Όλη αυτή η βλακώδης φασαρία που γίνεται στις ημέρες μας γύρω από το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, η άκριτη μεγέθυνσή του από ημιμαθείς οπαδούς όσο και η άσκοπη δαιμονοποίησή του από μια κατηγορία ηθικιστών της πολιτικής έχει συσκοτίσει το πραγματικό περιεχόμενο μιας σκέψης που κατ’ αρχάς μπορεί να θεωρηθεί εύληπτη και διόλου δυσανάγνωστη, πολύ περισσότερο όμως έχει συγκαλύψει το πραγματικό κλίμα ζυμώσεων, συζητήσεων και αντιπαράθεσης των ιδεών σε ορισμένους κύκλους της αιρετικής αριστεράς, περιβάλλον μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε και χωρίς το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί πραγματικά. Διότι ο Κονδύλης, παρ’ ότι ο ίδιος υιοθετούσε ένα ηρωικό και επιθετικά εξατομικευμένο ύφος, δεν ήταν βέβαια ούτε ο «διανοητικός γίγαντας» (που φάνταζε στα μάτια των πνευματικών νάνων της εγχώριας διανόησης) ούτε ο κομήτης που έπεσε από το γερμανικό Πανεπιστήμιο (ή όποιον άλλο μυθικό τόπο καταγωγής, για τους επαρχιώτες λογίους που πιστεύουν ότι η αληθινά φιλοσοφική σκέψη έρχεται πάντα από «αλλού»), αλλά γνήσιο προϊόν ενός γόνιμου, μολονότι περιθωριοποιημένου, διαλόγου που ξεκινάει στους κόλπους της αποκλίνουσας τροτσκιστικής ομάδας του Σπύρου Στίνα μετά τον πόλεμο και καταλήγει στον κύκλο του περιοδικού «Σημειώσεις» από τη Μεταπολίτευση και μετά.
Να πάρουμε τη ζωή μας πίσω
Έγινε πια κοινός τόπος αυτό το σύνθημα. Μόνο που η εσχάτως κοινοτοπία του δεν ήταν χωρίς συνέπειες, με πρώτη και κύρια την υποχώρηση νοήματος της λέξης ζωή. Γιατί όταν εμείς λέμε πως θέλουμε τη ζωή πίσω εννοούμε έναν ωκεανό δυνατοτήτων και δημιουργίας που η βαρβαρότητα της εξουσίας μας στέρησε και εξακολουθεί να μας στερεί. Όταν διεκδικούμε λοιπόν τη ζωή μας πίσω διεκδικούμε την άρση αυτών των εμποδίων που σε πρώτη φάση θα σήμαινε τη διάλυση του κράτους και της αγοράς.
Υπάρχουν όμως και άλλοι που επικαλούνται το σύνθημα. Πρόσφατα συνάντησα μια καλοστεκούμενη κυρία, το βίο της οποία γνώριζα, να κυκλοφορεί εν τω μέσω μιας «αγανακτισμένης» κινητοποίησης με πικέτα που ζητούσε τη ζωή της πίσω. “Ποια ζωή;” τη ρώτησα και η απάντηση δεν διέφερε από αυτό που είχα διαιστανθεί εξ αρχής. Η εν λόγω κυρία δεν διεκδικούσε τίποτε άλλο από την επαναφορά της πλαστής ευημερίας, του επιπέδου των μισθών και της προσωπικής της καταναλωτικής δυνατότητας. Και όλα αυτά - όντας σε βαθιά σαδομαζοχιστική ψυχοδύνη- τα προσδοκούσε από τους ίδιους ακριβώς δυνάστες τους όποιους κάποτε είχε εμπιστευτεί και τώρα μισούσε. Απεχθανόταν έστω και τη μικρότερη αλλαγή στην πορεία των πραγμάτων για αυτό και από αντίδραση ψήφισε ΚΚΕ και όχι ΣΥΡΙΖΑ, όπως μου είπε, αλλά υποσχόταν ολόψυχα πως θα ξαναγυρίσει στις παλαιότερες ψηθοθεσίες της όταν τα πράγματα στρώσουν. Την άφησα προσφέροντάς της ένα ευρώ και την ειλικρινή ευχή μου να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα γίνεται στη “ζωή” της για να μας αφήσει ήσυχους.
Υστερόγραφο στους ψηφοφόρους με μυαλό
Η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία ωσάν ρητή εκδήλωση του ψυχισμού είναι πρώτα και κύρια άναρχη με την έννοια ότι δεν μπορεί ποτέ να υπαχθεί σε κανένα αφηρημένο σύστημα ηθικών κανόνων. Κι έτσι η αυθεντική ελευθερία της ατομικής βούλησης όχι μόνο δεν υποκύπτει στη μεταφυσική τέτοιων συστημάτων αλλά μπορεί μονάχα να βιωθεί άμεσα με την ισότιμη αναγνώριση της ώριμης ψυχικά θέλησης των ατόμων ώστε εκείνα να ζουν εκφράζοντας τις ειλικρινείς επιθυμίες τους. «Η επαναστατική ισότητα θα 'ναι αξεδιάλυτα ατομική και συλλογική» δηλώνει απερίφραστα ο Ραούλ Βανεγκέμ. Κάτω από το βάρος τούτης της διαπίστωσης η έννοια ενός κοινωνικού συμβολαίου, ακριβώς όπως την διατυπώνει ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ ως έκφραση της γενικής συλλογικής βούλησης, δεν είχε ποτέ καμία ηθική νομιμοποίηση διότι παρέβλεπε συνειδητά την υποκειμενική υπόσταση του ατόμου για χάρη μιας μεταφυσικά ανώτερης κοινής θέλησης. Δεν είχε επίσης ποτέ απτή έδρα από την στιγμή που η γενική βούληση μεταφρασμένη σε οικονομική πολιτική όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ίδια την ατομική ελευθερία, αλλά την καθυποτάσσει βάναυσα στην ψευδέστατη αναγκαιότητα των αφηρημένων προσταγών της.
Για την προοπτική Πελετίδη στην Πάτρα
Ανήκω σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων που συνειδητά απέχει από τις εκλογές. Απέχω, γιατί θεωρώ πως αυτές λειτουργούν ως άλλοθι της κοινωνικής αδράνειας ενώ δρουν αποτρεπτικά προς την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης. Απέχω, γιατί πιστεύω πως η λύση των προβλημάτων της καθημερινής ζωής δεν περνά μέσα από μηχανισμούς εκπροσώπησης αλλά από θεσμούς συλλογικής αυτοκυβέρνησης: άμεσους, οριζόντιους και δημοκρατικούς.
Το ποτάμι
Σε μια συζήτηση σε φιλικό τραπέζι άκουσα να λένε
πως “αν οι φασίστες καταλάβουν την εξουσία θα πρέπει όλοι να μεταναστεύσουμε
στο εξωτερικό”. Αντέτεινα, πως σε αυτή την περίπτωση θα προσπαθήσω να τους
πολεμήσω με όλα τα μέσα. “Εννοείς δηλαδή ένοπλο αγώνα; Μα, σε αυτή την
περίπτωση, είμαστε χαμένοι” μου είπαν. Μετά από αυτό μερικοί προσπάθησαν να
αποκλιμακώσουν τη συζήτηση επισημαίνοντας πως οι φασίστες δεν αποτελούν πλέον
κίνδυνο γιατί όπως όλα δείχνουν το Ποτάμι τους υπερφαλαγγίζει εκλογικά και
αναδεικνύεται έτσι σε ρυθμιστή των πολιτικών ισορροπιών.
Aκρίβεια και αξιοπιστία
Απαιτούν από εμάς
ακρίβεια και αξιοπιστία. Μας διδάσκουν
πώς να υπολογίζουμε την ακρίβεια, πώς
να ελέγχουμε την αξιοπιστία. Εκφωνούμε
τα ίδια λόγια σε άλλους· τις ίδιες
τεχνικές σε αυτούς που κατά την
κανονικότητα των μηχανισμών πρόκειται
να μας διαδεχθούν. Μια ασυνέχεια
υπολογισμών χωρίς περιεχόμενο
πέραν του προφανούς: η
αλήθεια για την επιστήμη υπάρχει μόνο
ως στατιστική. Ρίγος πιάνει τους
σπουδαστές στο άκουσμα της φράσης. Για
στιγμές, οι βαρετές μουντζούρες της
εξίσωσης μετάδοσης ζωντανεύουν.
Αλίμονο. Ο ιμπεριαλισμός της επιστημονικής
αντιστροφής έχει τέτοιους μηχανισμούς
αυτοκατάφασης που ακόμα και αυτό που
κανονικά θα άνοιγε την κρίσιμη σχισμή
προς την κριτική αμφισβήτηση λειτουργεί
υπέρ του μύθου, αυξάνοντας το κύριος
του ισχυρού, διευρύνοντας το μεγαλείο
της αυθεντίας του ως τις αξιώσεις ενός
οιονεί φιλοσοφικού βάθους. Έτσι εξαπατά
ο σύγχρονος ηγεμόνας -παρά την εμφανή
του γύμνια- μιλώντας συνεχώς για την
ακρίβεια των αριθμών· για την αξιοπιστία
των στοιχείων. Όταν φυσικά οι λέξεις,
οι εξισώσεις και τα σύμβολα αυτονομηθούν
από το εννοιακό τους περιεχόμενο, όταν
χειραφετηθούν από τις ανθρώπινες
δεσμεύσεις των δημιουργών, όταν
απαιτήσουν να ζουν χωρίς τις λεπτές
μεσολαβήσεις της αλήθειας -στην οποία
κάποτε όφειλαν να δίνουν τον τελικό
λογαριασμό- τότε η εποχή των μηχανών θα
έχει οριστικά εγκαθιδρυθεί, και τότε,
κάθε ελπίδα επανόδου στο φως θα έχει
εκλείψει.
