτος δικαίου» έλειπε από μεγάλες ζώνες του ρωμαϊκού δικαιικού συστήματος κυρίως από κλάδους που σήμερα θα αποκαλούσαμε ποινικό και συνταγματικό δίκαιο. Ο Η.F. Jolowicz αναφέρει ότι το ρωμαϊκό «ποινικό σύστημα δεν πέρασε ποτέ μέσα από κάποιο στάδιο αυστηρού δικαίου» προσθέτοντας πως «εδώ ΄΄το κράτος δικαίου΄΄ …δεν εγκαθιδρύθηκε ποτέ». Ο Fritz Schulz, καίτοι γενναίος υπερασπιστής της ρωμαϊκής φιλονομίας, παραδέχτηκε ότι ο θεμελιώδης κανόνας « nullum crimen, nulla poena sine lege» (ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ-προγενέστερου – νόμου), ήταν πάντοτε άγνωστος στο Ρωμαϊκό Δίκαιο. Παρ’ όλα αυτά, το ρωμαϊκό ius civile (αστικό δίκαιο) ήταν, πάνω απ’ όλα, ένα καλομελετημένο σύστημα, δουλεμένο σε όλες τις λεπτομέρειες και συχνά με μεγάλη διανοητική αυστηρότητα, για την ρύθμιση των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων των Ρωμαίων πολιτών, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το δικαίωμα της κυριότητας, ένα ειδικά ιερό θέμα για την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη. Είναι γνωστή η ιδεοληψία του Κικέρωνα (του πιο συγκροτημένου μέλους της ρωμαϊκής άρχουσας τάξης) και των περισσότερων συναδέλφων του ότι η περιφρούρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ήταν ο κύριος λόγος της ίδρυσης των κρατών.[1] 

Για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο


Θα μπορούσα να συνυπογράφω το editorial αυτού του τεύχους –γραμμένο, όπως πάντα, από τον Κώστα Δεσποινιάδη– χωρίς να αλλάξω ούτε λέξη. Βλέπετε, για εμάς που εμπνευστήκαμε από τα γραπτά, τις ιδέες αλλά κυρίως την ηθική στάση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου δεν υπάρχουν και πολλά να διαφωνούμε. Ο Λυκιαρδόπουλος είναι για εμένα ένας από τους μεγάλους δασκάλους. Από αυτούς που διαβάζεις ξανά και ξανά όχι μόνο γιατί θέλεις να εντοπίσεις πάλι αυτά που ήδη έχεις δει αλλά για να νιώσεις αυτή την απεριόριστη πνευματική γαλήνη που εμπνέουν τα γραπτά του. Γιατί μέσα στις καταιγίδες και τους ανεμοστρόβιλους, μέσα στις λυσσασμένες θάλασσες και τα απέραντα αδιέξοδα των ωκεανών που βρεθήκαμε, η σκέψη του είναι ένα μικρό αλλά αβύθιστο ιστιοφόρο. 

Eυρωπαϊσμός, η ανίατη αρρώστια των παρασιτικών μεσοστρωμάτων


Έβλεπα πάλι τις προάλλες τον ίδιο εφιάλτη: απόγευμα στην Πλατεία Συντάγματος, ένα πλήθος συνωστισμένων με Lacoste και με iPod και με τα μεγάλου κυβισμού τζιπ αραγμένα στους παραδρόμους, αφρίζοντας έξαλλο με κονκάρδες και πλακάτ ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ, να θερίζεται από οπλοπολυβόλα στηριγμένα στα μπαλκόνια του «Μεγάλη Βρετάνια», όπως εκείνες τις πρώτες ημέρες του Δεκέμβρη του 1944 ένα άλλο, ρακένδυτο πλήθος σωριαζόταν από τις ριπές των Εγγλέζων τού Σκόμπι… Εκείνο που πιο πολύ με τρόμαξε, ήτανε η άγρια χαρά που ένιωσα στην εικόνα τόσου αίματος, λες κι ένα αρχαϊκό, βαθιά καταχωνιασμένο ένστικτο εκδίκησης ήρθε στην επιφάνεια και βρήκε για πρώτη φορά ικανοποίηση.

