Η ήδη απελθούσα
κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στην απέλπιδα προσπάθειά της να νομιμοποιήσει την
υποταγή της στις πιέσεις των πιστωτών της, εμφάνισε την προδοτική συμφωνία που
υπέγραψε στις 13-7-2015, ως την μοναδική
συμφέρουσα επιλογή για τα λαϊκά συμφέροντα. Την αυτή γνώμη είχε, προφανώς, και
η χειραγωγηθείσα Βουλή που έσπευσε, με συνοπτικές διαδικασίες, να υπερψηφίσει,
τα 1138 άρθρα της «συμφωνίας». Στην βάση της κυβερνητικής συλλογιστικής
βρίσκεται το αξίωμα: τα πράγματα δεν αλλάζουν, υπάρχει μόνο ο
ευρωμονόδρομος, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική!
Στην «Νέα Προοπτική» της
29-8-2015 και στη σελ. 13, δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο: «ΣΚΟΥΡΙΕΣ. Αστυνομική
βία με ΄΄αριστερό πρόσημο΄΄». Ενωρίτερα, στις 17-7-2015, δημοσιεύτηκε
(παραδόξως!) άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με τίτλο «Πρώτη φορά…αριστερἠ
καταστολή». Στα προαναφερόμενα δημοσιεύματα περιγράφεται η βιαιότητα της
αστυνομίας εναντίον άοπλων διαδηλωτών και στιγματίζεται η βαρβαρότητά της σε
σύνδεση και με τους πολιτικούς της προϊσταμένους, την ήδη απελθούσα «αριστερή»
κυβέρνηση των Αλέξη Τσίπρα-Γιάννη Πανούση. Οι κακοποιηθέντες διαδηλωτές δεν
ένιωσαν καλύτερα επειδή κακοποιήθηκαν από «αριστερούς» αστυνομικούς· τουναντίον,
στάθηκαν παγερά αδιάφοροι απέναντι στην ιδεολογική αμφίεση των αστυνομικών εμμένοντας
αταλάντευτα στο γεγονός της κακοποίησης αυτής καθεαυτής. Παλιότερα εμφανιζόταν,
όχι σπάνια, η άποψη ότι οι αστυνομικοί είναι σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι, με
σπουδαίο κοινωνικό έργο αν και με αναντίστοιχη κοινωνική αποδοχή. Τα τελευταία
χρόνια που οι απολαβές των αστυνομικών κατήντησαν γλίσχρες, η πιο πάνω άποψη
εμφανίζεται συχνότερα με αποκορύφωμα την δήλωση του απελθόντος πρωθυπουργού
Αλέξη Τσίπρα ότι «η αστυνομία είναι η εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας».
Α)
Στο κυριακάτικο «ΠΡΙΝ» της 4-1-2015 δημοσιεύεται άρθρο του Αλέκου ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
με το οποίο, μεταξύ των άλλων, καταδεικνύει τον ΣΥΡΙΖΑ ως «κόμμα αδιέξοδης
αστικής διαχείρισης με αναφορά στην Αριστερά», αντιτίθεται σφόδρα σ’ αυτήν την
προϊούσα διαδικασία εκθήλυνσης της πολιτικής συμπεριφοράς του ΣΥΡΙΖΑ και
προτρέπει «όποιον… επιθυμεί… να σταματήσει να κυλά η χώρα στον αυταρχισμό και
στην παρακμή… να βοηθήσει ώστε να αναγνωρίσουν όλο και περισσότεροι ότι η
σωτηρία της κοινωνίας, …είναι ακριβώς η βαθιά αλλαγή της και όχι η τοποθέτησή
της στη φορμόλη, να προβάλει τις αντίθετες εργατικές τάσεις και αναγκαιότητες,
ρεαλιστικά, επίμονα και μεροληπτικά –η
έμφαση δική μας–επικοινωνώντας προωθητικά – ηγεμονικά με τις τάσεις ενσωμάτωσης
των εργαζομένων, ώστε την επομένη να ενισχυθεί έμπρακτα και με προοπτική η
εργατική πολιτική. Οφείλει να υποστηρίξει τις προσπάθειες και την πολιτική της
ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τις αδυναμίες και με τις αδυναμίες της…». Έχουμε την πεποίθηση
πως η έκφραση «μεροληπτική προβολή
των εργατικών τάσεων και αναγκαιοτήτων» δεν αποτελεί μια τυχαία, κακότεχνη
γλωσσική διατύπωση, μιαν άτυχη γλωσσαλγία. Αν επρόκειτο γι’ αυτό, δεν θα μας
απασχολούσε καθόλου μολονότι η σωστή χρήση των λέξεων είναι πρόβλημα όχι μόνο
γραμματικής λογικής αλλά και ιστορικής
προοπτικής. Επισημάνθηκε εύστοχα (βλ. Ράσελ Τζάκομπι, Το τέλος της ουτοπίας,
εκδόσεις, Τροπή, σελ. 92) ότι «η κριτική σκέψη απαιτεί εννοιολογική φροντίδα
και ακρίβεια και όχι ζητωκραυγές και ακαδημαϊκό στόμφο» όπως, επίσης, (βλ.
Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (VITA ACTIVA) εκδόσεις γνώση, σελ. 273) και
ότι «τα λόγια δεν χρησιμεύουν για να καλύπτονται προθέσεις αλλά για να
αποκαλύπτονται πραγματικότητες». Πιστεύουμε, λοιπόν, πως άλλοι υπολογισμοί, πολιτικής φιλοσοφίας και κομματικής
μεθοδολογίας, υπαγόρευσαν την
προπαρατεθείσα γλωσσική επιλογή του αρθρογράφου.
Α)
Μεταπολιτευτικά, υπήρχε ένα διακριτό ρεύμα Ελλήνων Αριστερών που ανδρώθηκε και
παγιώθηκε, στο πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής, με βασικό συλλογιστικό
άξονα την «Ευρώπη», την «Ε.Ο.Κ» και ήδη «Ευρωπαϊκή Ένωση», το «ευρωπαϊκό αξιακό
κεκτημένο», τον αταλάντευτο «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» της σκέψης του και της
πολιτικής δράσης του. Στην αρχή μειοψηφικό, εσχάτως δε πλειοψηφικό και κυρίαρχο
στο σώμα της ευρύτερης ελληνικής Αριστεράς με φορέα τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η «Ευρώπη» που, στην εναγώνια
προσπάθειά τους να της προσδώσουν αριστερό, ταξικό πρόσημο, την ονόμασαν
«Ευρώπη των λαών», εσχάτως πέταξε, με αλαζωνικήν αυταρέσκεια, απ’ το πρόσωπό
της το ημιδιαφανές προσωπείο που της είχαν φορέσει και φανερώθηκε, αφτιασίδωτο
πλέον, το πραγματικό της πρόσωπο: το γηρασμένο, ειδεχθές αντιδημοκρατικό
πρόσωπο του καπιταλισμού με τα ιδιαίτερα απωθητικά χαρακτηριστικά που του
προσδίδει η furorteutonicus
(τευτονική μανία)
Ο θεατρικός μονόλογος του Howard Zinn (πλήρες κείμενο)
Φώτα σπιτιών
στο βάθος. Ένα φως στο κέντρο της σκηνής
φωτίζει ένα χώρο άδειο, εκτός από ένα
τραπέζι και μερικές καρέκλες. O Μαρξ
μπαίνει φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και
μαύρο γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο
παπιγιόν. Έχει γένια, είναι κοντός.