Η πραγματικότητα της μη-πραγματικότητας του μεταμοντέρνου ανορθολογισμού
Στο δοκίμιο του ριζοσπαστικού στοχαστή της «ελευθερίας» Μ. Μπούκτσιν παρουσιάζεται μια γενική κριτική των μεταμοντέρνων ιδεών ως κυρίαρχο ρεύμα της σημερινής διανόησης. Κύριο μέλημα αυτής της κριτικής είναι να καταδειχθεί ο ανορθολογικός χαρακτήρας αυτών των ιδεών που συνεπάγεται τον εξοβελισμό του ορθού λόγου και της κληρονομιάς του Διαφωτισμού από τη σύγχρονη κριτική σκέψη. Συνάμα ο Μπούκτσιν εκθέτει με ευσύνοπτο τρόπο βασικές θέσεις του εμφορούμενος από τον «διαλεκτικό Λόγο» ως τον κατ’εξοχήν λόγο που εστιάζει σε μια θεωρητική ανασυγκρότηση του υπαρκτού ώστε να αναδεικνύεται και να θεμελιώνεται η δυνατότητα του ανθρώπινου χειραφετητικού προτάγματος και η πρακτική άρση των σχέσεων κυριαρχίας, εκμετάλλευσης, καταπίεσης καθώς και της ιεραρχικής οργάνωσης των θεσμών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας.
Οι κανόνες ως είδος πρώτης ανάγκης
Η δυτική κοινωνία καλλιεργεί τις πιο ζοφερές αυταπάτες της με μια παθολογική ένταση που την εμποδίζει να κάνει οτιδήποτε άλλο, άρα και οτιδήποτε λιγότερο αυτοκαταστροφικό. Μη μπορώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις απ' το απύθμενο έλλειμμα λογικής που συνοδεύει καθεμιά απ' τις οικονομικές, θεσμικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές και καταναλωτικές λειτουργίες της, επιμένει με φανατισμό σ' ένα γελοίο πρωτόκολλο ψευτοσυνέπειας προς τις ανθυπολεπτομέρειες της τάξης που διέπει τον μικρόκοσμο της ατομικής συμπεριφοράς. Οσο πιο εκκωφαντική είναι η δυσαρμονία μεταξύ της υποτιθέμενης ηθικής των θεσμών και των νόμων αφ'ενός, και αφ'ετέρου του γενικού στιλ αυτής της συμπεριφοράς, τόσο πιο εμφαντικά διατυμπανίζεται, στη σφαίρα της κοινωνικής δραστηριότητας, η υποχρέωση να πράττει κανείς σύμφωνα με τον κώδικα που ρυθμίζει το ιδιωτικό. Οσο πιο απροκάλυπτα ο κυνισμός και η ωμότητα τροφοδοτούν το πεπρωμένο της κοινωνικής συνύπαρξης, τόσο πιο δυναμικά επανέρχεται στο προσκήνιο η υποταγή στον καθωσπρεπισμό των must και των mustn't. Σύντομα, ο κοινός χαρακτήρας του συνόλου αυτών των κανόνων της βλακώδους κοσμιότητας πήρε το όνομα politically correct.
Τρομοκρατία των ιδεών και φιλελεύθερη υποκρισία
του Φώτη Τερζάκη
Δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα και τα μαντρόσκυλα του φιλελευθερισμού (Ηλία Κανέλλης, Ηλίας Μαγκλίνης, Πάσχος Μανδραβέλης, Πέτρος Τατσόπουλος, ανώνυμοι καταδότες στις υπηρεσίες τού Διαδικτύου, ο αξιοθρήνητος Δένδιας, και άλλοι πολλοί ων ουκ έστι τέλος) δείχνουν πάλι τα δόντια τους· οι δολοφόνοι τού νοήματος διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το ότι ένας «δολοφόνος» διεκδικεί το δικαίωμα να δημοσιοποιεί απόψεις του μέσ’ από τον δίαυλο που είναι κατά συνθήκην υποχρεωτικός για όποιον επιθυμεί να εκφραστεί δημοσίως: την έκδοση ενός βιβλίου που κυκλοφορεί ως εμπόρευμα στην αγορά. Ποιον επιδιώκουν να τρομοκρατήσουν; Τους πολυάριθμους αναγνώστες και αγοραστές τού βιβλίου; Τον εκδοτικό οίκο που ανέλαβε την έκδοση; Τους νόμιμους δικαιούχους που είναι η οικογένεια του φυλακισμένου συγγραφέα; Ή ολόκληρη την Αριστερά στο πλαίσιο ενός βρόμικου πολιτικού παιχνιδιού κατασπίλωσης και συκοφάντησης ενόψει τού τρόμου που διακατέχει όλο το σαθρό πολιτικό σύστημα και τους προστάτες του απέναντι στο ενδεχόμενο μιας εκλογικής νίκης τού ΣΥΡΙΖΑ (ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό στην πράξη);
Ο μαρξισμός ως "φιλοσοφία της πράξης" μέσα από τη Λούξεμπουργκ
Του Μίκαελ Λεβί, μετάφραση :Έλλη Σιαπκίδου
Στην παρουσίαση των «Θέσεων του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ» (1845), που δημοσίεσε μετά το θάνατό του, ο Ένγκελς περιέγραψε το έργο σαν «το πρώτο κείμενο στο οποίο φυτεύθηκε ο λαμπρός σπόρος μιας νέας τάξης πραγμάτων». Όντως, σε αυτό το σύντομο κείμενο, ο Μαρξ ξεπερνά με τη μέθοδο της διαλεκτικής –το περίφημο Aufhebung: άρνηση/διατήρηση/ανάταση– τους προϋπάρχοντες υλισμό και ιδεαλισμό και διαμορφώνει μια νέα θεωρία, την οποία περιγράφει ώς τη φιλοσοφία της πράξης. Ενώ οι Γάλλοι υλιστές του 18ου αιώνα επέμεναν στην αναγκαιότητα της αλλαγής των υλικών συνθηκών για να αλλάξουν οι άνθρωποι, οι γερμανοί ιδεαλιστές ισχυρίζονταν ότι η κοινωνία μπορούσε να αλλάξει μέσω της δημιουργίας μιας νέας συνείδησης στα υποκείμενα.
ΕΛΘΝΙΚΙΣΜΟΣ: μια μπροσούρα του Αργύρη Αργυριάδη
Το παρών είναι μια συμβολή στην κατανόηση του ελληνικού εθνικισμού, αποτελεί μια σύνοψη άρθρων, παρεμβάσεων, συνεντεύξεων & ομιλιών, κοκ σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνα, κλπ μέσα, σχετικά με το φαινόμενο του εθνικισμού, του ρατσισμού, της Χρυσής αυγής και των συντηρητικών κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται στην Ελληνική κοινωνία την εποχή της γενικευμένης κρίσης και του ολοκληρωτισμού ως βασική συνθήκης της διαρκής κατάστασης εξαίρεσης μέσω νομοθετημάτων υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης.
το κείμενο εδώ -> ΕΛΘΝΙΚΙΣΜΟΣ
Χρυσοί Ασβοί στη Δημοκρατία...
...Το γεγονός της κριτικής της ούτε κατά διάνοια δεν αποτελεί την κριτική των γεγονότων της!
Πριν από το κύκλο αίματος που άνοιξε με επίκεντρο τους Χρυσούς Ασβούς και την ποινική τους δίωξη, η κυρίαρχη γνώμη που ήδη κυκλοφορούσε, διαμέσου του συρφετού των επαγγελματιών διανοουμένων και των «εραστών της τέχνης τους» πολιτικών, μας συνιστούσε με ύφος νουθέτησης ότι η εκμηδένιση των νεοναζί θα προκύψει μονάχα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς όρους της Δημοκρατίας. Ύστερα και από τις δύο πρόσφατες δολοφονίες ο αχός της επανήλθε ενισχυμένος. Αυτή η κατ' όνομα σοφία, μία φιλάρεσκη ορθοφροσύνη, θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ενσυνείδητη ηλιθιότητα εάν οι συνθήκες που επικρατούσαν στο νεοελληνικό μικρόκοσμο δεν ήταν προφανώς αποσυνθετικές.
Ο πόθος για τους μεγάλους ηγέτες
Οι πρόσφατες τραγελαφικές εικόνες από τη Βενεζουέλα με το πρόεδρο της χώρας Νικολάς Μαδούρο να δηλώνει πως ο εκλιπών προκάτοχός του εμφανίστηκε σε εργάτες του μετρό, παρουσιάζοντας μάλιστα και μια φωτογραφία προς απόδειξη των λεγομένων του, μου έφεραν στο νου τους προ ολίγων μηνών εγχώριους πολιτικούς επικήδειους με αφορμή των θάνατο του Τσάβες.
