Υπό… Κριτική τέχνη : η διεκδίκηση της ελευθερίας

Για το Γάλλο θεωρητικό Ζαν Ντιβίνιο «στο πρόσωπο του ηθοποιού συνοψίζονται οι δυνατότητες της κάθε εποχής και της κάθε κοινωνίας για ελευθερία». Αυτή η θέση έχει βάση αν σκεφτούμε όχι τους φυλακισμένους στη ματαιοδοξία ηθοποιούς άλλα τα προτάγματα της ίδιας της υποκριτικής θεωρίας. Μερικά από αυτά, όπως η απελευθέρωση του ασυνείδητου, η αναβίωση της μνήμης, η χωρίς ενοχή αποκάλυψη του εαυτού, η δημιουργία μιας ενιαίας εσωτερικής ταυτότητας και η αναζήτηση του πραγματικού χρόνου της αναπνοής και της ύπαρξης, συγκρούονται με το πρότυπο του τεμαχισμένου ανθρώπου σε αντιφατικές υποχρεώσεις και κοινωνικούς ρόλους, που προωθούν οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες για να αυξήσουν την παραγωγικότητα. Ειδομένη από αυτή τη σκοπιά η υποκριτική θεωρία μπορεί να θεωρηθεί επαναστατική καθώς στοχεύει στη δημιουργία ενός ατόμου απελευθερωμένου από τους κοινωνικούς καταναγκασμούς.

Στους μετα-μαρξιστές, και ιδίως στο Φουκώ, τονίζεται το ζήτημα της καταστολής της ατομικής ελευθερίας από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του «ενός» και «μοναδικού» λόγου, ο χειρισμός της «μιας» ορθής σεξουαλικότητας από την εκάστοτε εξουσία και η παράλογη έννοια της τιμωρίας φτιάχνουν ένα αντιδραστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η απελευθέρωση του ασυνειδήτου που προβάλλει ο ηθοποιός θυμίζει τρομοκρατική ενέργεια.

Ποιες είναι όμως οι πιθανότητες παρέμβασης της ελευθερίας που υπερασπίζεται ο ηθοποιός στον ιστό της καθημερινής ζωής της κοινωνίας; Αναθεωρητές και θεμελιωτές της σύγχρονης υποκριτικής θεωρίας, με σημαντικότερο τον Γέρζυ Γκροτόφσκι, έφτασαν να αρνηθούν το κοινό και να ενδιαφερθούν μόνο για την ατομική απελευθέρωση του ηθοποιού κατά την διαδικασία των προβών. Οι πρόβες γίνονται χωρίς να φτάνουν ποτέ σε κάποιο σκηνικό αποτέλεσμα. Αυτή η στάση μπορεί να διασφαλίζει τον ποιοτικά ανατρεπτικό πυρήνα της υποκριτικής τέχνης και να τον προφυλάσσει από τις αντιδραστικές απλοποιήσεις που γίνονται από τους μηχανισμούς ελέγχου της μαζικής κουλτούρας για χάριν –δήθεν- της εμπορικότητας, όμως δεν παύει να τοποθετεί την πραγματική τέχνη εκτός της κοινωνίας. Το πρότυπο μιας πιο απελευθερωμένης κοινωνίας μένει κλειδωμένο στο ντουλάπι κάποιων εσωστρεφών καλλιτεχνών και η συμβολή της υποκριτικής τέχνης στη συλλογική επαναστατική συνείδηση είναι δυστυχώς μηδαμινή.

Αντιστροφή Προοπτικής

Φαίνεται ότι συνηθίσαμε πια στην αντιστροφή της προσομοίωσης, στη θεαματική ψευδαίσθηση και έτσι κάθε τι ζωντανό μοιάζει με εικονική πραγματικότητα. Ο Στοκχάουζεν χαρακτήρισε την 11η Σεπτεμβρίου το ύστατο έργο τέχνης. Ήταν η απαίτηση για μια τέτοιου είδους κλιμάκωση ώστε το συμβάν να μην έμοιαζε με χολιγουντιανή παραγωγή.