γεμάτος, με μαύρο μουστάκι και μαλλιά
που γκριζάρουν. Φορά γυαλιά με μεταλλικό
σκελετό και κρατά σακίδιο. Κοντοστέκεται,
περπατά μέχρι την άκρη της σκηνής, κοιτά
το ακροατήριο. Δείχνει ικανοποιημένος,
λίγον έκπληκτος.
-Δόξα τω Θεό,
κοινό!
Βγάζει τις
προμήθειες από τo σακίδιο: μερικά βιβλία,
εφημερίδες, ένα μπουκάλι μπίρα, ένα
ποτήρι. Κάνει στροφή και περπατά προς
το κέντρο της σκηνής.
-Ευχαριστώ που
ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους
ηλίθιους που λέγαν ότι ο Μαρξ είναι
νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι... και δεν είμαι.
Είναι θέμα διαλεκτικής.
Δεν έχει
πρόβλημα να διακωμωδεί τον εαυτό του
και τις ιδέες του. Ίσως έγινε πιο ήπιος
με το πέρασμα των χρόνων. Αλλά κει που
λες ότι ο Μαρξ μαλάκωσε, έρχονται
ξεσπάσματα θυμού.
Έρμαια λοιπόν ξανά ενός διλήμματος που δεν επιστρέφει σαν φάρσα καθώς ήταν εξ αρχής πλαστό. Το ανυπέρβλητο αδιέξοδο της νεοελληνικής κατευθυντικότητας, που ντύθηκε ανά εποχές ετερόκλητα δίπολα (αγγλόφιλοι – ρωσόφιλοι, βενιζελικοί – αντιβενιζελικοί, μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί), εμφανίζεται ως μια ακόμα άγονη κρίση ταυτότητας. Το διπολικό μοτίβο ανάγεται στο καθρεπτικό ερώτημα: Ανήκομεν εις τη Δύση ή στους Έλληνες; Ταυτολογία ωμή καθώς η περιβόητη ελληνικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ρομαντική κατασκευή της Δύσης, που οικοδομήθηκε ακριβώς όταν οι κινητήριες δυνάμεις της νεαρής αστικής τάξης έψαχναν εκείνους τους νομιμοποιητικούς λόγους για τη μετάβαση από την αρτηριοσκληρωτική φεουδαρχική δεσποτεία σε μια νέα κοινωνική κινητικότητα υπό τους ρυθμούς του laissez-faire. Είναι σήμερα γνωστό σε όλους, παρά τις περί του αντιθέτου κορώνες της κολεγίας των Παρισίων, πως η ελληνικότητα αν και αναφέρεται στην κλασική αρχαιότητα είναι στην πραγματικότητα μια κίβδηλη ανακατασκευή της· ένα οικοδόμημα που κτίστηκε πάνω στις αναγκαιότητες μιας επίπλαστα διαφωτιστικής ορθολογικότητας, που έκοψε και έραψε κατά το δοκούν –εν είδει χοντροκομμένου κολάζ– σχήματα και μορφές εγκαινιάζοντας εκείνο το είδος ανιστορικής αναπαράστασης που αποτέλεσε έκτοτε πρότυπο: το νεοκλασικισμό. Αυτή η ελληνικότητα, μέσω της θεσμικής οικοδόμησης του νεοελληνικού κρατιδίου του οποίο η Δύση πάντοτε έλεγχε απολύτως τους μηχανισμούς, επιβλήθηκε ως ακριβό φράκο στον “ημιάγριο ιθαγενή” που έπρεπε να εκπολιτιστεί. Και ο αυτός εκπολιτισμός, εκτός από ετερόνομος, ήταν με την ουσιαστική έννοια του όρου ιδεολογικός καθώς η αποκαθήλωση της φουστανέλας, που συνδέθηκε με το πρόγραμμα του νεοελληνικού διαφωτισμού, συγκροτούσε απλά μια εικονική χειρονομία. Ο ουσιαστικός στόχος ήταν το πέρασμα της κυριαρχίας των βαλκάνιων από τη οθωμανική στη δυτική σφαίρα επιρροής.
Το δίλημμα είναι λοιπόν πλαστό καθώς η σύγχρονη Δύση είναι εξ ορισμού αδύνατον να νοηθεί χωρίς την ελληνικότητα και η εν λόγω ελληνικότητα δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο συνδεδεμένη οργανικά με τη Δύση. Η ρήξη με τη Δύση μπορεί να υπάρχει μόνο ως ρήξη με την ελληνικότητα και αν κάποιοι προσδοκούν την επανένωση με εκείνες τις κοινωνικές συνδηλώσεις που απορρέουν από μια γηγενή (μη δυτική) παράδοση ή από τα περιεχόμενα μιας αρχαιότητας που συστηματικά έχουν αποκρύβει από τον διαφωτιστικό οδοστρωτήρα, δεν έχουν άλλο δρόμο από την κατά μέτωπο αντιπαράθεση στις κεντρικές φαντασιακές σημασίες τις νεοελληνικής ταυτότητας.
Δεν έχουμε, φυσικά, την αφέλεια να πιστεύουμε πως μια τέτοια στρατηγική θα είχε σήμερα το οποιοδήποτε νόημα. Ακριβώς γιατί τα πολυθρύλητα περιεχόμενα, αν κάποτε είχαν μια κάποια αξία ως κοινωνικές αναμνήσεις θεσμικών και αισθητικών βιωμάτων που πετσοκόφτηκαν βάναυσα από το εκσυγχρονιστικό και κεντροποιητικό πρόγραμμα των ελληνικών κυβερνήσεων (τέτοια, ας πούμε, θα μπορούσαν να είναι: οι αυτόνομοι θεσμοί αυτοδιοίκησης στη οθωμανική βαλκανική, το παγανιστικό θρησκευτικό υπόστρωμα της αγροτικής εθιμικότητας και του νόμου που τη συνοδεύει, οι κοινωτιστικές παραδώσεις κολεκτιβιστικής αυτοδιαχείρισης που συνυπήρχαν παράλληλα και για αιώνες με τη φεουδαρχική συνθήκη, η απουσία περιφράξεων της γης –καθεστώς που συναντάτε στα Βαλκάνια έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, οι θεσμοί μη αγοραίων ανταλλαγών κ.α.), σήμερα δεν απαντώνται παρά μόνο στα ως χαραγματιές στα ιδιάζοντα ιδιοσυγρασιακά χαρακτηριστικά των κοινωνικών χαρακτηροδομών –σχεδόν πάντα με στρεβλούς τονισμούς– που υπομνήουν μια δήθεν νεοελληνική διαφορετικότητα που ανθίσταται στον “πολιτισμικό εξωμοιωτισμό της αγοραίας παγκοσμιοποίησης”. Ο λόγος για τον οποίο κάνουμε αυτές τις επισημάνσεις είναι για να καταδείξουμε το κίβδηλο μιας εθνικιστικής αναβίωσης στο όνομα της αυθεντικής ελληνικότητας που επειδή ταυτίζεται περιεχομενικά με τον αντίπαλό της εγγυμονεί τις ίδιες τερατογενέσεις. Και γνωρίζουμε πολύ καλά ποια φρικώδη μορφή παίρνουν αυτές...
