Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει

με αφορμή την απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων, κάποιες σκέψεις πάνω στην ταινία των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι (Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά εδώ



Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ 
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. 
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. 
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη· 
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. 
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. 
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. 
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. 
K.Π. Kαβάφη, 1896 


Στη φυλακή Ρεμπιμπία στα προάστια της Ρώμης μερικοί βαρυποινίτες ξεκινούν πρόβες για να ανεβάσουν τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Η ταινία ξεκινά από το τέλος. Η αυλαία του μικρού θεάτρου των φυλακών πέφτει, οι θεατές αποχωρούν και οι κρατούμενοι πρέπει να γυρίσουν ξανά στα κελιά τους. Είναι η πιο ωμή λύση του δράματος. Τα τείχη, που για λίγες στιγμές ήλπιζες πως μπορούσαν να πέσουν, επιστρέφουν. Τώρα η φυλακή γίνεται «πραγματικά αφόρητη» – όπως παραδέχεται ένας κρατούμενος. 

Οι ανακτημένες επιχειρήσεις στην αργεντινή

του Αντρές Ρουτζέρι
Μετάφραση: Θοδωρής Καρυώτης


για το βιβλίο μιλούν ο Χρήστος Μανούκας από τις Ακυβέρνητης Πολιτείες
και ο Ιωακείμ Αναγνώστου από το εργοστάσιο της Βιομηχανικής Μεταλευτικής

Παρουσίαση περιοδικού Σκαντζόχοιρος στο Κοινωνικό Κέντρο Πάτρας


Από την παρουσίαση του Σκαντζόχοιρου στην Πάτρα
(28/3/2015)



Ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς πρέπει σήμερα νά μετα-
σχηματιστεῖ: βιωμένη ὡς δραματική καί θαρραλέα ἀνθρώπινη στάση
θά βρεῖ τό μοναδικό σύμμαχο στήν ἑλπίδα μιᾶς ἀνάκτησης τοῦ φυσικοῦ
δεσμοῦ ἐνάντια στίς θεσμοποιημένες ἐργαλειακές κοινωνικές πρακτι-
κές, ἐνάντια στόν φετιχισμό τοῦ θεσμικοῦ ἀλλά καί στήν κουλτούρα
τῆς ἀγορᾶς καί τῶν ἀνταγωνιστικών ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἡ φιλο-
σοφία ὡς κριτική ὀφείλει νά ἀξιώσει νά γίνει ἡ φωνή τῶν πραγμάτων· ἡ
ἀποφασισμένη μοναχικότητα τῆς κριτικῆς στάσης θα βρεῖ τή δικαίωσή
της ὡς ἀδιάρρηκτη συμμαχία μέ τόν πάσχοντα Κόσμο.

Φώτης Τερζάκης

Σκαντζόχοιρος


Σημειώματα και δοκιμές. Αυτή ήταν η πρόθεση μιας συντροφιάς που πριν λίγους μήνες αποφάσισε να ξεκινήσει αυτή την έντυπη προσπάθεια. Δυο είδη κειμένων σε ισορροπία: από τη μια τα δοκίμια, ενδελεχείς κατανοήσεις και κριτικές ανασυγκροτήσεις του εμπειρικού και θεωρητικού υλικού, και από την άλλη τα σημειώματα, προκηρύξεις και κραυγές σχολιασμού μιας μεσοπρόθεσμης επικαιρότητας.

Ξεκινάμε σε καιρούς υποχώρησης όχι μόνο των κινημάτων αλλά και του νοήματος που η κραυγή ελευθερίας φέρει μέσα στην ιστορική σκηνή. Και με αυτό ως παρατήρηση μπορούμε να διατυπώσουμε τους λόγους που μας οδηγούν σε αυτή την επιλογή: είναι η επείγουσα ανάγκη μας να ψηλαφίσουμε κατανοήσεις εκτός και ενάντια της κυρίαρχης ιδεολογίας, να δημιουργήσουμε ένα βήμα ελεύθερου στοχασμού και διανοητικής ανταλλαγής, να κάνουμε κριτική στην σύγχρονη επιστήμη και στους μηχανισμούς της.

Η διπλή ρίζα της δημόσιας χλεύης


Λίγες ημέρες πριν διάβασα στην Καθημερινή πως το φαινόμενο που συνηθίζουμε να ονομάζουμε ενδοσχολική βία, και που στην πράξη σημαίνει: παιδικές συμμορίες που επιτίθενται σαν αγέλες λύκων· εκβιαστές που απειλούν με δημόσιο εξευτελισμό τους συμμαθητές τους, έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια. Ένα κοριτσάκι της τρίτης δημοτικού εξομολογήθηκε στην ερευνήτρια πως καθημερινά εύχεται να πεθάνει αλλά δεν βρίσκει το θάρρος να το τολμήσει. Η κοπέλα είχε απλώς λίγα περισσότερα κιλά αλλά ο φανταστικός ιδεολογικός παροξυσμός της κανονικότητας την εξωθούσε στο πυρ το εξώτερο της δημόσιας χλεύης. Το παιδάκι στα Γιάννενα –κατά πάσα πιθανότητα– εξωθήθηκε στον θάνατο από μια γνωστή (άγνωστη) συμμορία νταήδων· τους επίσημους πρεσβευτές της «κανονικότητας», τους πραγματικούς πρεσβευτές του Ναζισμού.

Ό,τι επιζεί είναι η εξουσία (;)


πρόλογος στο βιβλίο "Η έσχατη στράτευση"

Ο Λούκατς είχε εκθέσει αναλυτικά (“Ιστορία και ταξική συνείδηση”) την άποψη του Έγκελς ότι κάθε αγώνας ιστορικά μάταιος και καταδικασμένος (όπως π.χ. ο αγώνας των εξεγερμένων χωρικών κατά το Μεσαίωνα) είναι “αντιδραστικός στην ουσία του”. Από μια άποψη αυτό είναι σωστό: κάθε αγώνας που δεν τείνει στην πρόοδο της Ιστορίας, ήτοι στην εξέλιξη του συστήματος εξουσίας, αλλά, αντίθετα, στο φρενάρισμα της προόδου αυτής καθεαυτήν, της προόδου ως αυτοσκοπού και αυταξίας, κάθε αγώνας που τείνει, συνεπώς, στο φρενάρισμα του καρκινικά αυτονομημένου και κακοήθους πανοικονομισμού, αποτελεί ουτοπία – και μάλιστα “αντιδραστική”.

Οι τελευταίοι


Ο αρχιτέκτονας της διώξεως των ανταρτών της Δυτ. Γερμανίας, εισαγγελέας Σ. Μπούμπακ, δολοφονήθηκε χθες στην Καρλσρούη από την «Επιτροπή Δράσεως Ούλρικε Μάινχοφ». (Οι εφημερίδες, 8-4-77)

Ειδήσεις σαν την παραπάνω ακολουθούνται σχεδόν πάντα από τα επαγγελματικά δάκρυα των υπερασπιστών της δημοκρατικής νομιμότητας και τις εμπεριστατωμένες αναλύσεις ειδικών σχολιογράφων, οι οποίοι αποδεικνύουν ότι η ανεύθυνη πολιτική δραστηριότητα, που κορυφώνεται στην απεγνωσμένη πρακτική της τρομοκρατίας, και γενικά κάθε έσχατη μορφή αντίστασης στη θεσμοποιημένη βία καλλιεργεί τις προϋποθέσεις της εκτροπής από το δημοκρατικό πολίτευμα. 