Η γενική εκτίμηση που φάνηκε να απολαμβάνει ο εκλιπών συνδέθηκε με ένα μοτίβο εν είδει κοινής διαπίστωσης: ήταν ένας μεγάλος ηγέτης. Ο νοσταλγικός τόνος με τον οποίο άπαντες έντυσαν την παραπάνω φράση, εμφανέστατος. Όλοι προσδοκούν την επαναφορά μεγάλων ηγετών για να «βγάλουν την κατάσταση από το αδιέξοδο». Ξεχνούν φυσικά πως το μέγεθος των σημερινών πολιτικών φαντάζει ασύγκριτα μικρό σε σχέση με αυτούς του παρελθόντος ακριβώς επειδή η ίδια η πολιτική δραστηριότητα έχει υποβαθμιστεί σημαντικά. Το μοντέλο κυριαρχίας στο σύγχρονο κόσμο υπαγορεύει οι κρίσιμες αποφάσεις να λαμβάνονται ερήμην των εκλεγμένων εκπροσώπων, με τους τελευταίους να μετατρέπονται οριστικά σε αναλώσιμες μαριονέτες – ανδρείκελα για να ριχτούν βορά στις λυσσασμένες επιθυμίες του αγανακτισμένου πλήθους. Την ίδια στιγμή που οι καθ’ ύλην υπαίτιοι της πολυεπίπεδης κοινωνικής κρίσης τρίβουν τα χέρια τους από το παρασκήνιο.
Φιλοσοφικές και πολιτικές προϋποθέσεις ενός ελευθεριακού πολιτικού προγράμματος: δέκα στοιχεία χαρακτήρα
Το παρόν σύντομο σημείωμα φιλοδοξεί
να διαλύσει μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση απέναντι στη δυνατότητα διατύπωσης
ενός αναρχικού πολιτικού προγράμματος και να θέσει ορισμένους πολιτικούς και
φιλοσοφικούς όρους πάνω στους οποίους μπορεί να βασιστεί ένα τέτοιο εγχείρημα.
Τα στοιχεία χαρακτήρα ενός
επαναστατικού, αντικρατικού και αντικαπιταλιστικού προγράμματος που παρατίθενται
δεν αποτελούν θέσεις, αλλά παρατηρήσεις που προσπαθούν να αποσαφηνίσουν έννοιες
και να συμβάλουν έτσι σε έναν ανοιχτό διάλογο.
Οι σταυροί μας μοιάζουνε
του Αύγουστο Κορτώ
Μαθαίνεις νωρίς στη ζωή ν’ αποστρέφεις το βλέμμα – απ’ τον γέρο που με σκυφτό κεφάλι θαρρείς περιμένει τον Χάρο, απ’ τον ακρωτηριασμένο ζητιάνο με την αδιανόητη μοίρα του, απ’ τη γυναίκα που κοιμάται στο παγκάκι μ’ όλα της τα υπάρχοντα μες σε φθαρμένες πλαστικές σακούλες. Και είναι ανθρώπινο: καθώς δεν νοείται ύπαρξη χωρίς τον πόνο της, πρέπει κάπως να αμυνθείς ενάντια στον κατακλυσμό της οδύνης που απειλεί να σε πνίξει έτσι κι αφήσεις τις πόρτες της καρδιάς ορθάνοιχτες στα βάσανα των άλλων.
Κι όπως αν υψώσεις τον αντίχειρά σου μπρος στα μάτια σου μοιάζει πιο μεγάλος κι απ’ το βουνό που στέκεται στο βάθος, έτσι και το δικό μας βάσανο, ο σταυρός που κουβαλάμε, φαντάζει ο πιο ασήκωτος του κόσμου – και τις στιγμές της μοναξιάς και του αυτοοικτιρμού αναρωτιόμαστε, μονολογώντας δραματικά, «Γιατί σε μένα;», λες κι ο καημός μας ξεδιάλεξε απ’ όλη την πλάση για να μας επισκεφθεί.
Χορκχάιμερ και Αντόρνο: Ανοιχτή ή αρνητική διαλεκτική;
του Κωνσταντίνου Καβουλάκου
Στη βιβλιογραφία σχετικά με τη σχολή της Φρανκφούρτης γίνεται συχνά λόγος για την «ιστορικοφιλοσοφική στροφή» της κριτικής θεωρίας, ορόσημο της οποίας θεωρείται η Διαλεκτική του διαφωτισμού του 1944 (βλ. χαρακτηριστικά Honneth 1986, 43-69). Ωστόσο, αυτή η στροφή αφορά κατά βάση τον Χορκχάιμερ (Max Horkheimer) και όχι τον Αντόρνο (Theodor W. Adorno), το έργο του οποίου χαρακτηρίζει αξιοσημείωτη συνέχεια από τα πρώτα δοκίμιά του της δεκαετίας του ’30 έως την Αρνητική διαλεκτική και την Αισθητική θεωρία της δεκαετίας του ’60. Πράγματι, για τον Χορκχάιμερ η συγγραφή της Διαλεκτικής του διαφωτισμού σήμανε την τελειωτική εγκατάλειψη του πρώιμου προγράμματος μιας διαλεκτικά διαρθρωμένης «διεπιστημονικής έρευνας» των συνθηκών της σύγχρονης εποχής.[1] Εάν πάρουμε κατά γράμμα την κοινή δήλωση των δύο πρωταγωνιστών της «κλασικής κριτικής θεωρίας» στον “Πρόλογο στην επανέκδοση” της Διαλεκτικής του διαφωτισμού του 1969 ότι «κανένας τρίτος δεν θα μπορούσε να φαντασθεί σε ποιον βαθμό είμαστε και οι δύο μας υπεύθυνοι για κάθε πρότασή» της (Horkheimer και Adorno 1996, 15), τίθεται εκ των πραγμάτων το ερώτημα περί της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο θεωρητικών που οδήγησε στο κοινό αυτό κείμενο.
Eμείς μιλάμε για αξίες, Eσείς μιλάτε για τιμές
Σε σημερινό του κείμενο ο Πάσχος Μανδραλέλης
προσπαθεί να αποδομήσει το σύνθημα που κυριάρχησε μετά την εξέγερση του
Δεκέμβρη του 2008 και επανήλθε μετά το σπασμένο παρμπρίζ του τρόλεϊ από τους
φίλους του παιδιού που πέθανε για ένα εισιτήριο. Ο Πάσχος και οι συν αυτό
πιπίλιζαν όλες αυτές τις μέρες τα γνωστά κλισέ "αυτό το παρμπρίζ ποιος θα
το πληρώσει τώρα;" ή "ότι θα το πληρώσουμε όλοι μας" και διάφορα
τέτοια φαιδρά.
Η κρυφή γοητεία του κεντρικού σχεδιασμού
«Το Ανώτατο Όργανο της Εργατικής Εξουσίας έχει την ευθύνη του Κεντρικού Σχεδιασμού, του δημιουργικού έργου στην οικονομία και σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις, της περιφρούρησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, των διακρατικών σχέσεων. Έχει πλήρεις εξουσίες, νομοθετικές, εκτελεστικές, δικαστικές, τις οποίες οργανώνει αντίστοιχα με επιτελικές δομές»
Θα
έπρεπε κανονικά να είναι αυτονόητο, αν η χρόνια ιδεολογική παραμόρφωση δεν είχε
καταφέρει να συσκοτίσει τα νοήματα δημιουργώντας δίπολα εκεί που κανονικά
υπάρχουν μόνο ταυτίσεις. Θα ασχοληθούμε εδώ με την ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού και τη σχέση της
ευρύτερης ελευθεριακής παράδοσης μαζί της. Το ζήτημα φαντάζει σήμερα περίπλοκο παρότι
μια γρήγορη ματιά στην ιστορία της αναρχικής σκέψης θα υπαγορεύσει την
ανειρήνευτη πολεμική απέναντι στις κεντροποιητικές πολιτικές αποβλέψεις.
Φαίνεται όμως πως η ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού, καταστατικά δεμένη κατά τη
γνώμη μας με τον ολοκληρωτισμό, ασκεί μια ιδιάζουσα γοητεία σε ευρύτερα
πολιτικά περιβάλλοντα βρίσκοντας συμμάχους ακόμα και εκεί που κανονικά θα
έπρεπε να βρίσκει μόνο εχθρούς.
Μερικές εφαρμοσμένες παρατηρήσεις για το σχετικισμό οικονομικού πολιτικού
Ο,τι άποψη κι αν έχει κανείς για τις θέσεις που κατά καιρούς εκφράζει δημοσίως ο Γιάννης Βαρουφάκης, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε την επιστημονική του επάρκεια ούτε την εντυπωσιακή ευστοχία του ως αναλυτή. Ως οικονομολόγος επιδεικνύει έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας, που σημαίνει, επίγνωση των περιοριστικών ορίων και των αδιευκρίνιστων προϋποθέσεων της επιστημονικής γλώσσας που χειρίζεται, ό,τι συνήθως λείπει από τους επαγγελματίες του κλάδου. Ανάμεσα στους κριτικούς οικονομικούς αναλυτές που η συγκυρία της τρέχουσας κρίσης έχει δικαιολογημένα φέρει στο προσκήνιο,1 ο Γ. Βαρουφάκης είναι ο πιο καθαρόαιμος κεϋνσιανός: πραγματιστής, δεν φαντάζεται ούτε συζητάει μια υπέρβαση της κοινωνίας της αγοράς, αντιλαμβάνεται όμως ότι χωρίς τη σύσταση ισχυρών ρυθμιστικών μηχανισμών μια οικονομία της αγοράς είναι αθεράπευτα έρμαιο καταστροφικών κρίσεων. Αντίστοιχα, δεν φαίνεται να πιστεύει σε συλλογικές αλλαγές που μπορούν να επέλθουν από τη συλλογική δράση των «από κάτω», εναποθέτει απλώς τις ελπίδες του σε έναν ορθολογικότερο σχεδιασμό της κρατικής (και διακρατικής) πολιτικής – εξ ου και η επιλογή του να συνομιλεί με ηγεσίες και διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής.