Το ψευδοδίπολο συσκοτίστηκε έτι περαιτέρω από την κατ' εξακολούθηση επανάληψή του στο εσωτερικό της εγχώριας αριστεράς, της οποίας η κρίσης ταυτότητας – προσανατολισμού αντανακλά το αδιέξοδο της νεοελληνικής κατευθυντικότητας, είτε ως μίμηση που αναδιπλασιάζεται στο εσωτερικό της, είτε ως αντανακλαστική αντίδραση που μένει πάντα δέσμια της ιδεολογικής στρέβλωσης των αστικών διλημμάτων. Αφού αρνήθηκε να διανοηθεί –έστω– τη συγκρότηση μιας ταυτότητας έξω από το εθνικό πλαίσιο αναφοράς (κατ' ανάγκην ταξική) έχασε τη μάχη της κοινωνίας πριν καν τη δώσει. Η σημερινή της κυβερνητική καρικατούρα δεν είναι τίποτα παραπάνω από την φαντασμαγορική επιβεβαίωση αυτής της ήττας.
Αν υποθέσουμε κατ' αρχάς πως η ύφανση του κατακερματισμένου κοινωνικού δεσμού αποτελεί προϋπόθεση κάθε προγράμματος μιας ελεύθερης και δίκαιης κοινωνίας και αν δεχτούμε πως η διαδικασία απαιτεί τη συγκρότηση μιας κάποιας συλλογικής ταυτότητας (ως υπερβατολογικού όρου του νοήματος της ελευθερίας – καθώς καμία ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς συλλογικό υποκείμενο) είναι βέβαιο πως αυτή δεν μπορεί να αναζητηθεί σε πλαστές κατασκευές που είναι εξ ορισμού καταδικασμένες να συντριβούν μπροστά στην πραγματικότητα των υλικών αναγκών. Η ύφανση επιβάλει την συστηματική ανάδειξη όλων εκείνων των υποφωτισμένων πτυχώσεων κοινωνικής συντροφικότητας και οριζοντιότητας, την δικτυακή τους ανατοτροφοδότηση με τελικό στόχο μια νέα κοινωνική αισθητικότητα, ένα νέο ηθικό υποκείμενο, φορέα και προπομπό μιας κοινωνικής αλλαγής.
Η ανασυγκρότηση ταυτοτήτων στο περιβάλλον της απόλυτης ετερονομίας που επιβάλει το πλαστό δίπολο χαρακτηρίζει σήμερα το συλλογικό αδιέξοδο της παρούσας κοινωνίας. Ματαίως λοιπόν ο αγανακτισμένος “αντιστασιακός” επιχειρεί να αντιτάξει μια κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα στην δυτική κηδεμονία. Όσο η αντίσταση αφήνεται στους κατ επάγγελμα παραχαράκτες μιας παραχάραξης είναι καταδικασμένη να υποστρέψει, τρώγοντας τις σάρκες της ίδιας της κοινωνίας ως τον οριστικό αφανισμό της.
Α) Πριν από αρκετά χρόνια, θάτανε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, σ’ ένα Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (Κακουργιοδικείο) ενός νησιωτικού Πρωτοδικείου, συνέβη τ’ ακόλουθο γεγονός: δικάζονταν κάποιος που, επί σειρά ετών, βίαζε την ανήλικη εξ αίματος θυγατέρα του. Οι κατηγορίες που τον βάρυναν ήσαν βιασμός, αποπλάνηση ανήλικης και αιμομειξία, σε αληθή κατ’ ιδέαν συρροή, κατ’ εξακολούθηση και, φυσικά, σε βαθμό κακουργήματος. (Παρόμοια εγκληματική συμπεριφορά σε μερικά νησιά εμφανίζεται, κατά καιρούς). Τα υπερασπιστικά μέσα του κατηγορουμένου ήσαν πενιχρά, η ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας ήταν πρόδηλη. Τότε, λίγο πριν την απολογία του κατηγορουμένου, ο υπερασπιστής δικηγόρος του τελευταίου προσκόμισε στο δικαστήριο, κρατώντας την αναπεπταμένην, δίκην αναντίλεκτης Υπερκόσμιας Επιταγής, μιαν υπηρεσιακή βεβαίωση του ιερέα της ενορίας του κατηγορουμένου στην οποία βεβαιωνότανε πως ο κατηγορούμενος ήταν καλός ορθόδοξος χριστιανός, εκκλησιαζότανε καθ’ εκάστην Κυριακήν και εκτελούσε προσηκόντως άπαντα τα υπό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβαλλόμενα χριστιανικά του καθήκοντα! Το κλίμα της δίκης άλλαξε ευθύς αμέσως, βελτιώθηκε σημαντικά υπέρ του κατηγορουμένου ενώ, ταυτοχρόνως, η κατάθεση της μαρτυρικής θυγατέρας του άρχισε να καλύπτεται από μιαν αδιόρατη μεν, αλλά πάντως αισθητή, λαμπυρίζουσα αχλύν αμφιβολίας. Και ευλόγως: η αναβάθμιση ενός νικητή συνεπάγεται αναπόφευκτα την υποβάθμιση ενός ηττημένου! Όσοι σπεύσουν να χαρακτηρίσουν το πιο πάνω ιστορικό παράδειγμά μας ως σύμπτωμα παραληρητικής φρενοπάθειας και αυτόδηλης νομικής ανεπάρκειας του συγκεκριμένου υπερασπιστή δικηγόρου, εκφέρουν λόγο επιπόλαιο και αβασάνιστο. Περιοριζόμαστε στο να αναφέρουμε τούτο το εξόχως σημαντικό: στην μεγάλη πλειοψηφία των δικών με κατηγορουμένους αποπλανητές ανηλίκων (παιδόφιλους), παρόμοιας φύσης «υπερασπιστικά», «αποδεικτικά» μέσα είναι συνηθέστατα.
«Ο προοδευτικός είναι εκείνος που κάνει τα πιο “εξτρεμιστικά” (φιλελεύθερα) πράγματα με το μειλίχιο και γλυκανάλατο τρόπο μιας μπαλάντας του Έλτον Τζον…»
Νικόλας Σεβαστάκης
Τελευταία, και ιδίως μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης, έχει αρχίσει να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή ένα καινούριο ιδεολογικό ρεύμα προωθούμενο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνεπικουρούμενο από ένα μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου καθώς και από κάποιους τριτοκοσμικά μοντερνίζοντες λογοτέχνες και «οργανικούς» –ου μην αλλά και «ελευθέρας βοσκής»– διανοούμενους. Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ρεύματος είναι μια τάση να αντιμετωπίζεται, αντανακλαστικά σχεδόν, κάθε εκ των κάτω διαμαρτυρία με μια ηθικολογική ρητορεία η οποία, εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού, της ευθύνης και της ευταξίας, επιθέτει σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση, κριτική ή καταγγελία το στίγμα της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού.
Η μετάφραση των Απάντων του Νίτσε ολοκληρώθηκε φέτος από τον Ζήση Σαρίκα – από τον ίδιο δηλαδή μεταφραστή, ένα επίτευγμα σπάνιο στις ευρωπαϊκές εκδόσεις του Νίτσε. Η μετάφραση των πρώτων έργων είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του 90, και πέρασε από άλλους τρεις εκδότες της Θεσσαλονίκης πριν βρει την οριστική της μορφή στις εκδόσεις «Πανοπτικόν». Με τις διαδοχικές επανεκδόσεις δόθηκε στον μεταφραστή η δυνατότητα να επανεξετάσει και να βελτιώσει τις μεταφράσεις του, έτσι ώστε να μπορούμε να μιλούμε πλέον για τελική έκδοση.