Διότι ωθούν τη Δημοκρατία να παίρνει μέτρα αντιδημοκρατικά για να αμυνθεί – πράγμα που σημαίνει ότι η καλύτερη άμυνα της δημοκρατίας είναι η αυτοκατάργησή της.

Παρουσίαση των απάντων του Νίτσε




Πρώτη παρουσίαση απάντων του Νίτσε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και το Ζήση Σαρίκα. Μιλούν κατά σειρά Ιωακείμ Ακριτίδης, Φώτης Τερζάκης και Ζήσης Σαρίκας.

[η παρουσίαση έγινε στις 23 Ιανουαρίου στο Κοινωνικό Κέντρο Πάτρας]

Λοιπόν;


Με την τοκογλυφία οίκο δεν έχει ο άνθρωπος από πέτρα καλή 
λείος ο κάθε αρμός και σωστά ταιριασμένος
όπου το σχέδιο να καλύπτει μπορεί το πρόσωπό των,
με την τοκογλυφία
δεν έχει ο άνθρωπος παράδεισο ζωγραφισμένο στης εκκλησιάς του τον τοίχο 
harpes et luthes
ή όπου η παρθένος το μήνυμα έλαβε 
και προβάλλει φωτοστέφανος από τη χάραξη μέσα
με την τοκογλυφία
ο άνθρωπος δεν αντικρίζει τον Gonzaga μήτε 
τους κληρονόμους του μήτε τις παλλακίδες του 
καμιά ζωγραφιά δεν φτιάχνεται για να διαρκέσει
κι ούτε μ αυτή να ζήσεις
παρά μονάχα για να πουληθεί γρήγορο πούλημα 
με την τοκογλυφία, κρίμα ενάντια στη φύση, 
ένα ακόμα ξεροκόμματο είναι ο άρτος σου 
είναι ο άρτος σου ξηρός σαν το χαρτί 
δίχως σιτάρι στοιβαγμένο, δίχως αλεύρι δυνατό
με την τοκογλυφία παχιά γίνεται η γραμμή
με την τοκογλυφία απλώνουν τα ορόσημα
και τόπο δεν βρίσκει ο άνθρωπος για κατοικία του
Ο λατόμος από την πέτρα του αποκόβεται
κρατιέται μακριά από τον αργαλειό του ο υφάντης

Ο Νίτσε και ο αναρχισμός. Συγκαιρινές και μεταγενέστερες θεωρήσεις


Εισήγηση: Ζήσης Σαρίκας

Ασιατικές ιχνογραφίες


ΑΡΑΒΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ, τόπος παραμυθιών και θαυμάτων. Μεθυσμένων οπτασιών, επικίνδυνων αντικατοπτρισμών και κακόβουλων τζινν. Μια μοναχική πλάκα γης που ξεκόλλησε από το σώμα τής Αφρικής κι ολοένα απομακρύνεται, με ένα αυλάκι που μεγαλώνει στα δυτικά της, την Ερυθρά, ένα που συρρικνώνεται ανατολικά, τον Περσικό Κόλπο, και μία από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του κόσμου στον νότο. Τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις που κανένας ποταμός δεν δροσίζει, μονάχα ξερές κοίτες χειμάρρων ––ουάντι–– που πλημμυρίζουν αιφνίδια από τις εποχιακές βροχές αφανίζοντας ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους, τρώγοντας προϊστορικά πετρώματα, κι ύστερα ξεραίνονται αφήνοντας βαθιές χαρακιές στο έδαφος και απόκρημνα φαράγγια. Και όμως, τούτη η πεισμωμένη γη ήξερε ανέκαθεν να κρατά υγρασία σε καλά φυλαγμένες πτυχές της, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να φυτεύουν χουρμαδιές και να μισοχορταίνουν τα ζώα τους με το λιγοστό εποχιακό χορτάρι. Τον υπόλοιπο χρόνο περιπλανιόντουσαν: σκοτώνονταν για τις λιγοστές πηγές κι ένα είδος μακρόσυρτων, τελετουργικών επιδρομών τής μίας φυλής εναντίον τής άλλης ήταν ο μόνος σχεδόν τρόπος επιβίωσης, που στο αμόνι του σμιλεύτηκαν οι μεγάλες αρετές τού αραβικού γένους – τόλμη, καρτερία και αντοχή, πάθος για ελευθερία, φιλοξενία, διπλωματική πονηριά και ποιητική ευγλωττία.

Ποιός είναι σήμερα στη Δύση ο αληθινός ιερόσυλος

Το παρόν κείμενο του Γιώργου Λιερού δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή το 2006, με αφορμή τη δημοσίευση των πρώτων σκίτσων του Μωάμεθ. Χωρίς το συγκινησιακό βάρος της σημερινής στιγμής, το κείμενο, έχει το προνόμιο να παραμένει διεισδυτικό οκτώ χρόνια μετά. 




"Πολλά επιτεύχθηκαν όταν εντυπώθηκε τελικά στις μάζες (σε όλων των ειδών τα ρηχά πνεύματα και εκείνους που χωνεύουν βιαστικά) το αίσθημα ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να αγγίζουν, ότι υπάρχουν άγια βιώματα μπροστά στα όποια πρέπει να βγάζουν τα παπούτσια τους και να κρατούν μακριά τα ακάθαρτα χέρια τους - και αυτό είναι σχεδόν το μεγαλύτερο βήμα τους προς την ανθρώπινη ιδιότητα. Αντίστροφα, δεν υπάρχει ίσως τίποτε στους λεγόμενους καλλιεργημένους, τους πιστούς των «μοντέρνων ιδεών», που να προκαλεί τόση αηδία όση η έλλειψη ντροπής που έχουν, η αυτοϊκανοποιούμενη θρασύτητα του ματιού και του χεριού με την οποία αγγίζουν, γλείφουν και ψηλαφούν τα πάντα· και είναι δυνατό να βρίσκεται σήμερα περισσότερη σχετική ευγένεια του γούστου και τακτ του σεβασμού στο λαό, στον κατώτερο λαό, και ειδικά στους αγρότες, παρά στον αναγιγνώσκοντα εφημερίδες ημίκοσμο του πνεύματος, τους καλλιεργημένους." 
Φρίντριχ Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό.


Σκέψεις πάνω στην "απαισιόδοξη ανθρωπολογία"


ΟΣΟΙ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ από τον μαρξισμό ή εν γένει την επαναστατική παράδοση δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις προκείμενες της απαισιόδοξης ανθρωπολογίας. Άνθρωποι που στοιχημάτισαν τα πάντα στην πιθανότητα μιας μεστής νοήματος αλλαγής στην ανθρώπινη ζωή, στην ανθρώπινη ιστορία, το ελάχιστο που όφειλαν να προϋποθέτουν είναι πως μια τέτοια αλλαγή είναι καταρχήν δυνατή: εκείνο που χρειάζεται είναι να αρθούν οι δομές της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας οι οποίες αποτελούν προϊόν μιας διαστρεβλωμένης ιστορικής εξέλιξης, προϊόν κατακλυσμιαίων αλλά πάντως ατυχηματικών παραγόντων, προκειμένου να πραγματωθούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα οι ανεσταλμένες ως τώρα δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης. Η ανθρωπολογία του νεαρού Μαρξ, χρεωμένη στον Φώυερμπαχ και στον πρώιμο Χέγκελ, μιλούσε ακριβώς για πραγμάτωση της ανθρώπινης «ουσίας», κάτι το οποίο παρέμενε υπό τις παρούσες συνθήκες εγκλωβισμένο στο ιστορικό κέλυφος της «αλλοτρίωσης».