«Σχολάζοντες ελευθερίως άμα και σωφρόνως»

    Ένα «σχόλιο» για την «σχολή» και την.. «σχόλη»


Ι
Η ελευθερία από τον μόχθο δεν είναι καινούργια· ανήκε κάποτε στα πιο ακλόνητα προνόμια των ολίγων. Ήδη ο Ησίοδος θεωρούσε τον αλγινόεντα πόνον (την επίπονη εργασία) ως το πρώτο από τα κακά που μάστιζαν τον άνθρωπο (Θεογονία, 226). Γι’ αυτό και όλες οι ευρωπαϊκές λέξεις για την «εργασία» (μόχθο), σημαίνουν πόνο και προσπάθεια.[1] Σαν μπεις «στης ανάγκης τον ζυγό» οι μυλόπετρες της ανάγκης αλέθουν το σώμα σου (και όχι μόνο) αλύπητα και άκαρπα έως θανάτου. Είναι εκείνη η επώδυνη κατάσταση που συνδέεται άρρηκτα με τον ψυχοφθόρο καταναγκασμό που υποχρεώνει το μεγαλύτερο ακόμα τμήμα της ανθρωπότητας να δαπανά τον περισσότερο χρόνο της στο να παράγει τα αναγκαία για την ζωή υλικά αγαθά. Όταν αδυνατείς να ελέγξεις τον χρόνο σου, πολλώ δε μάλλον, την εργασία σου, τότε αυτήν την αδυναμία σου την αισθάνεσαι με την μεγαλύτερη οξύτητα. Πάνω στο κορμί σου και στην ψυχή σου! Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είχαν σε πολύ χαμηλή εκτίμηση την μισθωτή εργασία και σε μεγάλην εκτίμηση εκείνους που δεν είχαν ανάγκη να εργαστούν για να συντηρηθούν. Αυτοί ανήκαν στην ιδιοκτήτρια τάξη· ήσαν απαλλαγμένοι από την ανάγκη να παίρνουν μέρος στην διαδικασία της παραγωγής, ήσαν οι «εύποροι», οι «τας ουσίας έχοντες», οι «εσθλοί», οι «καλοί καγαθοί». Για να χαρακτηρίσουν την εν γένει κατάσταση αυτών των ανθρώπων επινόησαν τον όρο «σχολή» που σημαίνει ελεύθερος χρόνος που διατίθεται προκειμένου ο άνθρωπος να απολαύσει την ελευθερία του, να καλλιεργήσει τις τέχνες, τις επιστήμες και το πνεύμα του και να επιδοθεί στην πολιτική, μια και έχει απελευθερωθεί από την εξουσία των αναγκών της ζωής αφού ζει απ’ τα εισοδήματα της περιουσίας του χωρίς να αναγκάζεται να εργάζεται ο ίδιος.[2] Αυτή η έννοια, που αποδίδεται με τον όρο «σχολή», έχει μεγάλη σπουδαιότητα στην σκέψη του Αριστοτέλη ο οποίος διακρίνεται από επικριτική διάθεση έναντι των μισθωτών, των θητών, που, κατά τον Πλάτωνα, είναι οι πωλούντες την χρήση της εργασιακής τους δύναμης. Για τον Αριστοτέλη δεν μπορεί να υπάρχει πολιτισμένος βίος για ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν διαθέσιμο χρόνο (σχολήν), που είναι αναγκαίος (αν και, βέβαια, όχι επαρκής) όρος για να γίνει κανείς ενάρετος και άξιος πολίτης. (Οι όροι που χρησιμοποιούσαν για να δηλώσουν ταξικά γνωρίσματα και ιδιότητες, ήσαν ένα αξεδιάλυτο μείγμα κοινωνικού και ηθικού στοιχείου, ένα πολύπλοκο μείγμα κοινωνικο-οικονομικής και ηθικολογικής ορολογίας).[3] Οι άνθρωποι που είχαν στην διάθεσή τους «σχολήν» μπορούσαν, κατά την ωραία και παραστατικήν έκφραση του Αριστοτέλη, «να διάγουν άνετα βίον ελευθέριον και συνάμα με συγκράτηση» («σχολάζοντες ελευθερίως άμα και σωφρόνως»).