Κυκλοφορούσε καιρό στο διαδίκτυο· τώρα, μεταφρασμένο για πρώτη φορά στα ελληνικά (και σχολιασμένο) από τον Γιάννη Δ. Ιωαννίδη, δημοσιεύεται στο Πανοπτικόν 19. Πρόκειται για το περίφημο κείμενο του στελέχους τού ΟΟΣΑ Christian Morrisson, γραμμένο το 1996, με τίτλο «Οι δυνατότητες πολιτικής πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών». «Μαθήματα κυριαρχίας από τους επιγόνους του Μακιαβέλι», υποτιτλίζει δηκτικά ο μεταφραστής.
Είναι μια σειρά οδηγίες προς κυβερνήσεις, αποκαλυπτικές μέσα στον κυνισμό τους, για το πώς να επιβάλλουν τις «διαρθρωτικές αλλαγές» που απαιτούσε το Σύμφωνο της Ουάσινγκτον – στις «αναπτυσσόμενες χώρες», τότε· σήμερα, σε ολόκληρο τον κόσμο. Πράγμα που μαρτυρεί εύγλωττα, πέραν των άλλων, ότι η «κρίση» του 2008 είναι η κορύφωση μιας κανονικής διαδικασίας η οποία αναπτύσσεται απρόσκοπτα και βάσει κεντρικού σχεδίου από τη δεκαετία του 1980, από την περιφέρεια προς τα κέντρα του πλανήτη. Η διαδικασία για την οποία πρόκειται είναι «απλώς» η αλλαγή μοντέλου τού καπιταλισμού (με έξοδα, εννοείται, των λαών του κόσμου) που εκδιπλώνεται σταθερά στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα.
Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική υστερικές, γυμνές και χρεωμένες να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση, ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες, φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής, που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους, που βρήκαν την κόμισσα Seroxat να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου συντροφιά με τον βαρόνο Tavor και τη μακρινή εξαδέλφη του ― αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού παροράματος ―Xanax,
Κάποιες σκέψεις πάνω στη σύγχρονη εθνικιστική αναβίωση με αφορμή την ταινία του Zaza Urushadze Μανταρίνια, (2013)
Η Αμπχαζία, μια περιοχή που έως το 1920 κατοικείτο μάλιστα και από πολλούς Έλληνες Αμπχάζιους, αποτελεί ένα μωσαϊκό εθνοτήτων, γλωσσών και θρησκειών. Αυτή η πολύχρωμη σαλάτα διαμορφώθηκε μέσα στις τρις τελευταίες χιλιετηρίδες καθώς η ήρεμη Μαύρη Θάλασσα έγινε το πεδίο του διεθνούς εμπορίου, των πολιτισμικών ανταλλαγών αλλά και πολλών πολέμων (με χαρακτηριστικότερους τους 14 αλλεπάλληλους ρωσοτουρκικούς πολέμους από το 1568 έως το 1918). Η κομβική θέση της περιοχής οδήγησε άλλωστε και την ίδια την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να μεταφέρει το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντός της προς τα εκεί μετά τον τρίτο αιώνα μ.Χ. Οι εθνότητες, οι γλώσσες και οι δοξασίες που απαντώνται στην περιοχή είναι τόσες πολλές που ίσως σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν θα μπορούσαμε να βρούμε περισσότερες. Πολλές από τις τοπικές γλώσσες, όπως τα αμπχαζιανά, έχουν ιερογλυφική γραφή, η οποία χάνεται σταδιακά μετά την εκλαϊκευτική εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου το 1924 από την Σοβιετική Ένωση. Το 1931, μετά την αποτυχία της βίαιης κολεκτιβοποίησης στην Αμπχαζία, ο Μπέρια διαλύει την αυτόνομη δημοκρατία της περιοχής και μεταφέρει εκεί γεωργιανούς εποίκους. Το αλφάβητο των αμπχαζιανών αλλάζει ξανά με διάταγμα από λατινικό σε γεωργιανό. Το 1939 γίνεται και τρίτη αλλαγή του αλφάβητου σε κυριλλικό (σλαβικό). Η περιοχή τα χρόνια της Σοβιετικής ακμής ονομάζεται και Σοβιετική Ριβιέρα λόγο του τουρισμού της, του ήπιου κλίματος και της σημαντικής οικονομικής ανάπτυξης. Άνθρωποι από όλες τις περιοχές της Ένωσης καταφθάνουν εκεί για να μείνουν, είτε μετακινούνται αναγκαστικά τις περιόδους των σταλινικών εθνοτικών πειραματισμών. Η Αμπχαζία ζητά από το 1978 έως και σήμερα την απόσχισή της από την Γεωργία και την ένωσή της με τη Ρωσία.
Μετά την, εκτός των άλλων, ηθική κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Πολωνία και κατά την διάρκεια των «ελεύθερων» κοινοβουλευτικών εκλογών, στις αρχές της δεκαετίας του 90, μία πολυπληθής ομάδα Πολωνών κλακαδόρων κατήλθε στις εκλογές με την «πολιτική» επωνυμία «Οι φίλοι της μπύρας». Εκλέχτηκαν βουλευτές και, στην συνέχεια, διασπάστηκαν στους «Φίλους της μεγάλης μπύρας» και στους «Φίλους της μικρής μπύρας».
Αίφνης, μια διάχυτη αισιοδοξία έχει αρχίσει να διαπνέει το σώμα αυτής της ταλαίπωρης κοινωνίας. Η μεγάλη αφήγηση του εκπεσόντος παρία που κάνει δυναμικά την επανεμφάνιση του και έχει την απαίτηση να γίνουν πλέον αποδεκτά, τα δικά του αιτήματα ορθώνοντας το ανάστημα του, επιβάλλεται με όρους παροξυσμικής αυτοϊκανοποίησης της απαθούς τάξης των νοικοκυραίων! Έπρεπε δηλαδή να υπάρξει με άρωμα φιλολαϊκού προοδευτισμού και εθνικής ελαφρόνοιας μια υποτιθέμενη αλλαγή πλεύσης στις πολιτικές αποφάσεις για να αισθανθούν οι κοινοί θνητοί μία ιδέα εικονικής πνοής στον ασφυκτικό βίο τους.
Αυτού του είδους λοιπόν η αφέλεια θέλει να πείσει τον εαυτό της ότι οι άνθρωποι μπορούν να σταθούν επάνω από τις αγορές. Πως η ζωή είναι μπροστά και πέρα από τα κέρδη! Όταν μάλιστα αυτή αρχίζει να γίνεται ναρκισσευόμενα επιθετική τότε εξαπολύει σοφιστικέ βερμπαλισμούς και φιλολογίζουσες περιττολογίες, τζούφιους λεκτικούς μύδρους ατάκτως ερριμμένους. Ο άνεμος αντίστασης που πνέει στο αντιμνημονιακό μέτωπο, ενσαρκώνει τις αιτίες και τους μοχθηρούς του κοινωνικού ζητήματος στην κρίση χρέους και στα υπερεθνικά διευθυντήρια και παραβλέπει ηλιθιωδώς ότι το πρόβλημα πηγάζει αποκλειστικά από την έμφυτη αντινομία της τυφλής υπακοής μιας κοινωνίας, παγκόσμιας και οικουμενικής, στους παρανοϊκούς νόμους της αυτονομημένης κερδοφορίας. Για να το πούμε δηλαδή διαφορετικά και με πιο κατανοητά λόγια, η κρίση χρέους και οι τεχνογκουρού που έχουν αναλάβει το κουλάντρισμα της δεν είναι η αιτία αυτής της κοινωνικής κρίσης, όπως το έχει χάψει η αντιμνημονιακή μανία με τα αριστερά και δεξιά συμπράγκαλα της, αλλά ένα γενικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που οργανώνεται στην συστημική συνθήκη της αφηρημένης εργασίας και στις εμμονές που ρέουν από αυτή.