Ο Βασίλης Λαδάς και η εικονογραφία της μετανάστευσης

Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην παρουσίαση του Βιβλίου του Βασίλη Λαδά “ασώματη κεφαλή” στο συνεργατικό βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες στη Θεσσαλονίκη, το Νοέμβρη του 2014


Το ειδικό κρατικό βραβείο λογοτεχνίας που δόθηκε πρόσφατα στον Βασίλη Λαδά για το μυθιστόρημα Παιχνίδια Κρίκετ έριξε για λίγο τα φώτα της εγχώριας βιβλιοκριτικής πάνω στη λογοτεχνία του. Η προσοχή που δόθηκε ήταν, κατά τη γνώμη μας, πολύ μικρότερη σε σχέση με την πραγματική αξία του έργου του, το οποίο έως και σήμερα παραμένει υποφωτισμένο. Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε να σταχυολογήσουμε ορισμένα γενικά μοτίβα του πεζογραφικού του σύμπαντος με αφορμή το Παιχνίδια Κρίκετ εστιάζοντας ειδικότερα στη μορφή του πρόσφυγα.

Η ποίηση ως αντίσταση


...είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία....
Θ. ΓΚΟΡΠΑΣ, 1957

Όποιος αποπειράται σήμερα να παρεμβάλει τα ερωτήματά του ή της ενστάσεις του στην “φιλοσοφία” του κέρδους η οποία κυριαρχεί υπό τη μορφή της απαστράπτουσας τιποτολογίας των ημερών, θα εισπράξει το λιγότερο, τον χαρακτηρισμό του άκυρου και άκαιρου σχολιαστή ή του ξεπερασμένου “παλαιομαρξιστή”.

Μέσα σε αυτό το κλίμα σκέπτομαι κάποτε πως κάποια πράγματα έχουν όντως τελειώσει, όση και αν η αγάπη μας για τα “παλαιά” είναι ίσως το μόνο, πλέον, μέτρο της αντοχής μας σε μια πληθωριστική πίεση που κατατείνει στην πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση και την ιστορική αμνησία.

Δεν έχω καμία όρεξη να υπερασπιστώ εδώ της παλιές γνωστές αγκυλώσεις της αριστεράς· δεν τις υιοθέτησα άλλωστε ούτε καν την ώρα της δόξας τους. Άλλα όταν βλέπω τώρα τα αναρριχητικά και τα παράσιτα ενός όψιμου κερδαλέου αντικομμουνισμού, “νοσταλγώ” πράγματι, δηλαδή τιμώ και προσκυνώ, την όρθια στάση της δρυός που κάποτε πετροβολούσα.

Πίστωση επί θανάτου - Γ μέρος


το Β μέρος εδώ 

Γιατί άραγε αυτό το σύστημα δεν έχει ακόμη καταρρεύσει πλήρως; Σε τι οφείλει την προσωρινή επιβίωσή του; Ουσιαστικά, στην πίστωση. Στη διάρκεια ενός αιώνα, απέναντι στις αυξανόμενες δυσκολίες να χρηματοδοτήσει την αξιοποίηση της εργασιακής δύναμης, και άρα να επενδύσει σε πάγιο κεφάλαιο, η προσφυγή σε όλο και πιο μαζικές πιστώσεις δεν ήταν παράλογη αλλά αναπόφευκτη. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων μονεταριστών, η σύναψη χρεών αυξήθηκε δραστικά. Δεν έχει μεγάλη διαφορά αν αυτή η πίστωση είναι ιδιωτική ή δημόσια, εσωτερική ή εξωτερική. Η συνεχής και μη αντιστρέψιμη εξέλιξη της τεχνολογίας βαθαίνει διαρκώς το ρήγμα ανάμεσα στο ρόλο της εργασιακής δύναμης –η οποία, ας το επαναλάβουμε, είναι η μοναδική πηγή αξίας και υπεραξίας– και τον ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο των εργασιακών εργαλείων, τα οποία πρέπει να πληρωθούν με την υπεραξία που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης. Κατά συνέπεια, η προσφυγή στην πίστωση δεν μπορεί παρά να αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου και να οδηγείται σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Η πίστωση, που είναι ένα κέρδος το οποίο καταναλώνεται πριν παραχθεί, μπορεί να μεταθέσει τη στιγμή που ο καπιταλισμός θα αγγίξει τα συστημικά όριά του, αλλά δεν μπορεί να την εξαλείψει. Ακόμη και η πιο ισχυρή και επίμονη θεραπεία κάποια μέρα πρέπει να τελειώσει.

Πίστωση επί θανάτου - B μέρος

του Anselm Jappe*

Το Α μέρος εδώ

Ορισμένοι παρατηρητές φαίνεται να προχωρούν ακόμη περισσότερο, μιλώντας για έναν καπιταλισμό που καταστρέφει τον κόσμο και είναι στα πρόθυρα της αυτοκαταστροφής. Αυτές οι προειδοποιητικές φωνές δεν φανερώνουν άραγε μια συνειδητοποίηση για τις καταστροφές του καπιταλισμού, τόσο όταν εξελίσσεται «ομαλά» όσο και στις περιόδους κρίσης; Ωστόσο, αυτές οι επιθέσεις, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν ως στόχο παρά την πρόσφατη φάση «απορρύθμισης» και «αγριότητας» του καπιταλισμού, τη νεοφιλελεύθερη φάση, και καθόλου το καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης ως τέτοιο, την ταυτολογική λογική που επιτάσσει τη μετατροπή του ενός ευρώ σε δύο και καταναλώνει τον πραγματικό κόσμο σαν απλό εργαλείο γι’ αυτή την αύξηση της μορφής-αξίας.

Πίστωση επί θανάτου - A μέρος

του Anselm Jappe*


«Ο Guardian σημείωνε στην ιστοσελίδα του την Παρασκευή ότι το κτίριο της Times Square, στην καρδιά του Μανχάταν, στην πρόσοψη του οποίου αναγράφεται το ύψος του δημόσιου αμερικανικού χρέους, δεν έχει πια αρκετό χώρο για να φιλοξενήσει το αστρονομικό ποσό των δισεκατομμυρίων δολαρίων, για την ακρίβεια 10.299.020.383, ένα μέγεθος τεράστιο το οποίο οφείλεται κυρίως στη χρηματοδότηση του σχεδίου Πόλσον και την ενίσχυση των ιδρυμάτων Freddie Mac και Fannie Mae. Χρειάστηκε μάλιστα να απαλειφθεί το σύμβολο $, που καταλάμβανε το τελευταίο τετράγωνο της επιγραφής, έτσι ώστε ο περαστικός να μπορέσει να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι την τελευταία γουλιά».[1]