Το θέαμα που απέκτησε μονοπώλιο πάνω στην ίδια την πραγματικότητα έστησε την τέλεια παγίδα. Το πάθος για το πραγματικό έκανε τους αντάρτες των πόλεων να αιτηθούν τη συμμετοχή στο πυροτέχνημα. Απομακρύνθηκαν από το πρόγραμμα της ολικής ανατροπής, πέταξαν στα σκουπίδια την οδύνη της επαναστατικής δημιουργίας για να γευτούν τον οργασμό της άμεσης εισβολής στο θέματα. Ο κειμενογράφος της Σέχτας φαίνεται να αυνανίζεται με την τσόντα της Αλεξανδράτου που ο επιβήτορας δεν μας αποκαλύπτει ποτέ το πρόσωπό του.

Θέαμα όχι για την ανατροπή αλλά για την αναμόχλευση του ίδιου του βούρκου. Η συμμετοχή στην πορνογραφία της εποχής οριοθετεί την απόλυτη φαντασίωση του. Η απουσία θεωρίας είναι σύμπτωμα της απουσίας νοήματος για μια πράξη που την ορίζει αποκλειστικά ο σαδιστικός κυνισμός της προκήρυξης.

Αν επαναοριοθετούσαμε τη σχέση μας με το θέαμα, αν αποφασίζαμε να υπερβούμε το σκόπελο της εύκολης παραίτησης, αν σταματούσαμε να μας φοβίζουν τα όπλα του εχθρού, αν αρνηθούμε την εύκολη ταύτιση με τον «κουκουλοφόρο» πορνοστάρ, αν στρατεύσουμε τις ευαίσθητες ματιές μας στήνοντας αισθητικά οδοφράγματα, αν υπονομεύσουμε την ασχήμια του τέρατος με την πρόκληση της ομορφιάς του πραγματικού, αν εισβάλαμε στους τηλεοπτικούς δέκτες με ακάλυπτο το βλέμμα μας τότε ίσος – λέω ίσος – μπορούνε να επιχειρήσουμε τη φυγή προς τα άστα.

Υ.Γ. Το μεγάλο πρόβλημα των «τρομοκρατών» είναι κατά βάση αισθητικό. Κατά τα φαινόμενα είναι μανιακοί καταναλωτές φτηνού αμερικάνικου κινηματογράφου άθλιας μεταγλώττισης ενώ είναι εθισμένοι παρακολουθητές του Alter και του Τρωκτικό.

Το τέλος των υποσχέσεων στην αυγή της ελευθερία

Να η υποσχεση που μας εδωσε το Κρατος: Αν εγκαταλειψουμε καθε δικαιωμα συλλογικης διαχειρησης των υποθεσεων μας, θα εχουμε εξασφαλισμενα τα βασικα που χρειαζομαστε για να ζησουμε. Και η υποσχεση που μας προσεφερε ο καπιταλισμος: οτι θα μπορουσαμε να ζησουμε σα βασιλαδες αν ημασταν διατεθειμενοι να αγοραζουμε απο το στοκ της συλλογικης μας υποτελειας. Ολα αυτα όμως καταρρεουν. Αυτο που μενει, ειναι οτι ειμαστε ικανοι να δινουμε υποσχεσεις μεταξυ μας. Αμεσα. Χωρις τη μεσολαβηση των οικονομικων και πολιτικων γραφειοκρατιων. Η επανασταση ξεκινα ρωτωντας: τι ειδους υποσχεσεις κανουν οι ελευθεροι ανθρωποι μεταξυ τους, και πως κανοντας τες, ξεκιναμε να φτιαχνουμε εναν καινουργιο κοσμο;

Happy End

Αγάπη μου,
αφού και οι δυο μας είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό
που πλάθονται τα όνειρα,
μοιραία κάθε απόγευμα χάνουμε
το τρένο της μέρας.

Το ξέρουμε και οι δύο
πιασμένοι χέρι – χέρι
στα πίσω καθίσματα άδειων σινεμά
με την πλάτη στον τοίχο
και το βλέμμα στον παράδεισο•
το happy end είναι ένα
απάνθρωπο εφεύρημα του σκηνοθέτη
και τίποτα παραπάνω.