[4] Μόνο που οι περισσότεροι Έλληνες έδιναν λιγότερη έμφαση στην συγκράτηση την οποία ο Αριστοτέλης και οι ομόφρονές του θεωρούσαν τόσο σπουδαία! Έτσι, ο Ηρακλείδης ο Ποντικός (από τον Πόντο), ένας σύγχρονος του Αριστοτέλη, δήλωνε, στην πραγματεία του Περί ηδονής, ότι η ηδονή και η χλιδή, που ανακουφίζουν και δυναμώνουν το πνεύμα, είναι τα χαρακτηριστικά των ελεύθερων ανθρώπων· η εργασία (το πονείν), απεναντίας, είναι για δούλους και ταπεινούς, των οποίων τα μυαλά ζαρώνουν (συστέλονται) ανάλογα. Οι άνθρωποι αυτοί, οι ελευθερωμένοι από τον μόχθο, από κάθε καταναγκαστική εργασία, εκείνοι οι μακρυμάλληδες –δεν είναι εύκολο για έναν μακρυμάλλη να κάνει δουλειά που ταιριάζει σ’ έναν μισθωτό εργάτη (έργον θητικόν) έλεγε ο Αριστοτέλης– , δημιούργησαν όλη την ελληνική τέχνη και λογοτεχνία, την επιστήμη και την φιλοσοφία, και εκάλυψαν, σε μεγάλην αναλογία, τις ανάγκες σε άνδρες των στρατών που νίκησαν τους Πέρσες στην ξηρά, στον Μαραθώνα το 490 και στις Πλαταιές το 479 π.Χ! Όλοι αυτοί ήσαν κυριολεκτικά παράσιτα άλλων ανθρώπων, πρωτίστως των δούλων τους και οι περισσότεροι εξ αυτών δεν ήσαν οπαδοί της δημοκρατίας, την οποία επινόησε η αρχαία Ελλάδα και η οποία αποτέλεσε την μεγάλη συνεισφορά της στην πολιτική πρόοδο. Ωστόσο, ΑΥΤΟΙ ΠΡΟΜΗΘΕΥΣΑΝ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΗΓΕΤΕΣ ΤΗΣ! Ότι γνωρίζουμε ως ελληνικό πολιτισμό εκφράστηκε πάνω απ’ όλα μ’ αυτούς και διαμέσου αυτών. Ήσαν εκείνοι που «έφεραν δύο ονόματα» δηλαδή το όνομά τους και το πατρώνυμό τους, οι «χλανίδα φορείν» (χλανίς: λεπτό, μάλλινο πανωφόρι που το φορούσαν από φιλαρέσκεια παρά για προφύλαξη απ’ το κρύο), οι μακρυμάλληδες τεττιγοφόροι (έπιαναν τα μακρυά μαλλιά τους με καλλωπιστικά στηρίγματα που παρίσταναν ΄΄χρυσούς τέττιγες΄΄ δηλαδή «χρυσά τζιτζίκια» κι’ όλα αυτά εις ένδειξη της κοινωνικής τους θέσης.[5] Όλοι οι προαναφερόμενοι ανήκαν στους σχολάζοντες δηλαδή στους απαλλαγμένους από την ανάγκη της εργασίας, εν αντιθέσει με τους άσχολους, τους εργαζομένους και μη ευκαιρούντες, οι οποίοι δεν είχαν σχολήν αλλά ασχολίαν. Δεδομένου ότι οι σχολάζοντες είχαν την δυνατότητα της πνευματικής καλλιέργειας η σχολή προσέλαβε την σημασία του ελεύθερου προς πνευματική καλλιέργεια και μάθηση χρόνου, ο δε σχολαστικός ήταν πλέον ο πεπαιδευμένος, ο λόγιος.[6] Μ’ αυτήν την έννοια ο όρος σχολή συνοδεύει τα πρώην χαρακτηριστικά επίθετα που, με τον καιρό, μετεξελίχθηκαν σε αφηρημένα ουσιαστικά και αναφέρονται σε πανεπιστημιακά τμήματα λεγοντας π.χ νομική, φιλοσοφική ή πολυτεχνική σχολή μια και οι φοιτώντες σ’ αυτά επιδίδονται στην πνευματική τους καλλιέργεια.