Γίνεται απολύτως σαφές ότι οι τακτικές των κυβερνητικών θέσεων δεν αποτελούν επ' ουδενί κάποια ρηξικέλευθη κριτική ενάντια στις αγορές και τα χάλια τους. Αντιθέτως εκείνο που κάνουν είναι να απομακρύνουν σταθερά τις δυνατότητες της αμφισβήτησης και τις όποιες προϋποθέσεις της και να δίνουν ένα πειστικό άλλοθι αριστερής νομιμοποίησης στο αμετάθετο παρόν. Το άνευρο παιχνίδι του κοινοβουλευτισμού αναζωογονεί την αφέγγιστη, κοινωνική συναίνεση. Η αριστερή κυβέρνηση θέλει να είναι ο αναστηλωτής του τραυματισμένου πολιτειακού κύρους και της ημιθανούς κρατικής οντότητας. Δεδομένης της λαϊκιστικής και ουσιαστικά φασιστικής ψευδορητορείας που καραδοκεί, και κορτάρει ασύστολα τον μικροαστικό εσμό, έτοιμη να υφαρπάξει το μεγαλύτερο όφελος αυτή η ατελής αναστύλωση θα είναι το προσωρινό πλεονέκτημα και συνάμα η οριστική καταδίκη της προοδευτικής διακυβέρνησης.
δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο http://poetrymustbedonebyeachandeveryone.blogspot.gr/
με αφορμή την απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων, κάποιες σκέψεις πάνω στην ταινία των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι (Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά εδώ)
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
K.Π. Kαβάφη, 1896
Στη φυλακή Ρεμπιμπία στα προάστια της Ρώμης μερικοί βαρυποινίτες ξεκινούν πρόβες για να ανεβάσουν τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Η ταινία ξεκινά από το τέλος. Η αυλαία του μικρού θεάτρου των φυλακών πέφτει, οι θεατές αποχωρούν και οι κρατούμενοι πρέπει να γυρίσουν ξανά στα κελιά τους. Είναι η πιο ωμή λύση του δράματος. Τα τείχη, που για λίγες στιγμές ήλπιζες πως μπορούσαν να πέσουν, επιστρέφουν. Τώρα η φυλακή γίνεται «πραγματικά αφόρητη» – όπως παραδέχεται ένας κρατούμενος.
Σημειώματα και δοκιμές. Αυτή ήταν η πρόθεση μιας συντροφιάς που πριν λίγους μήνες αποφάσισε να ξεκινήσει αυτή την έντυπη προσπάθεια. Δυο είδη κειμένων σε ισορροπία: από τη μια τα δοκίμια, ενδελεχείς κατανοήσεις και κριτικές ανασυγκροτήσεις του εμπειρικού και θεωρητικού υλικού, και από την άλλη τα σημειώματα, προκηρύξεις και κραυγές σχολιασμού μιας μεσοπρόθεσμης επικαιρότητας.
Ξεκινάμε σε καιρούς υποχώρησης όχι μόνο των κινημάτων αλλά και του νοήματος που η κραυγή ελευθερίας φέρει μέσα στην ιστορική σκηνή. Και με αυτό ως παρατήρηση μπορούμε να διατυπώσουμε τους λόγους που μας οδηγούν σε αυτή την επιλογή: είναι η επείγουσα ανάγκη μας να ψηλαφίσουμε κατανοήσεις εκτός και ενάντια της κυρίαρχης ιδεολογίας, να δημιουργήσουμε ένα βήμα ελεύθερου στοχασμού και διανοητικής ανταλλαγής, να κάνουμε κριτική στην σύγχρονη επιστήμη και στους μηχανισμούς της.
Λίγες
ημέρες πριν διάβασα στην Καθημερινή πως το φαινόμενο που συνηθίζουμε να
ονομάζουμε ενδοσχολική βία, και που στην πράξη σημαίνει: παιδικές
συμμορίες που επιτίθενται σαν αγέλες λύκων· εκβιαστές που απειλούν με δημόσιο εξευτελισμό
τους συμμαθητές τους, έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια. Ένα
κοριτσάκι της τρίτης δημοτικού εξομολογήθηκε στην ερευνήτρια πως καθημερινά
εύχεται να πεθάνει αλλά δεν βρίσκει το θάρρος να το τολμήσει. Η κοπέλα είχε
απλώς λίγα περισσότερα κιλά αλλά ο φανταστικός ιδεολογικός παροξυσμός της
κανονικότητας την εξωθούσε στο πυρ το εξώτερο της δημόσιας χλεύης. Το
παιδάκι στα Γιάννενα –κατά πάσα πιθανότητα– εξωθήθηκε στον θάνατο από μια
γνωστή (άγνωστη) συμμορία νταήδων· τους επίσημους πρεσβευτές της «κανονικότητας»,
τους πραγματικούς πρεσβευτές του Ναζισμού.
Ο Λούκατς είχε εκθέσει αναλυτικά (“Ιστορία και ταξική συνείδηση”) την άποψη του Έγκελς ότι κάθε αγώνας ιστορικά μάταιος και καταδικασμένος (όπως π.χ. ο αγώνας των εξεγερμένων χωρικών κατά το Μεσαίωνα) είναι “αντιδραστικός στην ουσία του”. Από μια άποψη αυτό είναι σωστό: κάθε αγώνας που δεν τείνει στην πρόοδο της Ιστορίας, ήτοι στην εξέλιξη του συστήματος εξουσίας, αλλά, αντίθετα, στο φρενάρισμα της προόδου αυτής καθεαυτήν, της προόδου ως αυτοσκοπού και αυταξίας, κάθε αγώνας που τείνει, συνεπώς, στο φρενάρισμα του καρκινικά αυτονομημένου και κακοήθους πανοικονομισμού, αποτελεί ουτοπία – και μάλιστα “αντιδραστική”.
Ο αρχιτέκτονας της διώξεως των ανταρτών της Δυτ. Γερμανίας, εισαγγελέας Σ. Μπούμπακ, δολοφονήθηκε χθες στην Καρλσρούη από την «Επιτροπή Δράσεως Ούλρικε Μάινχοφ». (Οι εφημερίδες, 8-4-77)
Ειδήσεις σαν την παραπάνω ακολουθούνται σχεδόν πάντα από τα επαγγελματικά δάκρυα των υπερασπιστών της δημοκρατικής νομιμότητας και τις εμπεριστατωμένες αναλύσεις ειδικών σχολιογράφων, οι οποίοι αποδεικνύουν ότι η ανεύθυνη πολιτική δραστηριότητα, που κορυφώνεται στην απεγνωσμένη πρακτική της τρομοκρατίας, και γενικά κάθε έσχατη μορφή αντίστασης στη θεσμοποιημένη βία καλλιεργεί τις προϋποθέσεις της εκτροπής από το δημοκρατικό πολίτευμα.
Διότι ωθούν τη Δημοκρατία να παίρνει μέτρα αντιδημοκρατικά για να αμυνθεί – πράγμα που σημαίνει ότι η καλύτερη άμυνα της δημοκρατίας είναι η αυτοκατάργησή της.
Πρώτη παρουσίαση απάντων του Νίτσε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και το Ζήση Σαρίκα. Μιλούν κατά σειρά Ιωακείμ Ακριτίδης, Φώτης Τερζάκης και Ζήσης Σαρίκας.