Πόλεμος
Ο τουρισμός δεν είναι πια αυτό που ήταν· εξελίχθηκε σε μια διαδικασία κατ' εξοχήν πολεμική, ενώ οι χώροι με τα αξιοθέατα περιμένουν τα γκρουπ των επισκεπτών σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Απόδειξη το καταθλιπτικό ύφος των μαζικών μετακινήσεων και τα βεβιασμένα δρομολόγια εδώ κι εκεί προς αναζήτησιν καταφυγίου. Στο λιμάνι της Κέρκυρας, πιθανόν και αλλού, εντοπίζεται αυτό που ονομάζουν, δίχως ίχνος χιούμορ, «Τουριστικό Καταφύγιο», λες και οι παραθεριστές βάλλονται από παντού με πυροβόλα και όλμους.
Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού
από το Βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου Η ‘Ρωμιοσύνη’ στον παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (εκδόσεις Έρασμος 1983)
Α΄
Διανοούμενος «είναι κάποιος που χρησιμοποιεί περισσότερες λέξεις απ’ όσες χρειάζονται, για να πει περισσότερα απ’ όσα ξέρει». Ο αφορισμός ανήκει στον στρατηγό Αϊζενχάουερ και αποδίδει με ακρίβεια όχι μόνο τα δικά του αισθήματα για τους «αυγοκέφαλους» της χώρας του, αλλά και την ενστικτώδη εχθρότητα της πολιτικής εξουσίας γενικά για μια κοινωνική ομάδα ηθικών αντιρρησιών. Τι είναι αυτό που κάνει τους ρεαλιστές πολιτικούς ν’ απεχθάνονται τους διανοούμενους ή πιο σωστά ένα ορισμένο είδος διανοουμένων; Πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα η κοινότοπη θετικιστική καταγγελία του «απροσγείωτου ιδεαλισμού» και της «ανευθυνότητας» των διανοουμένων μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τους κατηγόρους παρά για τους κατηγορουμένους. Οι διανοούμενοι κατηγορούνται πως «βαδίζουν στα σύννεφα», όταν, και επειδή, αρνούνται να ασκήσουν ένα κοινωνικό λειτούργημα που τους αποδίδεται δεοντολογικά –όταν δεν είναι συνεργάσιμοι με την πολιτική πραγματικότητα.
Δεν θέλουμε να κυβερνήσουμε
του Αντώνη Δ.
‘’Είμαι απολύτως ευγνώμων στους μαλάκες που τα προκάλεσαν όλα αυτά.
Γιατί από δω και πέρα οι πολίτες δεν θα είναι ποτέ τόσο ενδοτικοί
όσο ήταν στο παρελθόν. Στο λέω, είμαι 74 ετών και έχω δει
πολλούς πολέμους, από τους οποίους έχω βγει καλύτερη και δυνατότερη.
Όταν δεν υπάρχει κρίση, απλώς απολαμβάνεις τη χαρά ενός χαζού.
Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις κρίσεις για να ξαναγεννιόμαστε’’
Λέονορ, μέλος των συνελεύσεων γειτονιάς στην Αργεντινή
Στην δραματουργία της καθημερινότητας (E. Goffman), κρύβονται συχνά μικρές γραφικές αλήθειες, που πολλές φορές δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε από φόβο μην μας πουν αφελείς, από φόβο μην μας κατηγορήσουν ότι εμμένουμε στα δεδομένα, στα εύκολα. Κι όμως σ’αυτά τα εύκολα, κρύβεται η οντολογική αυταξία της ιδεολογικής μας βάσης˙ σ’αυτά τα ‘’δεδομένα’’ κρύβονται οι πολυπόθητες προτάσεις, που ποτέ δεν παρουσιάσαμε επίσημα, με τη μορφή ενός δομημένου πολιτικού προγράμματος˙ ίσως γιατί στη σκέψη και μόνο της άρθρωσής του, βλέπαμε στον καθρέφτη, την έννοια της πρότασης εξουσίας ή ακόμα γιατί ‘’οι προτάσεις μας είναι ο τρόπος ζωής μας’’, που όπως αυθαίρετα πιστεύαμε, μπορεί να γίνει κατανοητός από όλους.
Ασκήσεις ολοκληρωτισμού VI: Να κάνουμε το δίκαιο ανάγκη
Απόρροια του διττού/πλαστού χαρακτήρα των αστικών
καθεστώτων που διχάζονται συνεχώς ανάμεσα στην υπεράσπιση των κανόνων της
ανταγωνιστικής αγοράς από τη μία και των στοιχειωδών κανόνων κοινωνικής δικαιοσύνης
από την άλλη, είναι και το στοιχείο που ο Μαρξ παρατηρεί στη «18η Μπρυμαίρ του
Λουδοβίκου Βοναπάρτη»: όλα τα αστικά
συντάγματα προβλέπουν δύο κοινοβουλευτικά σώματα, την άνω και την κάτω βουλή, η
άνω Βουλή θεσμοθετεί τα δικαιώματα όλων των πολιτών για να έρθει η κάτω να
θέσει τόσες προϋποθέσεις και τροποποιητικούς όρους που το καθολικό δικαίωμα μετατρέπεται
σε προνομιακό όρο μόνο της κυρίαρχης τάξης. Χαρακτηριστικότερα όλων, το
δικαίωμα της τροφής, της υγείας και της στέγασης, που κατά το σύνταγμα όλοι δικαιούνται,
αλλά που μόνο δια μέσου και σεβόμενοι το υπέρτερο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και τους κανόνες της αγοράς
μπορούν να έχουν. Όταν το δικαίωμα στην τροφή ή τη στέγαση έρχεται σε σύγκρουση
με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, υπερισχύει πάντα το δεύτερο ακόμα και αν έτσι
θίγετε τελικά το δικαίωμα στην ίδια τη ζωή. Με άλλα λόγια, τα ανθρώπινα δικαιώματα
είναι το ψέμα, η ιδεολογία του
αστικού κράτους και της τάξης που το έφτιαξε. Και εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο ιδεολογία με το ακριβές περιεχόμενο που
του έδωσε ο Μαρξ. Ένα πλαστό σχήμα συνολικής περιγραφής του πραγματικού,
φιλόδοξο τόσο, ώστε να προβάλλεται και να επιβάλλεται ως πραγματικότητα, αποκρύπτοντας
ταυτόχρονα τις σχέσεις κυριαρχίας που το θεμελιώνουν και του οποίου αποτελούν
καταστατική προϋπόθεση.
Τα λέμε όλα αυτά γιατί ενώ από πολλούς έχει
αναλυθεί χωρίς σοβαρό αντίλογο πως η
γλώσσα των δικαιωμάτων είναι η νομιμοποιητική γλώσσα του αστικού κράτους, τελευταία
η αριστερή φιλολογία επιμένει στη διατύπωση ενός λόγου με πύρινα τα ανθρώπινα δικαιώματα
ως έσχατο όριο αντίστασης, όπως λέει
στον σύγχρονο αυταρχισμό και στο νέο ολοκληρωτικό κράτος. Και εδώ δεν πρόκειται
φυσικά για την ευφυή εκείνη στρατηγική που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι πολέμα τον εχθρό με τα δικά του μέσα.
Γιατί αυτή η στρατηγική θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να ήταν αποτελεσματική στο
βαθμό που αντιλαμβανόταν πως αυτή η γλώσσα των δικαιωμάτων αποτελεί την
ιδεολογική ασπίδα του εχθρού της, την οποία χρησιμοποιεί εργαλειακά για να
αποκαλύψει το ψεύδος των αντιπάλων της. Ένας αντιπερισπασμός που θα αποκάλυπτε
πως τα ίδια τα αστικά κράτη είναι οι μεγαλύτεροι παραβάτες διατάξεων που
θεσπίζουν. Αντίθετα, η αριστερή διανόηση αρθρογραφεί αντιλαμβανόμενη τα
δικαιώματα ως πανανθρώπινη αρχή που
στέκονται πέρα από συμφέροντα, επιδιώξεις και παραμορφωτικές ιδεολογικές
στρεβλώσεις.
Για να το πούμε με το όνομά του. Ο εγκλωβισμός στη
λογική υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο αποτελεί αποδοχή των
όρων κυριαρχίας της εξουσίας, δηλαδή των κυρίαρχων τάξεων να ορίζουν μονομερώς
τους όρους ζωής μας, αλλά και αποδοχή του θεμελιακού πεδίου πολιτικής
αντιπαράθεσης του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Από τη στιγμή δηλαδή που στη θέση
της ανάγκης, της αναπαλλοτρίωτης ανθρώπινης επιθυμίας και θέλησης πήρε το δικαίωμα,
κάθε αντίσταση είναι δυνητικά παράνομή. Σε συνθήκες που το αστικό κράτος ορίζει
μονομερώς το νόμο, κυβερνώντας με συνεχείς αντισυνταγματικές παρεμβάσεις, τη
στιγμή που επικαλείται διαρκώς την κατάσταση
έκτακτης ανάγκης και εξαίρεσης
για να καταργήσει τα δικαιώματα που το ίδιο είχε κατοχυρώσει, η πολιτική που
φαντάζεται πως μπορεί να στήσει δικανικό οδόφραγμα στην βαρβαρότητα προδίδει
είτε αφέλεια είτε πολιτικό σχέδιο εξαπάτησης.