Ποιος θέλει να το θυμάται αυτό σήμερα; Ο μεγάλος φόβος του περασμένου Οκτωβρίου μοιάζει ήδη πιο μακρινός και από τον «μεγάλο τρόμο» των αρχών της γαλλικής επανάστασης. Κι όμως, πριν από ένα χρόνο, είχαμε την εντύπωση ότι το νερό έμπαινε από παντού και το καράβι βυθιζόταν. Είχαμε επίσης την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος, χωρίς να το λέει, το περίμενε εδώ και καιρό. Οι ειδικοί αναρωτιούνταν ανοιχτά για τη φερεγγυότητα ακόμη και των πιο ισχυρών κρατών και οι εφημερίδες δημοσίευαν στην πρώτη σελίδα την πιθανότητα μιας αλυσιδωτής πτώχευσης των ταχυδρομικών ταμιευτηρίων στη Γαλλία. Στα οικογενειακά συμβούλια συζητούσαν αν ήταν απαραίτητο να αποσύρουν όλα τα χρήματα από την τράπεζα και να τα φυλάξουν στο σπίτι. Οι χρήστες των τρένων αναρωτιούνταν αν, προαγοράζοντας ένα εισιτήριο, τα τρένα θα συνέχιζαν να κυκλοφορούν δύο βδομάδες αργότερα. Ο αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους απευθυνόταν στο έθνος, για να μιλήσει για τη χρηματοπιστωτική κρίση, με όρους παρόμοιους με εκείνους που είχε χρησιμοποιήσει μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, και η Monde τιτλοφορούσε το περιοδικό της τον Οκτώβριο του 2008: «Το τέλος ενός κόσμου». 

Η τέχνη του αφορισμού και η κριτική διαμαρτυρία της σκέψης



Η συνέχεια ανάμεσα στη μετάφραση και το προσωπικό έργο δεν είναι κάτι σπάνιο στην ιστορία των γραμμάτων. Συναντιέται τόσο στη λογοτεχνική γραφή όσο και στον θεωρητικό λόγο και αποκαλύπτει μία από τις λιγότερο φωτισμένες όψεις του μεταφραστικού εγχειρήματος, στις ευτυχέστερες στιγμές του: την ενεργητική συνομιλία, που εκ των πραγμάτων υποκινεί ανάμεσα στον μεταφραστή και τον συγγραφέα, η οποία γίνεται συχνά μοχλός δημιουργικότητας για τον πρώτο. Μία τέτοια περίπτωση συγγραφέα είναι ο Ζήσης Σαρίκας από τη Θεσσαλονίκη. Μολονότι δημοσιεύει αρκετά νωρίς το πρώτο του δοκιμιακό έργο (Μύθοι της τεχνολογίας, 1987) είναι κυρίως γνωστός ως μεταφραστής: τον ξέρουμε προπαντός από το χαλκέντερο μεταφραστικό του έργο πάνω στον Νίτσε (όλα σχεδόν τα μείζονα έργα του φιλοσόφου παρουσιασμένα την τελευταία δεκαπενταετία από τις εκδόσεις Νησίδες) και νωρίτερα πάνω στη Σχολή της Φρανκφούρτης, ιδίως τον Αντόρνο. Το 2003 μας δίνει μάλιστα σαν απόσταγμα της μεταφραστικής του πείρας ένα ερμηνευτικό έργο πάνω στον Νίτσε με άξονα τον Ζαρατούστρα (Το όραμα του υπερανθρώπου). Το συγγραφικό του καταστάλαγμα όμως αντιπροσωπεύεται από δύο μικρά βιβλία πρόζας, τα Ψίχουλα (2003) και το πρόσφατο Μακριά απ' τον κόσμο. Δύο βιβλία με αξιοσημείωτη μορφολογική, υφολογική και θεματογραφική συνέχεια, που θα μπορούσαν να διαβαστούν ως μέρη του ίδιου βιβλίου. 

Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα.



Όλη αυτή η βλακώδης φασαρία που γίνεται στις ημέρες μας γύρω από το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, η άκριτη μεγέθυνσή του από ημιμαθείς οπαδούς όσο και η άσκοπη δαιμονοποίησή του από μια κατηγορία ηθικιστών της πολιτικής έχει συσκοτίσει το πραγματικό περιεχόμενο μιας σκέψης που κατ’ αρχάς μπορεί να θεωρηθεί εύληπτη και διόλου δυσανάγνωστη, πολύ περισσότερο όμως έχει συγκαλύψει το πραγματικό κλίμα ζυμώσεων, συζητήσεων και αντιπαράθεσης των ιδεών σε ορισμένους κύκλους της αιρετικής αριστεράς, περιβάλλον μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε και χωρίς το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί πραγματικά. Διότι ο Κονδύλης, παρ’ ότι ο ίδιος υιοθετούσε ένα ηρωικό και επιθετικά εξατομικευμένο ύφος, δεν ήταν βέβαια ούτε ο «διανοητικός γίγαντας» (που φάνταζε στα μάτια των πνευματικών νάνων της εγχώριας διανόησης) ούτε ο κομήτης που έπεσε από το γερμανικό Πανεπιστήμιο (ή όποιον άλλο μυθικό τόπο καταγωγής, για τους επαρχιώτες λογίους που πιστεύουν ότι η αληθινά φιλοσοφική σκέψη έρχεται πάντα από «αλλού»), αλλά γνήσιο προϊόν ενός γόνιμου, μολονότι περιθωριοποιημένου, διαλόγου που ξεκινάει στους κόλπους της αποκλίνουσας τροτσκιστικής ομάδας του Σπύρου Στίνα μετά τον πόλεμο και καταλήγει στον κύκλο του περιοδικού «Σημειώσεις» από τη Μεταπολίτευση και μετά.

Να πάρουμε τη ζωή μας πίσω

Έγινε πια κοινός τόπος αυτό το σύνθημα. Μόνο που η εσχάτως κοινοτοπία του δεν ήταν χωρίς συνέπειες, με πρώτη και κύρια την υποχώρηση νοήματος της λέξης ζωή. Γιατί όταν εμείς λέμε πως θέλουμε τη ζωή πίσω εννοούμε έναν ωκεανό δυνατοτήτων και δημιουργίας που η βαρβαρότητα της εξουσίας μας στέρησε και εξακολουθεί να μας στερεί. Όταν διεκδικούμε λοιπόν τη ζωή μας πίσω διεκδικούμε την άρση αυτών των εμποδίων που σε πρώτη φάση θα σήμαινε τη διάλυση του κράτους και της αγοράς. 

Υπάρχουν όμως και άλλοι που επικαλούνται το σύνθημα. Πρόσφατα συνάντησα μια καλοστεκούμενη κυρία, το βίο της οποία γνώριζα, να κυκλοφορεί εν τω μέσω μιας «αγανακτισμένης» κινητοποίησης με πικέτα που ζητούσε τη ζωή της πίσω. “Ποια ζωή;” τη ρώτησα και η απάντηση δεν διέφερε από αυτό που είχα διαιστανθεί εξ αρχής. Η εν λόγω κυρία δεν διεκδικούσε τίποτε άλλο από την επαναφορά της πλαστής ευημερίας, του επιπέδου των μισθών και της προσωπικής της καταναλωτικής δυνατότητας. Και όλα αυτά - όντας σε βαθιά σαδομαζοχιστική ψυχοδύνη- τα προσδοκούσε από τους ίδιους ακριβώς δυνάστες τους όποιους κάποτε είχε εμπιστευτεί και τώρα μισούσε. Απεχθανόταν έστω και τη μικρότερη αλλαγή στην πορεία των πραγμάτων για αυτό και από αντίδραση ψήφισε ΚΚΕ και όχι ΣΥΡΙΖΑ, όπως μου είπε, αλλά υποσχόταν ολόψυχα πως θα ξαναγυρίσει στις παλαιότερες ψηθοθεσίες της όταν τα πράγματα στρώσουν. Την άφησα προσφέροντάς της ένα ευρώ και την ειλικρινή ευχή μου να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα γίνεται στη “ζωή” της για να μας αφήσει ήσυχους.