[η παρουσίαση έγινε στις 23 Ιανουαρίου στο Κοινωνικό Κέντρο Πάτρας]
Με την τοκογλυφία οίκο δεν έχει ο άνθρωπος από πέτρα καλή λείος ο κάθε αρμός και σωστά ταιριασμένος όπου το σχέδιο να καλύπτει μπορεί το πρόσωπό των, με την τοκογλυφία δεν έχει ο άνθρωπος παράδεισο ζωγραφισμένο στης εκκλησιάς του τον τοίχο harpes et luthes ή όπου η παρθένος το μήνυμα έλαβε και προβάλλει φωτοστέφανος από τη χάραξη μέσα με την τοκογλυφία ο άνθρωπος δεν αντικρίζει τον Gonzaga μήτε τους κληρονόμους του μήτε τις παλλακίδες του καμιά ζωγραφιά δεν φτιάχνεται για να διαρκέσει κι ούτε μ αυτή να ζήσεις παρά μονάχα για να πουληθεί γρήγορο πούλημα με την τοκογλυφία, κρίμα ενάντια στη φύση, ένα ακόμα ξεροκόμματο είναι ο άρτος σου είναι ο άρτος σου ξηρός σαν το χαρτί δίχως σιτάρι στοιβαγμένο, δίχως αλεύρι δυνατό με την τοκογλυφία παχιά γίνεται η γραμμή με την τοκογλυφία απλώνουν τα ορόσημα και τόπο δεν βρίσκει ο άνθρωπος για κατοικία του Ο λατόμος από την πέτρα του αποκόβεται κρατιέται μακριά από τον αργαλειό του ο υφάντης
ΑΡΑΒΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ, τόπος παραμυθιών και θαυμάτων. Μεθυσμένων οπτασιών, επικίνδυνων αντικατοπτρισμών και κακόβουλων τζινν. Μια μοναχική πλάκα γης που ξεκόλλησε από το σώμα τής Αφρικής κι ολοένα απομακρύνεται, με ένα αυλάκι που μεγαλώνει στα δυτικά της, την Ερυθρά, ένα που συρρικνώνεται ανατολικά, τον Περσικό Κόλπο, και μία από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του κόσμου στον νότο. Τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις που κανένας ποταμός δεν δροσίζει, μονάχα ξερές κοίτες χειμάρρων ––ουάντι–– που πλημμυρίζουν αιφνίδια από τις εποχιακές βροχές αφανίζοντας ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους, τρώγοντας προϊστορικά πετρώματα, κι ύστερα ξεραίνονται αφήνοντας βαθιές χαρακιές στο έδαφος και απόκρημνα φαράγγια. Και όμως, τούτη η πεισμωμένη γη ήξερε ανέκαθεν να κρατά υγρασία σε καλά φυλαγμένες πτυχές της, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να φυτεύουν χουρμαδιές και να μισοχορταίνουν τα ζώα τους με το λιγοστό εποχιακό χορτάρι. Τον υπόλοιπο χρόνο περιπλανιόντουσαν: σκοτώνονταν για τις λιγοστές πηγές κι ένα είδος μακρόσυρτων, τελετουργικών επιδρομών τής μίας φυλής εναντίον τής άλλης ήταν ο μόνος σχεδόν τρόπος επιβίωσης, που στο αμόνι του σμιλεύτηκαν οι μεγάλες αρετές τού αραβικού γένους – τόλμη, καρτερία και αντοχή, πάθος για ελευθερία, φιλοξενία, διπλωματική πονηριά και ποιητική ευγλωττία.
Το παρόν κείμενο του Γιώργου Λιερού δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή το 2006, με αφορμή τη δημοσίευση των πρώτων σκίτσων του Μωάμεθ. Χωρίς το συγκινησιακό βάρος της σημερινής στιγμής, το κείμενο, έχει το προνόμιο να παραμένει διεισδυτικό οκτώ χρόνια μετά.
"Πολλά επιτεύχθηκαν όταν εντυπώθηκε τελικά στις μάζες (σε όλων των ειδών τα ρηχά πνεύματα και εκείνους που χωνεύουν βιαστικά) το αίσθημα ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να αγγίζουν, ότι υπάρχουν άγια βιώματα μπροστά στα όποια πρέπει να βγάζουν τα παπούτσια τους και να κρατούν μακριά τα ακάθαρτα χέρια τους - και αυτό είναι σχεδόν το μεγαλύτερο βήμα τους προς την ανθρώπινη ιδιότητα. Αντίστροφα, δεν υπάρχει ίσως τίποτε στους λεγόμενους καλλιεργημένους, τους πιστούς των «μοντέρνων ιδεών», που να προκαλεί τόση αηδία όση η έλλειψη ντροπής που έχουν, η αυτοϊκανοποιούμενη θρασύτητα του ματιού και του χεριού με την οποία αγγίζουν, γλείφουν και ψηλαφούν τα πάντα· και είναι δυνατό να βρίσκεται σήμερα περισσότερη σχετική ευγένεια του γούστου και τακτ του σεβασμού στο λαό, στον κατώτερο λαό, και ειδικά στους αγρότες, παρά στον αναγιγνώσκοντα εφημερίδες ημίκοσμο του πνεύματος, τους καλλιεργημένους."
ΟΣΟΙ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ από τον μαρξισμό ή εν γένει την επαναστατική παράδοση δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις προκείμενες της απαισιόδοξης ανθρωπολογίας. Άνθρωποι που στοιχημάτισαν τα πάντα στην πιθανότητα μιας μεστής νοήματος αλλαγής στην ανθρώπινη ζωή, στην ανθρώπινη ιστορία, το ελάχιστο που όφειλαν να προϋποθέτουν είναι πως μια τέτοια αλλαγή είναι καταρχήν δυνατή: εκείνο που χρειάζεται είναι να αρθούν οι δομές της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας οι οποίες αποτελούν προϊόν μιας διαστρεβλωμένης ιστορικής εξέλιξης, προϊόν κατακλυσμιαίων αλλά πάντως ατυχηματικών παραγόντων, προκειμένου να πραγματωθούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα οι ανεσταλμένες ως τώρα δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης. Η ανθρωπολογία του νεαρού Μαρξ, χρεωμένη στον Φώυερμπαχ και στον πρώιμο Χέγκελ, μιλούσε ακριβώς για πραγμάτωση της ανθρώπινης «ουσίας», κάτι το οποίο παρέμενε υπό τις παρούσες συνθήκες εγκλωβισμένο στο ιστορικό κέλυφος της «αλλοτρίωσης».
Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην παρουσίαση του Βιβλίου του Βασίλη Λαδά “ασώματη κεφαλή” στο συνεργατικό βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες στη Θεσσαλονίκη, το Νοέμβρη του 2014
Το ειδικό
κρατικό βραβείο λογοτεχνίας που δόθηκε πρόσφατα στον Βασίλη Λαδά για το
μυθιστόρημα Παιχνίδια Κρίκετ έριξε για λίγο τα φώτα της εγχώριας
βιβλιοκριτικής πάνω στη λογοτεχνία του. Η προσοχή που δόθηκε ήταν, κατά τη
γνώμη μας, πολύ μικρότερη σε σχέση με την πραγματική αξία του έργου του, το
οποίο έως και σήμερα παραμένει υποφωτισμένο. Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε
να σταχυολογήσουμε ορισμένα γενικά μοτίβα του πεζογραφικού του σύμπαντος με
αφορμή το Παιχνίδια Κρίκετ εστιάζοντας ειδικότερα στη μορφή του
πρόσφυγα.