Καρλ Μαρξ: 9 σημεία οπτικής και κριτικής
Μαθήματα Αυτομόρφωσης: Καρλ Μαρξ
Λίγα λόγια για τα μαθήματα αυτομόρφωσης...
Το κατεστημένο σύστημα παιδείας, αυτό που σήμερα ονομάζεται δημόσια κρατική εκπαίδευση, επιβάλλει τη διαμόρφωση προσωπικοτήτων σύμφωνα με τις ανάγκες του αστικού κράτους, προωθώντας αρχικά τα πατριωτικά στερεότυπα και εν συνεχεία εκπαιδεύοντας με τέτοιο τρόπο, ώστε να ''δημιουργήσει'' εργαζόμενους, που θα απορροφηθούν από τον καπιταλιστικό ιστό της παραγωγής και της κατανάλωσης. Έτσι, αποτελεί έναν θεσμό συγκροτημένο σε περιεχόμενο και μορφή, ώστε να αναπαράγει το υφιστάμενο καθεστώς κυριαρχίας, εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η επιθυμία για γνώση και η ανάγκη για απελευθέρωση από τους υπάρχοντες εκπαιδευτικούς θεσμούς, μας οδήγησε στη δημιουργία των μαθημάτων αυτομόρφωσης.
Σκοπός μας είναι η συλλογική έρευνα από τα κάτω προκειμένου να δημιουργηθούν νέες δομές μετάδοσης της γνώσης, η αποδέσμευση από στεγανά και μισαλλοδοξίες και η αντίσταση στην εκπαιδευτική αλλοτρίωση. Έτσι, τα μαθήματα αυτομόρφωσης συνιστούν μια συλλογική, απελευθερωτική διαδικασία, απέναντι στη θεσμισμένη ιεραρχική σχέση ''δασκάλου- μαθητή'', φιλοδοξώντας να συμβάλλουν στην όξυνση της κριτικής σκέψης του ατόμου απέναντι στην πνευματική υποταγή του σε εξουσιαστικά δόγματα. Ειδικότερα είναι μια προσπάθεια αντιπαράθεσης με τον κρατικό θεσμό στην μικρή κλίμακα, ενώ κυρίως είναι μια δράση τόσο κριτικής και αμφισβήτησης της κυρίαρχης γνώσης, όσο και επανανοηματοδότησης και ανασύνθεσης της γνώσης από όσους συμμετέχουν.
Στόχος μας είναι η γνώση να πηγάζει και να μεταδίδεται από όλους εμάς τους από κάτω, ανάλογα με τις ανάγκες και τις αναζητήσεις μας, σπάζοντας την αυθεντία των ειδικών, το επιστημονικό αλάθητο του ακαδημαϊσμού και το μονοπώλιο της εκπαίδευσης από την εξουσία με όλους τους περιορισμούς που αυτή βάζει. Θεωρούμε ότι είναι μια διαρκής και εξελισσόμενη διαδικασία που με την ενεργητική συμμετοχή όλο και περισσότερο ανθρώπων, όχι μόνο μπορεί να εμπλουτίσει το πεδίο της γνώσης που αφορά τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους, να διευρύνει τη δυνατότητα για δημιουργία ενός νέου θεσμού παιδείας, αλλά και να καταστήσει τη γνώση ως ένα ακόμη απελευθερωτικό μέσο.
Άνθρωπος και ζώο
Εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο, έχει κυκλοφορήσει σε μετάφραση της Ελένης Βαχλιώτη και από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, το βιβλίο του Mark Rowlands, «Ο Φιλόσοφος και ο Λύκος: Τι μας διδάσκει η Άγρια Φύση για την Αγάπη, το Θάνατο και την Ευτυχία». Όταν ο Mark Rowlands ήταν 27 ετών, λέκτορας στη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, αγόρασε ένα κουτάβι λύκου. Αυτή ήταν η αρχή μιας σχέσης καθοριστικής για τη ζωή του φιλοσόφου και καταλυτικής στη διαμόρφωση της σκέψης του. Το βιβλίο αρχίζει με την εξουθενωτική ενεργητικότητα του Μπρένιν όταν ήταν κουτάβι και τελειώνει με τον θάνατό του, 11 χρόνια αργότερα. Πρόκειται για την εντυπωσιακή μαρτυρία μιας φιλίας που ξεπέρασε τα όρια των διαφορετικών ειδών και συγχρόνως για μια συγκλονιστική ανάλυση της χαράς, της δύναμης και της ουσίας της ανθρώπινης φύσης.
Μύθοι και πραγματικότητα στην εκφορά του εξουσιαστικού λόγου: Ανομία
του Αργύρη Αργυριάδη
«Δεν θα επιτρέψουμε στις δυνάμεις της ανομίας και του χάους, να ανακόψουν την πορεία της χώρας προς την ανάκαμψη» Ν. Δένδιας
Μια από της δυνατότητες της εξουσίας λόγο της ισχύος της, είναι η δημιουργία νοημάτων ή καλύτερα επανα-νοηματοδότησης με στόχο την συμμόρφωση. Αυτό συμβαίνει συνεχώς στην εκφορά του κυριάρχου λόγου διαμέσου νεολογισμών, λεκτικών αλμάτων ή άλλων νοηματικών ιδεολογικών χειρισμών.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την λέξη ανομία η οποία κατ’ εξακολούθηση έρχεται να περιγράψει το σύγχρονο καθεστώς έκτακτης ανάγκης και να ταυτοποιήσει ως εσωτερικό εχθρό τους παρεκκλίνοντες, δηλαδή όσους αντιστέκονται. Η νομιμότητα ως εκφορά του λόγου έρχεται να παρουσιάσει το αλλότριο - το διαφορετικό και να το ποινικοποιήσει προσδιορίζοντας το προσχηματικά ως άνομο με στόχο την επίτευξη της μη κανονικότητας που ενεργοποιεί το καθεστώς εξαίρεσης.
Μια κριτική στο κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα
Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τη συλλογικότητα "Μαύρο Πιπέρι" και καταπιάνεται με ένα ζήτημα που με απασχολεί έντονα. Δημοσιεύσεις με θέμα την κριτική της σύγχρονης επιστήμης υπάρχουν ήδη σε αυτό το blog εδώ (1,2,3). Θα ακολουθήσουν και άλλες με την ίδια θεματική. Στόχος είναι να ξεκινήσει ένας πραγματικός διάλογος που μέχρι σήμερα δυστυχώς δε μπορεί να γίνει. Οι περισσότεροι φίλοι αντιμετωπίζουν αυτές τις θέσεις με τρομακτική λεκτική βιαιότητα, είναι από την πρώτη στιγμή επικριτικοί και αφοριστικοί. Επιμένω όμως στο θέμα γιατί θεωρώ την ιδεολογία της σύγχρονης επιστήμης την πλέον αχαρτογράφητη περιοχή της θεωρίας και ίσος τον ισχυρότερο εχθρό όχι μόνο του επαναστατικού κινήματος αλλά και της ίδιας της ανεξάρτητης σκέψης. Περιμένω κείμενα, κριτικές, σχόλια και δεσμεύομαι ότι όλα θα δημοσιευτούν.
Η κοινωνία ενάντια στο κράτος
του pierre clastres
Οι πρωτόγονες κοινωνίες είναι κοινωνίες χωρίς κράτος: αυτή η πραγματολογική κρίση, σωστή καθεαυτή, υποκρύπτει στην πραγματικότητα μια γνώμη, μια αξιολογική κρίση, η οποία κλονίζει παρευθύς τη δυνατότητα να συσταθεί μια πολιτική ανθρωπολογία ως αυστηρή επιστήμη. Αυτό που στην ουσία δηλώνεται είναι ότι οι πρωτόγονες κοινωνίες στερούνται κάτι -το κράτος- το οποίο, όπως και σε κάθε άλλη κοινωνία -τη δική μας, λόγου χάρη- τους είναι απαραίτητο. Επομένως, οι κοινωνίες αυτές είναι λειψές, δεν είναι εντελώς αληθινές κοινωνίες -δεν είναι εκπολιτισμένες- υπάρχουν βιώνοντας, οδυνηρά προφανώς, μια έλλειψη -την έλλειψη του Κράτους- την οποία πασχίζουν, μάταια πάντα, να καλύψουν. Περισσότερο ή λιγότερο συγκεχυμένα, αυτό ακριβώς λένε τα χρονικά των περιηγητών ή οι εργασίες των ερευνητών: δεν μπορούμε να σκεφθούμε την κοινωνία χωρίς το κράτος, το κράτος είναι το πεπρωμένο κάθε κοινωνίας. Η προσέγγιση αυτή προδίδει μια προσκόλληση εθνοκεντρικού χαρακτήρα ασυνείδητη τις περισσότερες φορές και γι' αυτό ιδιαίτερα αμετακίνητη. Το άμεσο, αυθόρμητο σημείο αναφοράς είναι, αν όχι αυτό που γνωρίζουμε καλύτερα, πάντως αυτό που μας είναι πιο οικείο. Πράγματι, καθένας μας φέρει μέσα του, εσωτερικευμένη σαν την πίστη του πιστού, τη βεβαιότητα ότι η κοινωνία υπάρχει για το κράτος. Πώς λοιπόν να συλλάβουμε την ίδια την ύπαρξη των πρωτόγονων κοινωνιών, όχι σαν κάποιου είδους "αποπαίδια" της παγκόσμιας ιστορίας, σαν αναχρονιστικές επιβιώσεις ενός μακρινού σταδίου που οπουδήποτε αλλού έχει προ πολλού ξεπεραστεί; Αναγνωρίζει κανείς εδώ το άλλο πρόσωπο του εθνοκεντρισμού, τη συμπληρωματική του πεποίθηση ότι η ιστορία είναι μονόδρομη, ότι όλες οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να ενταχθούν σ' αυτή την ιστορία και να διατρέξουν τα στάδια εκείνα, που από την αγριότητα οδηγούν στον πολιτισμό. "Όλοι οι πολιτισμένοι λαοί υπήρξαν άγριοι", γράφει ο Raynal. Όμως η πιστοποίηση μιας πρόδηλης εξέλιξης δεν μπορεί να θεμελιώσει ένα δόγμα το οποίο, προσδένοντας αυθαίρετα το καθεστώς του πολιτισμού στον πολιτισμό του κράτους, ορίζει το κράτος ως απαραίτητο πέρας κάθε κοινωνίας. Μπορούμε τότε να αναρωτηθούμε τι έχει καθηλώσει τους τελευταίους λαούς που εξακολουθούν να είναι άγριοι.