Υστερόγραφο στους ψηφοφόρους με μυαλό


Η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία ωσάν ρητή εκδήλωση του ψυχισμού είναι πρώτα και κύρια άναρχη με την έννοια ότι δεν μπορεί ποτέ να υπαχθεί σε κανένα αφηρημένο σύστημα ηθικών κανόνων. Κι έτσι η αυθεντική ελευθερία της ατομικής βούλησης όχι μόνο δεν υποκύπτει στη μεταφυσική τέτοιων συστημάτων αλλά μπορεί μονάχα να βιωθεί άμεσα με την ισότιμη αναγνώριση της ώριμης ψυχικά θέλησης των ατόμων ώστε εκείνα να ζουν εκφράζοντας τις ειλικρινείς επιθυμίες τους. «Η επαναστατική ισότητα θα 'ναι αξεδιάλυτα ατομική και συλλογική» δηλώνει απερίφραστα ο Ραούλ Βανεγκέμ. Κάτω από το βάρος τούτης της διαπίστωσης η έννοια ενός κοινωνικού συμβολαίου, ακριβώς όπως την διατυπώνει ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ ως έκφραση της γενικής συλλογικής βούλησης, δεν είχε ποτέ καμία ηθική νομιμοποίηση διότι παρέβλεπε συνειδητά την υποκειμενική υπόσταση του ατόμου για χάρη μιας μεταφυσικά ανώτερης κοινής θέλησης. Δεν είχε επίσης ποτέ απτή έδρα από την στιγμή που η γενική βούληση μεταφρασμένη σε οικονομική πολιτική όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ίδια την ατομική ελευθερία, αλλά την καθυποτάσσει βάναυσα στην ψευδέστατη αναγκαιότητα των αφηρημένων προσταγών της.

Για την προοπτική Πελετίδη στην Πάτρα


Ανήκω σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων που συνειδητά απέχει από τις εκλογές. Απέχω, γιατί θεωρώ πως αυτές λειτουργούν ως άλλοθι της κοινωνικής αδράνειας ενώ δρουν αποτρεπτικά προς την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης. Απέχω, γιατί πιστεύω πως η λύση των προβλημάτων της καθημερινής ζωής δεν περνά μέσα από μηχανισμούς εκπροσώπησης αλλά από θεσμούς συλλογικής αυτοκυβέρνησης: άμεσους, οριζόντιους και δημοκρατικούς.

Το ποτάμι


Σε μια συζήτηση σε φιλικό τραπέζι άκουσα να λένε πως “αν οι φασίστες καταλάβουν την εξουσία θα πρέπει όλοι να μεταναστεύσουμε στο εξωτερικό”. Αντέτεινα, πως σε αυτή την περίπτωση θα προσπαθήσω να τους πολεμήσω με όλα τα μέσα. “Εννοείς δηλαδή ένοπλο αγώνα; Μα, σε αυτή την περίπτωση, είμαστε χαμένοι” μου είπαν. Μετά από αυτό μερικοί προσπάθησαν να αποκλιμακώσουν τη συζήτηση επισημαίνοντας πως οι φασίστες δεν αποτελούν πλέον κίνδυνο γιατί όπως όλα δείχνουν το Ποτάμι τους υπερφαλαγγίζει εκλογικά και αναδεικνύεται έτσι σε ρυθμιστή των πολιτικών ισορροπιών.

Aκρίβεια και αξιοπιστία


Απαιτούν από εμάς ακρίβεια και αξιοπιστία. Μας διδάσκουν πώς να υπολογίζουμε την ακρίβεια, πώς να ελέγχουμε την αξιοπιστία. Εκφωνούμε τα ίδια λόγια σε άλλους· τις ίδιες τεχνικές σε αυτούς που κατά την κανονικότητα των μηχανισμών πρόκειται να μας διαδεχθούν. Μια ασυνέχεια υπολογισμών χωρίς περιεχόμενο πέραν του προφανούς: η αλήθεια για την επιστήμη υπάρχει μόνο ως στατιστική. Ρίγος πιάνει τους σπουδαστές στο άκουσμα της φράσης. Για στιγμές, οι βαρετές μουντζούρες της εξίσωσης μετάδοσης ζωντανεύουν. Αλίμονο. Ο ιμπεριαλισμός της επιστημονικής αντιστροφής έχει τέτοιους μηχανισμούς αυτοκατάφασης που ακόμα και αυτό που κανονικά θα άνοιγε την κρίσιμη σχισμή προς την κριτική αμφισβήτηση λειτουργεί υπέρ του μύθου, αυξάνοντας το κύριος του ισχυρού, διευρύνοντας το μεγαλείο της αυθεντίας του ως τις αξιώσεις ενός οιονεί φιλοσοφικού βάθους. Έτσι εξαπατά ο σύγχρονος ηγεμόνας -παρά την εμφανή του γύμνια- μιλώντας συνεχώς για την ακρίβεια των αριθμών· για την αξιοπιστία των στοιχείων. Όταν φυσικά οι λέξεις, οι εξισώσεις και τα σύμβολα αυτονομηθούν από το εννοιακό τους περιεχόμενο, όταν χειραφετηθούν από τις ανθρώπινες δεσμεύσεις των δημιουργών, όταν απαιτήσουν να ζουν χωρίς τις λεπτές μεσολαβήσεις της αλήθειας -στην οποία κάποτε όφειλαν να δίνουν τον τελικό λογαριασμό- τότε η εποχή των μηχανών θα έχει οριστικά εγκαθιδρυθεί, και τότε, κάθε ελπίδα επανόδου στο φως θα έχει εκλείψει.  

Η πραγματικότητα της μη-πραγματικότητας του μεταμοντέρνου ανορθολογισμού


Στο δοκίμιο του ριζοσπαστικού στοχαστή της «ελευθερίας» Μ. Μπούκτσιν παρουσιάζεται μια γενική κριτική των μεταμοντέρνων ιδεών ως κυρίαρχο ρεύμα της σημερινής διανόησης. Κύριο μέλημα αυτής της κριτικής είναι να καταδειχθεί ο ανορθολογικός χαρακτήρας αυτών των ιδεών που συνεπάγεται τον εξοβελισμό του ορθού λόγου και της κληρονομιάς του Διαφωτισμού από τη σύγχρονη κριτική σκέψη. Συνάμα ο Μπούκτσιν εκθέτει με ευσύνοπτο τρόπο βασικές θέσεις του εμφορούμενος από τον «διαλεκτικό Λόγο» ως τον κατ’εξοχήν λόγο που εστιάζει σε μια θεωρητική ανασυγκρότηση του υπαρκτού ώστε να αναδεικνύεται και να θεμελιώνεται η δυνατότητα του ανθρώπινου χειραφετητικού προτάγματος και η πρακτική άρση των σχέσεων κυριαρχίας, εκμετάλλευσης, καταπίεσης καθώς και της ιεραρχικής οργάνωσης των θεσμών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας.