Όποιος αποπειράται
σήμερα να παρεμβάλει τα ερωτήματά του
ή της ενστάσεις του στην “φιλοσοφία”
του κέρδους η οποία κυριαρχεί υπό τη
μορφή της απαστράπτουσας τιποτολογίας
των ημερών, θα εισπράξει το λιγότερο,
τον χαρακτηρισμό του άκυρου και άκαιρου
σχολιαστή ή του ξεπερασμένου
“παλαιομαρξιστή”.
Μέσα σε αυτό το κλίμα
σκέπτομαι κάποτε πως κάποια πράγματα
έχουν όντως τελειώσει, όση και αν η αγάπη
μας για τα “παλαιά” είναι ίσως το μόνο,
πλέον, μέτρο της αντοχής μας σε μια
πληθωριστική πίεση που κατατείνει στην
πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση
και την ιστορική αμνησία.
Δεν έχω καμία όρεξη να
υπερασπιστώ εδώ της παλιές γνωστές
αγκυλώσεις της αριστεράς·
δεν τις υιοθέτησα άλλωστε ούτε καν την
ώρα της δόξας τους. Άλλα όταν βλέπω τώρα
τα αναρριχητικά και τα παράσιτα ενός
όψιμου κερδαλέου αντικομμουνισμού,
“νοσταλγώ” πράγματι, δηλαδή τιμώ και
προσκυνώ, την όρθια στάση της δρυός που
κάποτε πετροβολούσα.
Γιατί άραγε αυτό το σύστημα δεν έχει ακόμη καταρρεύσει πλήρως; Σε τι οφείλει την προσωρινή επιβίωσή του; Ουσιαστικά, στην πίστωση. Στη διάρκεια ενός αιώνα, απέναντι στις αυξανόμενες δυσκολίες να χρηματοδοτήσει την αξιοποίηση της εργασιακής δύναμης, και άρα να επενδύσει σε πάγιο κεφάλαιο, η προσφυγή σε όλο και πιο μαζικές πιστώσεις δεν ήταν παράλογη αλλά αναπόφευκτη. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων μονεταριστών, η σύναψη χρεών αυξήθηκε δραστικά. Δεν έχει μεγάλη διαφορά αν αυτή η πίστωση είναι ιδιωτική ή δημόσια, εσωτερική ή εξωτερική. Η συνεχής και μη αντιστρέψιμη εξέλιξη της τεχνολογίας βαθαίνει διαρκώς το ρήγμα ανάμεσα στο ρόλο της εργασιακής δύναμης –η οποία, ας το επαναλάβουμε, είναι η μοναδική πηγή αξίας και υπεραξίας– και τον ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο των εργασιακών εργαλείων, τα οποία πρέπει να πληρωθούν με την υπεραξία που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης. Κατά συνέπεια, η προσφυγή στην πίστωση δεν μπορεί παρά να αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου και να οδηγείται σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Η πίστωση, που είναι ένα κέρδος το οποίο καταναλώνεται πριν παραχθεί, μπορεί να μεταθέσει τη στιγμή που ο καπιταλισμός θα αγγίξει τα συστημικά όριά του, αλλά δεν μπορεί να την εξαλείψει. Ακόμη και η πιο ισχυρή και επίμονη θεραπεία κάποια μέρα πρέπει να τελειώσει.
Ορισμένοι παρατηρητές φαίνεται να προχωρούν ακόμη περισσότερο, μιλώντας για έναν καπιταλισμό που καταστρέφει τον κόσμο και είναι στα πρόθυρα της αυτοκαταστροφής. Αυτές οι προειδοποιητικές φωνές δεν φανερώνουν άραγε μια συνειδητοποίηση για τις καταστροφές του καπιταλισμού, τόσο όταν εξελίσσεται «ομαλά» όσο και στις περιόδους κρίσης; Ωστόσο, αυτές οι επιθέσεις, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν ως στόχο παρά την πρόσφατη φάση «απορρύθμισης» και «αγριότητας» του καπιταλισμού, τη νεοφιλελεύθερη φάση, και καθόλου το καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης ως τέτοιο, την ταυτολογική λογική που επιτάσσει τη μετατροπή του ενός ευρώ σε δύο και καταναλώνει τον πραγματικό κόσμο σαν απλό εργαλείο γι’ αυτή την αύξηση της μορφής-αξίας.
«Ο Guardian σημείωνε στην ιστοσελίδα του την Παρασκευή ότι το κτίριο της Times Square, στην καρδιά του Μανχάταν, στην πρόσοψη του οποίου αναγράφεται το ύψος του δημόσιου αμερικανικού χρέους, δεν έχει πια αρκετό χώρο για να φιλοξενήσει το αστρονομικό ποσό των δισεκατομμυρίων δολαρίων, για την ακρίβεια 10.299.020.383, ένα μέγεθος τεράστιο το οποίο οφείλεται κυρίως στη χρηματοδότηση του σχεδίου Πόλσον και την ενίσχυση των ιδρυμάτων Freddie Mac και Fannie Mae. Χρειάστηκε μάλιστα να απαλειφθεί το σύμβολο $, που καταλάμβανε το τελευταίο τετράγωνο της επιγραφής, έτσι ώστε ο περαστικός να μπορέσει να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι την τελευταία γουλιά».[1]
Ποιος θέλει να το θυμάται αυτό σήμερα; Ο μεγάλος φόβος του περασμένου Οκτωβρίου μοιάζει ήδη πιο μακρινός και από τον «μεγάλο τρόμο» των αρχών της γαλλικής επανάστασης. Κι όμως, πριν από ένα χρόνο, είχαμε την εντύπωση ότι το νερό έμπαινε από παντού και το καράβι βυθιζόταν. Είχαμε επίσης την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος, χωρίς να το λέει, το περίμενε εδώ και καιρό. Οι ειδικοί αναρωτιούνταν ανοιχτά για τη φερεγγυότητα ακόμη και των πιο ισχυρών κρατών και οι εφημερίδες δημοσίευαν στην πρώτη σελίδα την πιθανότητα μιας αλυσιδωτής πτώχευσης των ταχυδρομικών ταμιευτηρίων στη Γαλλία. Στα οικογενειακά συμβούλια συζητούσαν αν ήταν απαραίτητο να αποσύρουν όλα τα χρήματα από την τράπεζα και να τα φυλάξουν στο σπίτι. Οι χρήστες των τρένων αναρωτιούνταν αν, προαγοράζοντας ένα εισιτήριο, τα τρένα θα συνέχιζαν να κυκλοφορούν δύο βδομάδες αργότερα. Ο αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους απευθυνόταν στο έθνος, για να μιλήσει για τη χρηματοπιστωτική κρίση, με όρους παρόμοιους με εκείνους που είχε χρησιμοποιήσει μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, και η Monde τιτλοφορούσε το περιοδικό της τον Οκτώβριο του 2008: «Το τέλος ενός κόσμου».