Παράμονος

ἀμφὶ δέ μιν νὺξ τριστοιχὶ κέχυται
ΗΣΙΟΔΟΣ, Θεογονία


Η τέχνη του Λάγιου ήταν ποίηση στον καιρό του μεταμοντέρνου. Όχι ως μιμητικό είδωλο της ακόμη κυρίαρχης πολιτισμικής δεσπόζουσας, ως πόζα του Τάδε ή του Δείνα, που τόσο μας έχει ταλαιπωρήσει, ούτε ως λογοτεχνικό αντίστοιχο του εν διαρκή ροή απορρητικού παιχνιδίσματος του ακμαίου φιλοσοφικού αποδομισμού. Αλλά ως μια ποιητική, το πεδίο δυνατότητας της οποίας όριζε η σύγχρονή του συνθήκη, η βεβαιότητα μόνο του νυν. Άλλωστε, ο δικός μας ο καιρός καταλογίζει όλα τα πράματα, ευκρινή και αδήλωτα.

Τα καλά και τα κακά νέα

του Anselm Jappe


Σας έχω νέα. Κάποια καλά, κάποια κακά. Τα καλά νέα είναι ότι ο παλιός και γνώριμος εχθρός μας, ο καπιταλισμός, μοιάζει να διέρχεται βαθύτατη κρίση. Τα κακά νέα είναι ότι μέχρι στιγμής καμία μορφή χειραφέτησης δεν φαίνεται πραγματικά πρόσφορη και τίποτε δεν εγγυάται ότι το τέλος του καπιταλισμού θα οδηγήσει σε κάποια καλύτερη κοινωνία. Είναι σαν να διαπιστώνουμε ότι η φυλακή στην οποία έχουμε εγκλωβιστεί εδώ και καιρό έχει πιάσει φωτιά, οι φύλακες έχουν πανικοβληθεί, αλλά οι πύλες παραμένουν κλειστές.

Tο «σόφισμα του εφήμερου»

(Le « sophisme de l’ éphémère»)

Ι 

Η ήδη απελθούσα κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στην απέλπιδα προσπάθειά της να νομιμοποιήσει την υποταγή της στις πιέσεις των πιστωτών της, εμφάνισε την προδοτική συμφωνία που υπέγραψε στις 13-7-2015, ως την μοναδική συμφέρουσα επιλογή για τα λαϊκά συμφέροντα. Την αυτή γνώμη είχε, προφανώς, και η χειραγωγηθείσα Βουλή που έσπευσε, με συνοπτικές διαδικασίες, να υπερψηφίσει, τα 1138 άρθρα της «συμφωνίας». Στην βάση της κυβερνητικής συλλογιστικής βρίσκεται το αξίωμα: τα πράγματα δεν αλλάζουν, υπάρχει μόνο ο ευρωμονόδρομος, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική!