Οι κανόνες ως είδος πρώτης ανάγκης


Η δυτική κοινωνία καλλιεργεί τις πιο ζοφερές αυταπάτες της με μια παθολογική ένταση που την εμποδίζει να κάνει οτιδήποτε άλλο, άρα και οτιδήποτε λιγότερο αυτοκαταστροφικό. Μη μπορώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις απ' το απύθμενο έλλειμμα λογικής που συνοδεύει καθεμιά απ' τις οικονομικές, θεσμικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές και καταναλωτικές λειτουργίες της, επιμένει με φανατισμό σ' ένα γελοίο πρωτόκολλο ψευτοσυνέπειας προς τις ανθυπολεπτομέρειες της τάξης που διέπει τον μικρόκοσμο της ατομικής συμπεριφοράς. Οσο πιο εκκωφαντική είναι η δυσαρμονία μεταξύ της υποτιθέμενης ηθικής των θεσμών και των νόμων αφ'ενός, και αφ'ετέρου του γενικού στιλ αυτής της συμπεριφοράς, τόσο πιο εμφαντικά διατυμπανίζεται, στη σφαίρα της κοινωνικής δραστηριότητας, η υποχρέωση να πράττει κανείς σύμφωνα με τον κώδικα που ρυθμίζει το ιδιωτικό. Οσο πιο απροκάλυπτα ο κυνισμός και η ωμότητα τροφοδοτούν το πεπρωμένο της κοινωνικής συνύπαρξης, τόσο πιο δυναμικά επανέρχεται στο προσκήνιο η υποταγή στον καθωσπρεπισμό των must και των mustn't. Σύντομα, ο κοινός χαρακτήρας του συνόλου αυτών των κανόνων της βλακώδους κοσμιότητας πήρε το όνομα politically correct.

Τρομοκρατία των ιδεών και φιλελεύθερη υποκρισία

του Φώτη Τερζάκη

Δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα και τα μαντρόσκυλα του φιλελευθερισμού (Ηλία Κανέλλης, Ηλίας Μαγκλίνης, Πάσχος Μανδραβέλης, Πέτρος Τατσόπουλος, ανώνυμοι καταδότες στις υπηρεσίες τού Διαδικτύου, ο αξιοθρήνητος Δένδιας, και άλλοι πολλοί ων ουκ έστι τέλος) δείχνουν πάλι τα δόντια τους· οι δολοφόνοι τού νοήματος διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το ότι ένας «δολοφόνος» διεκδικεί το δικαίωμα να δημοσιοποιεί απόψεις του μέσ’ από τον δίαυλο που είναι κατά συνθήκην υποχρεωτικός για όποιον επιθυμεί να εκφραστεί δημοσίως: την έκδοση ενός βιβλίου που κυκλοφορεί ως εμπόρευμα στην αγορά. Ποιον επιδιώκουν να τρομοκρατήσουν; Τους πολυάριθμους αναγνώστες και αγοραστές τού βιβλίου; Τον εκδοτικό οίκο που ανέλαβε την έκδοση; Τους νόμιμους δικαιούχους που είναι η οικογένεια του φυλακισμένου συγγραφέα; Ή ολόκληρη την Αριστερά στο πλαίσιο ενός βρόμικου πολιτικού παιχνιδιού κατασπίλωσης και συκοφάντησης ενόψει τού τρόμου που διακατέχει όλο το σαθρό πολιτικό σύστημα και τους προστάτες του απέναντι στο ενδεχόμενο μιας εκλογικής νίκης τού ΣΥΡΙΖΑ (ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό στην πράξη);

Ο μαρξισμός ως "φιλοσοφία της πράξης" μέσα από τη Λούξεμπουργκ

Του Μίκαελ Λεβί, μετάφραση :Έλλη Σιαπκίδου


Στην παρουσίαση των «Θέσεων του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ» (1845), που δημοσίεσε μετά το θάνατό του, ο Ένγκελς περιέγραψε το έργο σαν «το πρώτο κείμενο στο οποίο φυτεύθηκε ο λαμπρός σπόρος μιας νέας τάξης πραγμάτων». Όντως, σε αυτό το σύντομο κείμενο, ο Μαρξ ξεπερνά με τη μέθοδο της διαλεκτικής –το περίφημο Aufhebung: άρνηση/διατήρηση/ανάταση– τους προϋπάρχοντες υλισμό και ιδεαλισμό και διαμορφώνει μια νέα θεωρία, την οποία περιγράφει ώς τη φιλοσοφία της πράξης. Ενώ οι Γάλλοι υλιστές του 18ου αιώνα επέμεναν στην αναγκαιότητα της αλλαγής των υλικών συνθηκών για να αλλάξουν οι άνθρωποι, οι γερμανοί ιδεαλιστές ισχυρίζονταν ότι η κοινωνία μπορούσε να αλλάξει μέσω της δημιουργίας μιας νέας συνείδησης στα υποκείμενα.

Auguste Comte και Emile Durkheim (Α μέρος)


μαθήματα αυτομόρφωσης: οι κλασικοί της κοινωνιολογίας 

ΕΛΘΝΙΚΙΣΜΟΣ: μια μπροσούρα του Αργύρη Αργυριάδη



Το παρών είναι μια συμβολή στην κατανόηση του ελληνικού εθνικισμού, αποτελεί μια σύνοψη άρθρων, παρεμβάσεων, συνεντεύξεων & ομιλιών, κοκ σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνα, κλπ μέσα, σχετικά με το φαινόμενο του εθνικισμού, του ρατσισμού, της Χρυσής αυγής και των συντηρητικών κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται στην Ελληνική κοινωνία την εποχή της γενικευμένης κρίσης και του ολοκληρωτισμού ως βασική συνθήκης της διαρκής κατάστασης εξαίρεσης μέσω νομοθετημάτων υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης. 

το κείμενο εδώ -> ΕΛΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Χρυσοί Ασβοί στη Δημοκρατία...

...Το γεγονός της κριτικής της ούτε κατά διάνοια δεν αποτελεί την κριτική των γεγονότων της!

Πριν από το κύκλο αίματος που άνοιξε με επίκεντρο τους Χρυσούς Ασβούς και την ποινική τους δίωξη, η κυρίαρχη γνώμη που ήδη κυκλοφορούσε, διαμέσου του συρφετού των επαγγελματιών διανοουμένων και των «εραστών της τέχνης τους» πολιτικών, μας συνιστούσε με ύφος νουθέτησης ότι η εκμηδένιση των νεοναζί θα προκύψει μονάχα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς όρους της Δημοκρατίας. Ύστερα και από τις δύο πρόσφατες δολοφονίες ο αχός της επανήλθε ενισχυμένος. Αυτή η κατ' όνομα σοφία, μία φιλάρεσκη ορθοφροσύνη, θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ενσυνείδητη ηλιθιότητα εάν οι συνθήκες που επικρατούσαν στο νεοελληνικό μικρόκοσμο δεν ήταν προφανώς αποσυνθετικές.

Ο πόθος για τους μεγάλους ηγέτες


Οι πρόσφατες τραγελαφικές εικόνες από τη Βενεζουέλα με το πρόεδρο της χώρας Νικολάς Μαδούρο να δηλώνει πως ο εκλιπών προκάτοχός του εμφανίστηκε σε εργάτες του μετρό, παρουσιάζοντας μάλιστα και μια φωτογραφία προς απόδειξη των λεγομένων του, μου έφεραν στο νου τους προ ολίγων μηνών εγχώριους πολιτικούς επικήδειους με αφορμή των θάνατο του Τσάβες. 