Πόσο νέο είναι το νέο πολιτικό αφήγημα;
Αν αναλύσει κανείς τη βασική αφήγηση του ναζιστικού κόμματος στα χρόνια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης θα διαπιστώσει πως, παρά την παντελώς ατεκμηρίωτη επιχειρηματολογία της, υπάρχει ένα μοτίβο που δεν κατορθώνει μόνο να συγκολλήσει εννοιολογικά τον παραληρηματικό τους λόγο, αλλά και να τον κάνει ιδιαίτερα θελκτικό στις λαϊκές μάζες.
Άσμα Ασμάτων
Μέσα στα μάτια της
βλέπω μια θάλασσα πράσινη
αδυνατώ να κοιμηθώ
δίχως την περιδίνηση
λευκών μανιταριών
καταδύομαι στο όνειρο
πάνω σε καπέλα δερβίσηδων
και μυρωδιές νεκρών βράχων
στη μέση του Ινδικού
τέρατα προϊστορικών
επιθυμιών κατακλύζουν
τον κόσμο μου
με ήχους σειρήνων
η πρόοδος
έχει φροντίσει για όλα:
το κερί στα αυτιά των σκλάβων
και τις αλυσίδες μου
Αγχος και Πολιτική
πάνω στο βιβλίο του Franz Neumann
Με δύο μικρά κείμενα του Franz Neumann (1900-1954) από τις εκδόσεις Ερασμος, αυτοτελή δοκίμια από το βιβλίο του The Democratic and the Authoritarian State (The Free Press of Glencoe, 1957), οι συντελεστές της έκδοσης Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος και Γιώργος Μερτίκας επιχειρούν να μας γνωρίσουν τη σκέψη ενός από τους σημαντικότερους πολιτικούς επιστήμονες και θεωρητικούς του δικαίου τού 20ού αιώνα. Οσοι στις ημέρες μας εκστασιάζονται με ονόματα όπως του John Rawls ή ακόμη πιο ασήμαντων υπηρεσιακών διανοουμένων, που η εμβέλειά τους μεγεθύνεται εκκωφαντικά από την ισχύ της αγγλοσαξονικής ηγεμονίας και μετριέται με το πόσα χωρία τους παρατίθενται στις αγορεύσεις της Γερουσίας ή της Βουλής των Λόρδων, καλά θα έκαναν να αντιληφθούν από πού έρχονται οι ιδέες που με τόση ευκολία αραιώνονται σήμερα μέχρις ότου καταστούν απελπιστικές κοινοτοπίες για κάθε χρήση: ακριβώς από τη μεγάλη ευρωπαϊκή παράδοση της κοινωνικής θεωρίας, της ζυμωμένης με τους κοινωνικούς αγώνες και το παγκόσμιο εργατικό κίνημα, της οποίας το μάθημα από την αναμέτρηση με τον ανερχόμενο ολοκληρωτισμό προδιαγράφει τους τρόπους με τους οποίους κατανοούν και αναλύουν τις εσωτερικές εξελίξεις της αστικής κοινωνίας.
Ο Franz Neumann υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες νομικές αυθεντίες της Βαϊμάρης. Εμβαπτισμένος στη σκέψη του Μαξ Βέμπερ, του Μαρξ και των κλασικών θεωρητικών του φυσικού δικαίου, βγαίνοντας από την εμπειρία των εργατικών συμβουλίων μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, θα προσχωρήσει στην αριστερή πτέρυγα του SPD και -παρά τις συχνές διαφωνίες του με την κυβερνητική γραμμή- θα αναδειχθεί σε κύριο νομικό σύμβουλο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Το 1933 θα συλληφθεί από τους ναζί και, ύστερα από ένα διάστημα στη φυλακή, θα δραπετεύσει στην Αγγλία και θα συνεργαστεί με τον Harold Laski. Το 1937 θα καταλήξει στις ΗΠΑ, όπου θ' αναπτύξει στενότερες σχέσεις με το επίσης εξόριστο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φραγκφούρτης και θα συνεχίσει εκεί μιαν ακαδημαϊκή σταδιοδρομία μέχρι τον αιφνίδιο θάνατό του. Με τον κύκλο του Ινστιτούτου θα τους ενώσει το επείγον μέλημα να κατανοήσουν τη φύση του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους και μια κρίσιμη διαφωνία σε αυτό ακριβώς το ζήτημα με τον Φρίντριχ Πόλοκ (τον οποίον ακολουθούσαν ο Χορκχάιμερ, ο Αντόρνο και ο «εσωτερικός κύκλος» του Ινστιτούτου) θα τους χωρίσει μετά το 1942, όταν ο Neumann θα εκδώσει τη μείζονα συμβολή του στο θέμα, τον ογκώδη τόμο με τίτλο Βεεμώθ: η δομή και η πρακτική του Εθνικοσοσιαλισμού (ο κοινωνιολόγος Τσαρλς Ράιτ Μιλς θα έγραφε αργότερα πως ο Βεεμώθ τού έδωσε τα εργαλεία για να συλλάβει και ν' αναλύσει την όλη κοινωνική δομή, καθώς και μια προειδοποίηση του τι έμελλε να συμβεί στη μοντέρνα καπιταλιστική δημοκρατία).
Τούτο το μικρό σημείωμα γράφεται με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του Αγχος και πολιτική, αξίζει όμως να το διαβάσει κανείς παράλληλα με το προηγούμενο Η έννοια της πολιτικής ελευθερίας (παρά την εικοσαετία που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο εκδόσεις), διότι θα δει αμέσως τα νήματα που συνδέεουν τη συλλογιστική των δύο δοκιμίων: υπάρχουν συγκεκριμένα χωρία στο πρώτο που αναγγέλλουν την ανάλυση του δεύτερου, και ταυτόχρονα το εντάσσουν στην ευρύτερη θεωρητική οπτική του συγγραφέα, που περιστρέφεται διαρκώς γύρω από το πρόβλημα μιας καθ' ύλην (δηλαδή, περιεχομενικής και όχι απλώς τυπικής) δημοκρατίας. Για παράδειγμα, έχοντας υπερφαλαγγίσει τη νομική έννοια της ελευθερίας, που την περιορίζει στην «αρνητική», φιλελεύθερη εκδοχή της («Νομικός θετικισμός δεν είναι, όπως συνήθως μας μαθαίνουν, η αποδοχή της πολιτικής εξουσίας ως έχει, αλλά και η προσπάθεια να μεταμορφώσουμε τις σχέσεις της πολιτικής και της κοινωνικής εξουσίας σε νομικές σχέσεις» [σελ. 25]) και αφού επεκτείνει την έννοια στις «θετικές», γνωσιακές και βουλητικές διαστάσεις της (επαρκής γνώση της αναγκαιότητας και ετοιμότητα του πολιτικού σώματος για συλλογική δράση) πέρ' από τις τυπικές εγγυήσεις «δικαιωμάτων», οι οποίες μολαταύτα είναι απαραίτητες, παρατηρεί με ανησυχία την κρίση της πολιτικής ελευθερίας, που είναι ταυτόχρονα κρίση της πολιτικής συμμετοχής, στις σύγχρονες κοινωνίες, τις χαρακτηριζόμενες από τη μονοπωλιακή συσσώρευση κεφαλαίου και ισχύος· το φαινόμενο αυτό, εκτιμά, είναι που ανοίγει τον δρόμο για τον «καισαρισμό» στην πολιτική (όρο με τον οποίον εννοεί τις ολοκληρωτικές μορφές εξουσίας): «Η φασιστική πολιτική σκέψη υποστηρίζει ότι η δημιουργία μιας εθνικής κοινότητας καθορίζεται από την ύπαρξη ενός εχθρού, τού οποίου τη φυσική εξόντωση πρέπει να επιθυμούμε. Ετσι η πολιτική σημαίνει όχι την οικοδόμηση μιας καλής κοινωνίας αλλά την εξόντωση ενός εχθρού. [...] Αν οι έννοιες "εχθρός" και "φόβος" συνιστούν πράγματι τις κινητήριες αρχές της πολιτικής, τότε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα είναι αδύνατο, ανεξαρτήτως του αν ο φόβος παράγεται εκ των έσω ή εκ των έξω. Ο Μοντεσκιέ παρατήρησε συγκεκριμένα ότι ο φόβος είναι αυτό που δημιουργεί και στηρίζει τις δικτατορίες. Αν ελευθερία είναι η απουσία περιορισμών, οι περιορισμοί που πρέπει να καταργηθούν σήμερα είναι πολλοί· και πρώτος έρχεται ο ψυχολογικός περιορισμός που γεννάται από τον φόβο» (σελ. 56).