«Τα Παιδιά του Λαού»


Ι 
Στην «Νέα Προοπτική» της 29-8-2015 και στη σελ. 13, δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο: «ΣΚΟΥΡΙΕΣ. Αστυνομική βία με ΄΄αριστερό πρόσημο΄΄». Ενωρίτερα, στις 17-7-2015, δημοσιεύτηκε (παραδόξως!) άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με τίτλο «Πρώτη φορά…αριστερἠ καταστολή». Στα προαναφερόμενα δημοσιεύματα περιγράφεται η βιαιότητα της αστυνομίας εναντίον άοπλων διαδηλωτών και στιγματίζεται η βαρβαρότητά της σε σύνδεση και με τους πολιτικούς της προϊσταμένους, την ήδη απελθούσα «αριστερή» κυβέρνηση των Αλέξη Τσίπρα-Γιάννη Πανούση. Οι κακοποιηθέντες διαδηλωτές δεν ένιωσαν καλύτερα επειδή κακοποιήθηκαν από «αριστερούς» αστυνομικούς· τουναντίον, στάθηκαν παγερά αδιάφοροι απέναντι στην ιδεολογική αμφίεση των αστυνομικών εμμένοντας αταλάντευτα στο γεγονός της κακοποίησης αυτής καθεαυτής. Παλιότερα εμφανιζόταν, όχι σπάνια, η άποψη ότι οι αστυνομικοί είναι σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι, με σπουδαίο κοινωνικό έργο αν και με αναντίστοιχη κοινωνική αποδοχή. Τα τελευταία χρόνια που οι απολαβές των αστυνομικών κατήντησαν γλίσχρες, η πιο πάνω άποψη εμφανίζεται συχνότερα με αποκορύφωμα την δήλωση του απελθόντος πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα ότι «η αστυνομία είναι η εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας».

«Ταξική» μεροληψία


Α) Στο κυριακάτικο «ΠΡΙΝ» της 4-1-2015 δημοσιεύεται άρθρο του Αλέκου ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ με το οποίο, μεταξύ των άλλων, καταδεικνύει τον ΣΥΡΙΖΑ ως «κόμμα αδιέξοδης αστικής διαχείρισης με αναφορά στην Αριστερά», αντιτίθεται σφόδρα σ’ αυτήν την προϊούσα διαδικασία εκθήλυνσης της πολιτικής συμπεριφοράς του ΣΥΡΙΖΑ και προτρέπει «όποιον… επιθυμεί… να σταματήσει να κυλά η χώρα στον αυταρχισμό και στην παρακμή… να βοηθήσει ώστε να αναγνωρίσουν όλο και περισσότεροι ότι η σωτηρία της κοινωνίας, …είναι ακριβώς η βαθιά αλλαγή της και όχι η τοποθέτησή της στη φορμόλη, να προβάλει τις αντίθετες εργατικές τάσεις και αναγκαιότητες, ρεαλιστικά, επίμονα και μεροληπτικά –η έμφαση δική μας–επικοινωνώντας προωθητικά – ηγεμονικά με τις τάσεις ενσωμάτωσης των εργαζομένων, ώστε την επομένη να ενισχυθεί έμπρακτα και με προοπτική η εργατική πολιτική. Οφείλει να υποστηρίξει τις προσπάθειες και την πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τις αδυναμίες και με τις αδυναμίες της…». Έχουμε την πεποίθηση πως η έκφραση «μεροληπτική προβολή των εργατικών τάσεων και αναγκαιοτήτων» δεν αποτελεί μια τυχαία, κακότεχνη γλωσσική διατύπωση, μιαν άτυχη γλωσσαλγία. Αν επρόκειτο γι’ αυτό, δεν θα μας απασχολούσε καθόλου μολονότι η σωστή χρήση των λέξεων είναι πρόβλημα όχι μόνο γραμματικής λογικής αλλά και ιστορικής προοπτικής. Επισημάνθηκε εύστοχα (βλ. Ράσελ Τζάκομπι, Το τέλος της ουτοπίας, εκδόσεις, Τροπή, σελ. 92) ότι «η κριτική σκέψη απαιτεί εννοιολογική φροντίδα και ακρίβεια και όχι ζητωκραυγές και ακαδημαϊκό στόμφο» όπως, επίσης, (βλ. Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (VITA ACTIVA) εκδόσεις γνώση, σελ. 273) και ότι «τα λόγια δεν χρησιμεύουν για να καλύπτονται προθέσεις αλλά για να αποκαλύπτονται πραγματικότητες». Πιστεύουμε, λοιπόν, πως άλλοι υπολογισμοί, πολιτικής φιλοσοφίας και κομματικής μεθοδολογίας, υπαγόρευσαν την προπαρατεθείσα γλωσσική επιλογή του αρθρογράφου.