Η γενική εκτίμηση που φάνηκε να απολαμβάνει ο εκλιπών συνδέθηκε με ένα μοτίβο εν είδει κοινής διαπίστωσης: ήταν ένας μεγάλος ηγέτης. Ο νοσταλγικός τόνος με τον οποίο άπαντες έντυσαν την παραπάνω φράση, εμφανέστατος. Όλοι προσδοκούν την επαναφορά μεγάλων ηγετών για να «βγάλουν την κατάσταση από το αδιέξοδο». Ξεχνούν φυσικά πως το μέγεθος των σημερινών πολιτικών φαντάζει ασύγκριτα μικρό σε σχέση με αυτούς του παρελθόντος ακριβώς επειδή η ίδια η πολιτική δραστηριότητα έχει υποβαθμιστεί σημαντικά. Το μοντέλο κυριαρχίας στο σύγχρονο κόσμο υπαγορεύει οι κρίσιμες αποφάσεις να λαμβάνονται ερήμην των εκλεγμένων εκπροσώπων, με τους τελευταίους να μετατρέπονται οριστικά σε αναλώσιμες μαριονέτες – ανδρείκελα για να ριχτούν βορά στις λυσσασμένες επιθυμίες του αγανακτισμένου πλήθους. Την ίδια στιγμή που οι καθ’ ύλην υπαίτιοι της πολυεπίπεδης κοινωνικής κρίσης τρίβουν τα χέρια τους από το παρασκήνιο. 

Φιλοσοφικές και πολιτικές προϋποθέσεις ενός ελευθεριακού πολιτικού προγράμματος: δέκα στοιχεία χαρακτήρα


Το παρόν σύντομο σημείωμα φιλοδοξεί να διαλύσει μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση απέναντι στη δυνατότητα διατύπωσης ενός αναρχικού πολιτικού προγράμματος και να θέσει ορισμένους πολιτικούς και φιλοσοφικούς όρους πάνω στους οποίους μπορεί να βασιστεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Τα στοιχεία χαρακτήρα ενός επαναστατικού, αντικρατικού και αντικαπιταλιστικού προγράμματος που παρατίθενται δεν αποτελούν θέσεις, αλλά παρατηρήσεις που προσπαθούν να αποσαφηνίσουν έννοιες και να συμβάλουν έτσι σε έναν ανοιχτό διάλογο.

Οι σταυροί μας μοιάζουνε

του Αύγουστο Κορτώ


Μαθαίνεις νωρίς στη ζωή ν’ αποστρέφεις το βλέμμα – απ’ τον γέρο που με σκυφτό κεφάλι θαρρείς περιμένει τον Χάρο, απ’ τον ακρωτηριασμένο ζητιάνο με την αδιανόητη μοίρα του, απ’ τη γυναίκα που κοιμάται στο παγκάκι μ’ όλα της τα υπάρχοντα μες σε φθαρμένες πλαστικές σακούλες. Και είναι ανθρώπινο: καθώς δεν νοείται ύπαρξη χωρίς τον πόνο της, πρέπει κάπως να αμυνθείς ενάντια στον κατακλυσμό της οδύνης που απειλεί να σε πνίξει έτσι κι αφήσεις τις πόρτες της καρδιάς ορθάνοιχτες στα βάσανα των άλλων.

Κι όπως αν υψώσεις τον αντίχειρά σου μπρος στα μάτια σου μοιάζει πιο μεγάλος κι απ’ το βουνό που στέκεται στο βάθος, έτσι και το δικό μας βάσανο, ο σταυρός που κουβαλάμε, φαντάζει ο πιο ασήκωτος του κόσμου – και τις στιγμές της μοναξιάς και του αυτοοικτιρμού αναρωτιόμαστε, μονολογώντας δραματικά, «Γιατί σε μένα;», λες κι ο καημός μας ξεδιάλεξε απ’ όλη την πλάση για να μας επισκεφθεί.

Χορκχάιμερ και Αντόρνο: Ανοιχτή ή αρνητική διαλεκτική;

του Κωνσταντίνου Καβουλάκου


Στη βιβλιογραφία σχετικά με τη σχολή της Φρανκφούρτης γίνεται συχνά λόγος για την «ιστορικοφιλοσοφική στροφή» της κριτικής θεωρίας, ορόσημο της οποίας θεωρείται η Διαλεκτική του διαφωτισμού του 1944 (βλ. χαρακτηριστικά Honneth 1986, 43-69). Ωστόσο, αυτή η στροφή αφορά κατά βάση τον Χορκχάιμερ (Max Horkheimer) και όχι τον Αντόρνο (Theodor W. Adorno), το έργο του οποίου χαρακτηρίζει αξιοσημείωτη συνέχεια από τα πρώτα δοκίμιά του της δεκαετίας του ’30 έως την Αρνητική διαλεκτική και την Αισθητική θεωρία της δεκαετίας του ’60. Πράγματι, για τον Χορκχάιμερ η συγγραφή της Διαλεκτικής του διαφωτισμού σήμανε την τελειωτική εγκατάλειψη του πρώιμου προγράμματος μιας διαλεκτικά διαρθρωμένης «διεπιστημονικής έρευνας» των συνθηκών της σύγχρονης εποχής.[1] Εάν πάρουμε κατά γράμμα την κοινή δήλωση των δύο πρωταγωνιστών της «κλασικής κριτικής θεωρίας» στον “Πρόλογο στην επανέκδοση” της Διαλεκτικής του διαφωτισμού του 1969 ότι «κανένας τρίτος δεν θα μπορούσε να φαντασθεί σε ποιον βαθμό είμαστε και οι δύο μας υπεύθυνοι για κάθε πρότασή» της (Horkheimer και Adorno 1996, 15), τίθεται εκ των πραγμάτων το ερώτημα περί της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο θεωρητικών που οδήγησε στο κοινό αυτό κείμενο.

Eμείς μιλάμε για αξίες, Eσείς μιλάτε για τιμές


Σε σημερινό του κείμενο ο Πάσχος Μανδραλέλης προσπαθεί να αποδομήσει το σύνθημα που κυριάρχησε μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και επανήλθε μετά το σπασμένο παρμπρίζ του τρόλεϊ από τους φίλους του παιδιού που πέθανε για ένα εισιτήριο. Ο Πάσχος και οι συν αυτό πιπίλιζαν όλες αυτές τις μέρες τα γνωστά κλισέ "αυτό το παρμπρίζ ποιος θα το πληρώσει τώρα;" ή "ότι θα το πληρώσουμε όλοι μας" και διάφορα τέτοια φαιδρά.

Η κρυφή γοητεία του κεντρικού σχεδιασμού


«Το Ανώτατο Όργανο της Εργατικής Εξουσίας έχει την ευθύνη του Κεντρικού Σχεδιασμού, του δημιουργικού έργου στην οικονομία και σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις, της περιφρούρησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, των διακρατικών σχέσεων. Έχει πλήρεις εξουσίες, νομοθετικές, εκτελεστικές, δικαστικές, τις οποίες οργανώνει αντίστοιχα με επιτελικές δομές»
ΚΚΕ, Θέσεις για το 19ο συνεδρίου, αρ. 98.