Η συνέχεια ανάμεσα στη μετάφραση και το προσωπικό έργο δεν είναι κάτι σπάνιο στην ιστορία των γραμμάτων. Συναντιέται τόσο στη λογοτεχνική γραφή όσο και στον θεωρητικό λόγο και αποκαλύπτει μία από τις λιγότερο φωτισμένες όψεις του μεταφραστικού εγχειρήματος, στις ευτυχέστερες στιγμές του: την ενεργητική συνομιλία, που εκ των πραγμάτων υποκινεί ανάμεσα στον μεταφραστή και τον συγγραφέα, η οποία γίνεται συχνά μοχλός δημιουργικότητας για τον πρώτο. Μία τέτοια περίπτωση συγγραφέα είναι ο Ζήσης Σαρίκας από τη Θεσσαλονίκη. Μολονότι δημοσιεύει αρκετά νωρίς το πρώτο του δοκιμιακό έργο (Μύθοι της τεχνολογίας, 1987) είναι κυρίως γνωστός ως μεταφραστής: τον ξέρουμε προπαντός από το χαλκέντερο μεταφραστικό του έργο πάνω στον Νίτσε (όλα σχεδόν τα μείζονα έργα του φιλοσόφου παρουσιασμένα την τελευταία δεκαπενταετία από τις εκδόσεις Νησίδες) και νωρίτερα πάνω στη Σχολή της Φρανκφούρτης, ιδίως τον Αντόρνο. Το 2003 μας δίνει μάλιστα σαν απόσταγμα της μεταφραστικής του πείρας ένα ερμηνευτικό έργο πάνω στον Νίτσε με άξονα τον Ζαρατούστρα (Το όραμα του υπερανθρώπου). Το συγγραφικό του καταστάλαγμα όμως αντιπροσωπεύεται από δύο μικρά βιβλία πρόζας, τα Ψίχουλα (2003) και το πρόσφατο Μακριά απ' τον κόσμο. Δύο βιβλία με αξιοσημείωτη μορφολογική, υφολογική και θεματογραφική συνέχεια, που θα μπορούσαν να διαβαστούν ως μέρη του ίδιου βιβλίου.
Όλη αυτή η βλακώδης φασαρία που γίνεται στις ημέρες μας γύρω από το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, η άκριτη μεγέθυνσή του από ημιμαθείς οπαδούς όσο και η άσκοπη δαιμονοποίησή του από μια κατηγορία ηθικιστών της πολιτικής έχει συσκοτίσει το πραγματικό περιεχόμενο μιας σκέψης που κατ’ αρχάς μπορεί να θεωρηθεί εύληπτη και διόλου δυσανάγνωστη, πολύ περισσότερο όμως έχει συγκαλύψει το πραγματικό κλίμα ζυμώσεων, συζητήσεων και αντιπαράθεσης των ιδεών σε ορισμένους κύκλους της αιρετικής αριστεράς, περιβάλλον μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε και χωρίς το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί πραγματικά. Διότι ο Κονδύλης, παρ’ ότι ο ίδιος υιοθετούσε ένα ηρωικό και επιθετικά εξατομικευμένο ύφος, δεν ήταν βέβαια ούτε ο «διανοητικός γίγαντας» (που φάνταζε στα μάτια των πνευματικών νάνων της εγχώριας διανόησης) ούτε ο κομήτης που έπεσε από το γερμανικό Πανεπιστήμιο (ή όποιον άλλο μυθικό τόπο καταγωγής, για τους επαρχιώτες λογίους που πιστεύουν ότι η αληθινά φιλοσοφική σκέψη έρχεται πάντα από «αλλού»), αλλά γνήσιο προϊόν ενός γόνιμου, μολονότι περιθωριοποιημένου, διαλόγου που ξεκινάει στους κόλπους της αποκλίνουσας τροτσκιστικής ομάδας του Σπύρου Στίνα μετά τον πόλεμο και καταλήγει στον κύκλο του περιοδικού «Σημειώσεις» από τη Μεταπολίτευση και μετά.
Έγινε πια κοινός τόπος αυτό το σύνθημα. Μόνο που η εσχάτως κοινοτοπία του δεν ήταν χωρίς συνέπειες, με πρώτη και κύρια την υποχώρηση νοήματος της λέξης ζωή. Γιατί όταν εμείς λέμε πως θέλουμε τη ζωή πίσω εννοούμε έναν ωκεανό δυνατοτήτων και δημιουργίας που η βαρβαρότητα της εξουσίας μας στέρησε και εξακολουθεί να μας στερεί. Όταν διεκδικούμε λοιπόν τη ζωή μας πίσω διεκδικούμε την άρση αυτών των εμποδίων που σε πρώτη φάση θα σήμαινε τη διάλυση του κράτους και της αγοράς.
Υπάρχουν όμως και άλλοι που επικαλούνται το σύνθημα. Πρόσφατα συνάντησα μια καλοστεκούμενη κυρία, το βίο της οποία γνώριζα, να κυκλοφορεί εν τω μέσω μιας «αγανακτισμένης» κινητοποίησης με πικέτα που ζητούσε τη ζωή της πίσω. “Ποια ζωή;” τη ρώτησα και η απάντηση δεν διέφερε από αυτό που είχα διαιστανθεί εξ αρχής. Η εν λόγω κυρία δεν διεκδικούσε τίποτε άλλο από την επαναφορά της πλαστής ευημερίας, του επιπέδου των μισθών και της προσωπικής της καταναλωτικής δυνατότητας. Και όλα αυτά - όντας σε βαθιά σαδομαζοχιστική ψυχοδύνη- τα προσδοκούσε από τους ίδιους ακριβώς δυνάστες τους όποιους κάποτε είχε εμπιστευτεί και τώρα μισούσε. Απεχθανόταν έστω και τη μικρότερη αλλαγή στην πορεία των πραγμάτων για αυτό και από αντίδραση ψήφισε ΚΚΕ και όχι ΣΥΡΙΖΑ, όπως μου είπε, αλλά υποσχόταν ολόψυχα πως θα ξαναγυρίσει στις παλαιότερες ψηθοθεσίες της όταν τα πράγματα στρώσουν. Την άφησα προσφέροντάς της ένα ευρώ και την ειλικρινή ευχή μου να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα γίνεται στη “ζωή” της για να μας αφήσει ήσυχους.
Η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία ωσάν ρητή εκδήλωση του ψυχισμού είναι πρώτα και κύρια άναρχη με την έννοια ότι δεν μπορεί ποτέ να υπαχθεί σε κανένα αφηρημένο σύστημα ηθικών κανόνων. Κι έτσι η αυθεντική ελευθερία της ατομικής βούλησης όχι μόνο δεν υποκύπτει στη μεταφυσική τέτοιων συστημάτων αλλά μπορεί μονάχα να βιωθεί άμεσα με την ισότιμη αναγνώριση της ώριμης ψυχικά θέλησης των ατόμων ώστε εκείνα να ζουν εκφράζοντας τις ειλικρινείς επιθυμίες τους. «Η επαναστατική ισότητα θα 'ναι αξεδιάλυτα ατομική και συλλογική» δηλώνει απερίφραστα ο Ραούλ Βανεγκέμ. Κάτω από το βάρος τούτης της διαπίστωσης η έννοια ενός κοινωνικού συμβολαίου, ακριβώς όπως την διατυπώνει ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ ως έκφραση της γενικής συλλογικής βούλησης, δεν είχε ποτέ καμία ηθική νομιμοποίηση διότι παρέβλεπε συνειδητά την υποκειμενική υπόσταση του ατόμου για χάρη μιας μεταφυσικά ανώτερης κοινής θέλησης. Δεν είχε επίσης ποτέ απτή έδρα από την στιγμή που η γενική βούληση μεταφρασμένη σε οικονομική πολιτική όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ίδια την ατομική ελευθερία, αλλά την καθυποτάσσει βάναυσα στην ψευδέστατη αναγκαιότητα των αφηρημένων προσταγών της.