Η ιστορία χαίρεται ν’ απαξιώνει τα αυθαιρέτως επιλεγμένα σύμβολα*

*Άρθουρ Ρόζενμπεργκ
 

Α) Μεταπολιτευτικά, υπήρχε ένα διακριτό ρεύμα Ελλήνων Αριστερών που ανδρώθηκε και παγιώθηκε, στο πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής, με βασικό συλλογιστικό άξονα την «Ευρώπη», την «Ε.Ο.Κ» και ήδη «Ευρωπαϊκή Ένωση», το «ευρωπαϊκό αξιακό κεκτημένο», τον αταλάντευτο «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» της σκέψης του και της πολιτικής δράσης του. Στην αρχή μειοψηφικό, εσχάτως δε πλειοψηφικό και κυρίαρχο στο σώμα της ευρύτερης ελληνικής Αριστεράς με φορέα τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η «Ευρώπη» που, στην εναγώνια προσπάθειά τους να της προσδώσουν αριστερό, ταξικό πρόσημο, την ονόμασαν «Ευρώπη των λαών», εσχάτως πέταξε, με αλαζωνικήν αυταρέσκεια, απ’ το πρόσωπό της το ημιδιαφανές προσωπείο που της είχαν φορέσει και φανερώθηκε, αφτιασίδωτο πλέον, το πραγματικό της πρόσωπο: το γηρασμένο, ειδεχθές αντιδημοκρατικό πρόσωπο του καπιταλισμού με τα ιδιαίτερα απωθητικά χαρακτηριστικά που του προσδίδει η furor teutonicus (τευτονική μανία)

Ο Μαρξ στο Σόχο

Ο θεατρικός μονόλογος του Howard Zinn 
(πλήρες κείμενο) 



Φώτα σπιτιών στο βάθος. Ένα φως στο κέντρο της σκηνής φωτίζει ένα χώρο άδειο, εκτός από ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες. O Μαρξ μπαίνει φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και μαύρο γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν. Έχει γένια, είναι κοντός. γεμάτος, με μαύρο μουστάκι και μαλλιά που γκριζάρουν. Φορά γυαλιά με μεταλλικό σκελετό και κρατά σακίδιο. Κοντοστέκεται, περπατά μέχρι την άκρη της σκηνής, κοιτά το ακροατήριο. Δείχνει ικανοποιημένος, λίγον έκπληκτος.

-Δόξα τω Θεό, κοινό!

Βγάζει τις προμήθειες από τo σακίδιο: μερικά βιβλία, εφημερίδες, ένα μπουκάλι μπίρα, ένα ποτήρι. Κάνει στροφή και περπατά προς το κέντρο της σκηνής.

-Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους ηλίθιους που λέγαν ότι ο Μαρξ είναι νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι... και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής.

Δεν έχει πρόβλημα να διακωμωδεί τον εαυτό του και τις ιδέες του. Ίσως έγινε πιο ήπιος με το πέρασμα των χρόνων. Αλλά κει που λες ότι ο Μαρξ μαλάκωσε, έρχονται ξεσπάσματα θυμού.

-Ίσως αναρωτιέστε πώς έφτασα εδώ...

Χαμογελά πονηρά.

-...πήρα τη συγκοινωνία.