Το ζήτημα έχει τεθεί: ο φόβος είναι ο αντίποδας ακριβώς και η κυριότερη απειλή της πολιτικής ελευθερίας, στου οποίου τη λεπτομερέστερη διερεύνηση αποσκοπεί το δεύτερο δοκίμιο. Το ονομάζει ορθότερα εδώ «άγχος» (Angst: αγωνία, άγχος, αόριστος φόβος), ακολουθώντας την κλινική διάκριση ανάμεσα στον δικαιολογημένο φόβο και τον απροσδιόριστο νευρωτικό, τη λεγόμενη φοβία. Τούτο το δεύτερο, όταν καταστεί συλλογικό ανακλαστικό, αντιπροσωπεύει το πιο επικίνδυνο ανορθολογικό στοιχείο στην πολιτική, το οποίο μοιραία οδηγεί στην -ασυνείδητη και τυφλή, απρόσβλητη από την έλλογη κρίση- συγκινησιακή ταύτιση με μια ηγετική φιγούρα (το φαινόμενο που ο Neumann αποκαλεί «καισαρισμό»). Είναι η κλασική μορφή του ολοκληρωτισμού: η πολιτική «φιλοσοφία» που της αντιστοιχεί είναι τυπικά μια συνωμοσιολογική αντίληψη της ιστορίας. Γεννημένο υπό συνθήκες ιστορικής αδιαφάνειας και αδυναμίας των μαζών να συλλάβουν την πραγματική φύση και τα αίτια των δεινών τους, να ελέγξουν σε κάποιον βαθμό την κοινή μοίρα τους, το αίσθημα αυτό υπεροξύνεται από ανενδοίαστες ηγεσίες σε πραγματικό άγχος καταδίωξης μέσ' από την κλιμάκωση του κύκλου εγκλήματος - ενοχής - εγκλήματος: «Ο ηγέτης διατάζει την τέλεση εγκλημάτων· πρόκειται όμως για εγκλήματα που εναρμονίζονται με την ηθική που επικρατεί στην ομάδα. [...] Το αίσθημα ενοχής απωθείται και προκαλεί ένα άγχος στα όρια του πανικού, το οποίο μπορεί να υπερνικηθεί μόνο με την άνευ όρων υποταγή στον ηγέτη, που καθιστά υποχρεωτική τη διάπραξη νέων εγκλημάτων» (σελ. 62).
Διαβλέπει κανείς πίσω απ' όλη αυτή την ανάλυση μια επεξεργασία της βεμπεριανής έννοιας της χαρισματικής εξουσίας (φέρνει αρκετά ιστορικά παραδείγματα που δεν προλαβαίνουμε να συζητήσουμε εδώ), αλλά η αναπόφευκτη χρήση φροϋδικών, ψυχαναλυτικών εννοιών δίνει μια πολύ πιο ακριβόλογη ανάλυση των πτυχών της - και φέρνει ακόμα μία φορά, βέβαια, τον συγγραφέα κοντά στη Σχολή της Φραγκφούρτης... Ακόμα πιο σημαντικό, θεωρώ, είναι η προσπάθεια του Neumann να ανιχνεύσει τις ρίζες αυτής της πολιτικής παθολογίας των νεωτερικών κοινωνιών -μέσ' από μια εμπνευσμένη, μολονότι λακωνική, περιδιάβαση στη διαγνωστική του Ρουσό, του Σίλερ, του Χέγκελ, του Φόιερμπαχ και του Μαρξ- ακριβώς στον εξοντωτικό καταμερισμό της εργασίας, που στερεί από τους ανθρώπους μια αίσθηση ελέγχου του κόσμου τους και των ίδιων των πράξεών τους, την εμπορευματική αποξένωση που πλέκει ένα όλο και πυκνότερο δίχτυ αδιαφάνειας γύρω τους, τη μονοπωλιακή συσσώρευση δύναμης, τέλος, που καθιστά κενές περιεχομένου όλες τις φιλελεύθερες νομικές ρυθμίσεις ή τις μεταστρέφει ευθέως στο αντίθετό τους... Και δεν χρειάζεται να τονίσω πόσο επίκαιρη είναι η εικόνα που σκιαγραφεί για τη δική μας ιστορική στιγμή: παρ' ότι ο ίδιος έχει στο μυαλό του τον εθνικοσοσιαλισμό και τον φασισμό (κάποιων όψεων του σταλινισμού μη εξαιρουμένων), ποιος από μας δεν βλέπει ανάγλυφα, φέρ' ειπείν, πίσω από τον κύκλο έγκλημα - ενοχή - έγκλημα, τον στηριγμένο στον μεθοδικά υποκινούμενο φόβο, τη σημερινή κοσμοπολιτική των ΗΠΑ ή την περιφερειακή της μικρογραφία, τη γεωπολιτική του Ισραήλ; Ή, για να εστιάσουμε πολύ πιο κοντά τον φακό, πίσω από εγκληματικές εκρήξεις της ραγδαία εξαχρειούμενης μικροαστικής κοινωνίας που μας περιβάλλει εναντίον μεταναστών και ξένων, πίσω από συνωμοσιολογικά σενάρια εθνοκτονίας που επικαλούνται Λεωνίδες και Παλαιολόγους και μεταφράζονται σε εκλογικά κέρδη της ακροδεξιάς, όπως και αλλού στην Ευρώπη, την αδιαφάνεια του άκαμπτου μηχανισμού κεφαλαιακής συσώρευσης και των διεθνών οικονομικοπολιτικών ανταγωνισμών ισχύος που συνθλίβουν αυτή τη στιγμή οικονομικά μία χώρα όπως (μεταξύ άλλων) η Ελλάδα;
Η σκέψη του Neumann είναι οπωσδήποτε λιγότερο ριζοσπαστική από της Σχολής της Φραγκφούρτης κατά το ότι δεν θεωρεί υπερβάσιμο έναν ορισμένο βαθμό αποξένωσης στην πολιτική (και από αυτή την άποψη θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται κάπως πιο κοντά στον Χάμπερμας)· επειδή αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό το ριζικό αίτημα του μη διαχωρισμού κυβερνώντων/κυβερνωμένων, εμμένει σε ζητήματα πολιτικής διαμεσολάβησης και, άρα, διατηρεί ένα ίζημα της αστικής προβληματικής περί «κράτους δικαίου», την οποία πασχίζει βεβαίως να διευρύνει. Η απαράγραπτη αξία της έγκειται, ωστόσο, στην ανεξάντλητη λεπτότητα, τη στηριγμένη σε βαθιά ιστορική γνώση και γνώση της ιστορίας του δικαίου και των πολιτικών ιδεών, με την οποία συλλαμβάνει και πραγματεύεται τις αντιφατικές όψεις κανόνων και αρχών, ειδικά σε μεταβαλλόμενες ιστορικές συνθήκες, τις πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στη δικαιική, την κοινωνική και την ηθική σφαίρα, τον ρόλο του ψυχολογικού στοιχείου και των οικονομικών καταναγκασμών στην πολιτική, τον ουσιώδη συσχετισμό -τελικά- της πολιτικής ελευθερίας με έναν βαθμό περιεχομενικής ισότητας, δίχως τον οποίον όλες οι νομικές εγγυήσεις της πρώτης καθίστανται κενό γράμμα.
Φώτης Τερζάκης
Ασκήσεις ολοκληρωτισμού ΙΙΙ και IV: Η αισθητική διάσταση.
Ο σχολιασμός των
πολιτικών δομών με αισθητικούς όρους θα μπορούσε από την αρχή να κατηγορηθεί
για αναγωγισμό. Και είναι αλήθεια πως δεν είναι καθόλου νόμιμο να συζητάς
πολιτικά συμβάντα με αισθητικές επεξεργασίες. Υπάρχει όμως ένα ιστορικό γεγονός
που θα ήταν λάθος να ξεφύγει της προσοχή μας: το γεγονός πως ο φασισμός είναι
το πρώτο πολιτικό ρεύμα που αισθητικοποίησε
την πολιτική σφαίρα. Ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός, ως ο συνεπέστερος κληρονόμος
του φασιστικού μαθήματος, τείνει σήμερα να άρει κάθε διάκριση αισθητικού και
πολιτικού.
Και αν στο
επαναστατικό κίνημα η συζήτηση για το αισθητικό ταλανίστηκε ανάμεσα στην
πολυσήμαντη έννοια της πολιτικοποίησης
της τέχνης και στο αίτημα για την κατάκτηση της καλλιτεχνικής αυτονομίας, στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο ολοκληρωτισμός
βρήκε στην ανάπτυξη των μαζικών μέσων την ευκαιρία να θεμελιώσει κολοσσιαίους
μηχανισμούς πολιτικής χειραγώγησης. Πολιτικό μήνυμα με ψευδαισθητική μορφή. Με
άλλα λόγια το ολοκληρωτικό κράτος αντιλήφθηκε πως πίσω από την ακατανίκητη έλξη
του αισθητικού[1]
κρύβεται μια χρυσή ευκαιρία για ανάπτυξη μηχανισμών καθυπαγόρευσης αναγκών και
απόσπασης συναινέσεων.