Θα έπρεπε κανονικά να είναι αυτονόητο, αν η χρόνια ιδεολογική παραμόρφωση δεν είχε καταφέρει να συσκοτίσει τα νοήματα δημιουργώντας δίπολα εκεί που κανονικά υπάρχουν μόνο ταυτίσεις. Θα ασχοληθούμε εδώ με την ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού και τη σχέση της ευρύτερης ελευθεριακής παράδοσης μαζί της. Το ζήτημα φαντάζει σήμερα περίπλοκο παρότι μια γρήγορη ματιά στην ιστορία της αναρχικής σκέψης θα υπαγορεύσει την ανειρήνευτη πολεμική απέναντι στις κεντροποιητικές πολιτικές αποβλέψεις. Φαίνεται όμως πως η ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού, καταστατικά δεμένη κατά τη γνώμη μας με τον ολοκληρωτισμό, ασκεί μια ιδιάζουσα γοητεία σε ευρύτερα πολιτικά περιβάλλοντα βρίσκοντας συμμάχους ακόμα και εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκει μόνο εχθρούς.

Μερικές εφαρμοσμένες παρατηρήσεις για το σχετικισμό οικονομικού πολιτικού



Ο,τι άποψη κι αν έχει κανείς για τις θέσεις που κατά καιρούς εκφράζει δημοσίως ο Γιάννης Βαρουφάκης, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε την επιστημονική του επάρκεια ούτε την εντυπωσιακή ευστοχία του ως αναλυτή. Ως οικονομολόγος επιδεικνύει έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας, που σημαίνει, επίγνωση των περιοριστικών ορίων και των αδιευκρίνιστων προϋποθέσεων της επιστημονικής γλώσσας που χειρίζεται, ό,τι συνήθως λείπει από τους επαγγελματίες του κλάδου. Ανάμεσα στους κριτικούς οικονομικούς αναλυτές που η συγκυρία της τρέχουσας κρίσης έχει δικαιολογημένα φέρει στο προσκήνιο,1 ο Γ. Βαρουφάκης είναι ο πιο καθαρόαιμος κεϋνσιανός: πραγματιστής, δεν φαντάζεται ούτε συζητάει μια υπέρβαση της κοινωνίας της αγοράς, αντιλαμβάνεται όμως ότι χωρίς τη σύσταση ισχυρών ρυθμιστικών μηχανισμών μια οικονομία της αγοράς είναι αθεράπευτα έρμαιο καταστροφικών κρίσεων. Αντίστοιχα, δεν φαίνεται να πιστεύει σε συλλογικές αλλαγές που μπορούν να επέλθουν από τη συλλογική δράση των «από κάτω», εναποθέτει απλώς τις ελπίδες του σε έναν ορθολογικότερο σχεδιασμό της κρατικής (και διακρατικής) πολιτικής – εξ ου και η επιλογή του να συνομιλεί με ηγεσίες και διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής.

Πόλεμος


Ο τουρισμός δεν είναι πια αυτό που ήταν· εξελίχθηκε σε μια διαδικασία κατ' εξοχήν πολεμική, ενώ οι χώροι με τα αξιοθέατα περιμένουν τα γκρουπ των επισκεπτών σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Απόδειξη το καταθλιπτικό ύφος των μαζικών μετακινήσεων και τα βεβιασμένα δρομολόγια εδώ κι εκεί προς αναζήτησιν καταφυγίου. Στο λιμάνι της Κέρκυρας, πιθανόν και αλλού, εντοπίζεται αυτό που ονομάζουν, δίχως ίχνος χιούμορ, «Τουριστικό Καταφύγιο», λες και οι παραθεριστές βάλλονται από παντού με πυροβόλα και όλμους.

Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού

από το Βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου Η ‘Ρωμιοσύνη’ στον παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (εκδόσεις Έρασμος 1983)




Α΄

Διανοούμενος «είναι κάποιος που χρησιμοποιεί περισσότερες λέξεις απ’ όσες χρειάζονται, για να πει περισσότερα απ’ όσα ξέρει». Ο αφορισμός ανήκει στον στρατηγό Αϊζενχάουερ και αποδίδει με ακρίβεια όχι μόνο τα δικά του αισθήματα για τους «αυγοκέφαλους» της χώρας του, αλλά και την ενστικτώδη εχθρότητα της πολιτικής εξουσίας γενικά για μια κοινωνική ομάδα ηθικών αντιρρησιών. Τι είναι αυτό που κάνει τους ρεαλιστές πολιτικούς ν’ απεχθάνονται τους διανοούμενους ή πιο σωστά ένα ορισμένο είδος διανοουμένων; Πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα η κοινότοπη θετικιστική καταγγελία του «απροσγείωτου ιδεαλισμού» και της «ανευθυνότητας» των διανοουμένων μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τους κατηγόρους παρά για τους κατηγορουμένους. Οι διανοούμενοι κατηγορούνται πως «βαδίζουν στα σύννεφα», όταν, και επειδή, αρνούνται να ασκήσουν ένα κοινωνικό λειτούργημα που τους αποδίδεται δεοντολογικά –όταν δεν είναι συνεργάσιμοι με την πολιτική πραγματικότητα.

Ελευθεριακή παιδεία: μέρος δεύτερο



Μαθήματα αυτομόρφωσης
ελευθεριακή παιδεία
μέρος δεύτερο: ενχειρήματα ελευθεριακής εκπαίδευσης  


Ελευθεριακή Παιδεία : πρώτο μέρος



Μαθήματα αυτομόρφωσης
ελευθεριακή παιδεία
μέρος πρώτο: οι θεωρητικές προσεγγίσεις της ελευθεριακής εκπαίδευσης  

Δεν θέλουμε να κυβερνήσουμε


  του Αντώνη Δ.  

‘’Είμαι απολύτως ευγνώμων στους μαλάκες που τα προκάλεσαν όλα αυτά.  
Γιατί από δω και πέρα οι πολίτες δεν θα είναι ποτέ τόσο ενδοτικοί  
όσο ήταν στο παρελθόν. Στο λέω, είμαι 74 ετών και έχω δει  
πολλούς πολέμους, από τους οποίους έχω βγει καλύτερη και δυνατότερη. 
 Όταν δεν υπάρχει κρίση, απλώς απολαμβάνεις τη χαρά ενός χαζού.  
Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις κρίσεις για να ξαναγεννιόμαστε’’ 
Λέονορ, μέλος των συνελεύσεων γειτονιάς στην Αργεντινή


Στην δραματουργία της καθημερινότητας (E. Goffman), κρύβονται συχνά μικρές γραφικές αλήθειες, που πολλές φορές δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε από φόβο μην μας πουν αφελείς, από φόβο μην μας κατηγορήσουν ότι εμμένουμε στα δεδομένα, στα εύκολα. Κι όμως σ’αυτά τα εύκολα, κρύβεται η οντολογική αυταξία της ιδεολογικής μας βάσης˙ σ’αυτά τα ‘’δεδομένα’’ κρύβονται οι πολυπόθητες προτάσεις, που ποτέ δεν παρουσιάσαμε επίσημα, με τη μορφή ενός δομημένου πολιτικού προγράμματος˙  ίσως γιατί στη σκέψη και μόνο της άρθρωσής του, βλέπαμε στον καθρέφτη, την έννοια της πρότασης εξουσίας ή ακόμα γιατί ‘’οι προτάσεις μας είναι ο τρόπος ζωής μας’’, που όπως αυθαίρετα πιστεύαμε, μπορεί να γίνει κατανοητός από όλους.