Από τις ταινίες της
Ρίφενσταλφ, τη μεγαλόσχημη αρχιτεκτονική της σταλινικής περιόδου, μέχρι το δημοφιλές
και ανέμελο τραγούδι της μεταπολεμικής Αμερικής – προϊόν μαζικής αλυσίδας
παραγωγής και αποχαύνωσης – διαφαίνεται μια κοινή γραμμή πλεύσης για τα
καθεστώτα: η υπόμνηση μιας ορθολογικότητας περιεχομένου μέσα από την προβολή
μιας άψογης, στυλιζαρισμένης και μεγαλεπήβολης εικόνας. Με άλλα λόγια, πρώτος
όρος της αισθητικοποίησης της πολιτικής
είναι η συγκάλυψη του περιεχομένου από τη μορφή, του υλικού από την συσκευασία,
της φρικαλεότητας των καθεστώτων από την «τελειότητα» των στρατιωτικών
βηματισμών στις παρελάσεις.
Ο Edward Bernays, ανιψιός του
Φρόιντ, ανέλυσε ίσως καλύτερα από τον καθένα τις τεχνικές της προπαγάνδας. Με
την αντιστροφή της ψυχαναλυτικής θεωρίας
από εργαλείο θεραπείας σε εργαλείο χειραγώγησης, η διαφήμιση και η «πολιτική
επικοινωνία» στοχεύει στην δημιουργία και στην συνέχεια εσωτερίκευση από τα
άτομα μίας ψυχολογικής σπάνης [μέσα από την δημιουργία και την άμεση ματαίωση
επιθυμιών] και άρα διαμόρφωσης υποκειμένων για τους σκοπούς της αγοράς. Ο Bernays καταφέρνει να επιβάλει
τις καταναλωτικές συνήθειες των αμερικανών για δεκαετίες και να υπαγορεύσει τις
πολιτικές τους επιλογές. Ο μηχανισμός που παράγει νευρώσεις αντιστρέφεται και
αντί να απελευθερώνει εντείνει τη εξάρτηση διοχετεύοντας όλη τη ματαιωμένη ορμή
στο προϊόν. Η προπαγάνδα δημιουργεί μαζοχιστικές χαρακτηροδομές έτσι ώστε να
δέχονται ή ακόμα και να αναζητούν αυταρχικές μορφές εξουσίας.
Στη σύγχρονη
μεταμοντέρνα κατάσταση όπου η ασάφεια των αισθητικών μορφών μέσω της δήθεν
απελευθέρωσης της γλώσσας από την υλική βαθμίδα των αναγκών, η αναγνώριση των αισθητικών
ιδιωμάτων του πολιτικού αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ιδεολογική
αντίσταση στον ολοκληρωτισμό. Γιατί δεν είναι μόνο η αναγωγή του περιεχομένου
στη συσκευασία, της πραγματικότητας στην εικονική της τηλεοπτική αποτύπωση,
χαρακτηριστικό του γνώρισμά. Εξίσου πρέπει να εντοπίσουμε την υπνωτιστική επανάληψη μορφικών κλισέ,
για την οριστική απονέκρωση του αισθητικού κριτηρίου και τον εγκλωβισμό της
εκφραστικής δημιουργίας στο βρόχο της αυτιστικής αναπαραγωγικότητας. Είναι
επίσης η λατρεία των ερειπίων, μια
πλαστής εικόνας ενός φανταστικού παρελθόντος που σερβίρεται ως φάρμακο δια
πάσαν νόσων και δια πάσαν μαλακία. Είναι τέλος ο απόλυτος σχετικισμός, η
ελευθερία στη μεταμοντέρνα κατάσταση, η ελευθερία στο πλαστό της ομοίωμα. Με
άλλα λόγια: για να νιώθει «ελεύθερος» ο υπήκοος του ολοκληρωτισμού πρέπει να
αρνηθεί κάθε δυνατότητα, κάθε νόημα, στην ίδια την ελευθερία.
ΙV
Ο Μάνος Χατζηδάκις
χρωστάει τις θεωρητικές του αναφορές στο Νίτσε όταν στην αγωνία του για την
κοινωνία που συνήθισε σταδιακά το «πρόσωπο
του τέρατος» παρατηρεί: «από την ώρα
που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει
μαθηματικά στην εκμηδένισή του». Γιατί ήταν ο Νίτσε ο πρώτος που
διαισθάνθηκε πως πίσω από την γοητεία που ασκεί η άβυσσος κρύβεται μια επιθυμία
ταύτισης, μια ανομολόγητη επιθυμία να ενωθούμε λυτρωτικά μαζί της.
Και το λέω αυτό γιατί
αν θέλουμε να εξηγήσουμε την απήχηση που έχουν, και είχαν ανέκαθεν – ας μην
εθελοτυφλούμε, οι φασιστικές μορφές στην κοινωνία, πριν την αποδώσουμε σαν αφ’
υψηλού κομπλεξικοί στην αμάθεια και την
αγραμματοσύνη των λαϊκών τάξεων, θα πρέπει να φωτίσουμε το βαθύ μίσος που
τρέφουν αυτές οι τάξεις για την αστική κοινωνία, για το κράτος και τον
καπιταλισμό της αγοράς. Και είναι ένα μίσος εξηγήσιμο αν αναλογιστεί κανείς πως
η ανοιχτή αστική δημοκρατική κοινωνία
είναι ένα φαιδρό ψέμα που αναπαράγει και ενισχύει κολοσσιαίες ανισότητες και
αποκλεισμούς.
Η αριστερή ρητορική
συνηθίζει να συνδέει το φαινόμενο με την απουσία
αυτοσυνειδησίας της τάξης: Το κράτος με την προπαγάνδα του κρύβει απ' τους
φτωχούς την αλήθεια. Όμως ζούμε στην εποχή που όλα έχουν ειπωθεί και κανένας
δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν μοίρασε πολλά κείμενα ή δεν κόλλησε πολλές
αφίσες. Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι «φιμώθηκε» και «αποκλείστηκε» από
τα κυρίαρχα θέματα – ούτε καν οι συνήθως παραπονούμενοι αναρχικοί. Φαίνεται λοιπόν
πως αλλού πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία του «κακού».
Ο Νίτσε πάλι είναι
αυτός που παρατήρησε την ευθύγραμμη σχέση αισθητικής και πολιτικής. Γιατί δεν
είναι το πεδίο του λόγου αυτό που κάνει τον ολοκληρωτισμό θελκτικό στις μάζες· είναι η
πλήρης επικράτησή του εδώ και δεκαετίες σε αισθητικό επίπεδο. Εκεί που έπαιζε
και παίζει χωρίς αντίπαλο. Η αριστερά αρνήθηκε να κατανοήσει πως η προβολή μιας
εναλλακτικής προοπτικής προϋπέθετε μια ανειρήνευτη πολεμική στο πεδίο του
αισθητικού, μια προβολή της ιδέας μιας άλλης ζωής, μιας νέας αισθητικής ηθικής.
Κανονικά δεν θα έπρεπε
να μας παραξενεύει πως σήμερα όσοι διαμόρφωσαν αποφασιστικά τον αισθητικό
παράδεισο των τελευταίων δεκαετιών, της life style καταναλωτικής νιρβάνας και των τηλεοπτικών
εκτρωμάτων, πέρασαν χωρίς πρόβλημα από τα νεανικά αβεντγκάντ υπόγεια της
αμφισβήτησης και της αντικουλτούρας στο εκσυγχρονιστικό μπλοκ του Σημίτη και
εσχάτως στη Χρυσή Αυγή. Μας παραξενεύει, όμως, γιατί ουδέποτε αναζητήσαμε τις εκλεκτικές
συγγένειες του φασισμού με τον καπιταλιστικό - καταναλωτικό πολιτισμό και την
ηθική του, γιατί δεν οριοθετήσαμε μια πολιτική αισθητική στάση, γιατί δεν
αντιταχθήκαμε στα μέσα, τους σκοπούς, στο πρόσωπο του τέρατος. Γιατί το
συνηθίσαμε.
Απέναντι στη ξεπεσμένη
αστική χριστιανική ηθική της εποχής του, τη μικρόνοα, την εχθρική προς τη ζωή,
ο Νίτσε αντιπαραβάλλει την αισθητική στάση. Για αυτό για όλους εμάς, εμάς που
κουβαλάμε μέσα μας το νέο κόσμο, η αισθητική μας δεν είναι - ούτε μπορεί να
είναι - ζήτημα που αφορά μόνο ζωγράφους, γυψινάδες και γραφίστες, αλλά ζήτημα
κατά βάση ηθικό. Μέχρι την οριστική διάλυση του κράτους και της αγοράς, μέχρι η
δουλειά να μην είναι εργασία αλλά το ελεύθερο δημιουργικό παιχνίδι των ελεύθερα
συνεταιρισμένων δημιουργών, η πάλη ενάντια στην αισθητική βαρβαρότητα είναι η
πάλη ενάντια στον ολοκληρωτισμό. Η αισθητική μας οφείλει να είναι η ηθική του
μέλλοντος κόσμου.
[1] Καθόλου τυχαία, η ιδέα ότι η έλξη του αισθητικού μπορεί
να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο για την διαμόρφωση των ανθρώπων εισήχθη στην
δυτική σκέψη από τον Πλάτωνα. Τον πρώτο στην ιστορία και ίσως διαχρονικότερο
πολιτικό δάσκαλο του ολοκληρωτισμού.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

