Πιάνω το χέρι σου
μα εσύ βλέπεις αλλού.
Φωνάζω μέσα στα αφτιά σου
μα εσύ δε με ακούς.

Ο μόνος εχθρός του έρωτα είναι ο χρόνος.

Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή

Η πρωτόγνωρη πανελλαδική απαξίωση του σκληρού πυρήνα του καθεστώτος, των μπάτσων και των δικαστών, που εκδηλώθηκε μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και σήμερα με την ένταση της εξελισσόμενης κρίσης συνεχίζεται ενάντια στους πολιτικούς και σε όλο το καθεστωτικό φάσμα κομμάτων και συνδικαλιστικών φορέων, αποτελεί την καλύτερη απάντηση σε όλους τους θιασώτες του πολιτικού καρακατσουλιού –τεχνοκράτες, γραφειοκράτες, οικονομολόγους, διανοούμενους- που σπεύδουν να στηρίξουν το καταρρέoν καθεστώς, προτείνοντας κεϋνσιανικές λύσεις διεξόδου από την κρίση και κυρίως σε όλη την αριστερά, καθεστωτική ή εξωκοινοβουλευτική.

Σήμερα με την απαξίωση όλου του πολιτικού συστήματος, των πολιτικών, των κομμάτων ή ακόμα και της εκκλησίας δημιουργούνται δυνατότητες υπέρβασης της κοινοβουλευτικής χούντας και αναζητούνται τρόποι οικοδόμησης της κοινωνικής ζωής στις γειτονιές και στις τοπικές κοινωνίες πέρα κι έξω από την επικράτεια κράτους και κεφαλαίου. Τα αντικαθεστωτικά πολιτικά συνθήματα «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή», «Κάτω οι κλέφτες» είναι πλέον παντού και ως πολιτικό περιεχόμενο επικαιροποιούν την πανκοινωνική αντίσταση. Δεν τα συναντάς μόνο γραμμένα σε τοίχους των πόλεων και σε μαντρότοιχους χωριών, αλλά αποτελούν θέμα συζήτησης στις γειτονιές και στα καφενεία, κυρίως για το τι ακριβώς θα ακολουθήσει αν αυτά υλοποιηθούν. Εκεί ακριβώς που εστιάζεται το διακύβευμα της «από τα κάτω» πολιτικής των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, παίρνοντας τη ζωή στα χέρια τους. Ο πραγματικός φόβος όλων των κρατικών και κομματικών επιτελείων τα οποία αντιλαμβάνονται τις ραγδαίες κοινωνικές διεργασίες που συντελλούνται στην ελληνική κοινωνία και προσπαθούν να τις αποτρέψουν με γκαιμπελική προπαγάνδα, ψέματα και συκοφαντίες.

Τι κι αν η Παπαρήγα και ο Τσίπρας σπεύδουν να κάνουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης και ζητούν περισσότερη αστυνόμευση και καταστολή των αγώνων που δεν ελέγχουν; Τι κι αν οι «ριζοσπάστες» διανοούμενοι έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους για τα τεκταινόμενα και όσοι με μισόλογα μιλούν ή λένε αρλούμπες ή επιδίδονται στο αγαπημένο τους σπορ της συκοφάντησης των διαδηλωτών, ότι τάχα φωνάζουν τυχοδιωκτικά συνθήματα ή ότι η Βουλή δεν πρέπει να αποτελεί στόχο γιατί δεν είναι το κυρίαρχο κέντρο των αποφάσεων και ότι οι βουλευτές της αριστεράς δεν είναι το ίδιο με τους άλλους; Τι κι αν οι κρατικοσυνδικαλιστές επιμένουν στις συνταγές της διαμεσολάβησης για τη διαχείριση της μεγαλύτερης ήττας και την άμβλυνση της κοινωνικής οργής, εκπορνεύοντας τους αγώνες; Τι κι αν τα αριστερίστικα δεκανίκια προτείνουν την επιστροφή στην προηγούμενη καπιταλιστική κατάσταση προτείνοντας εθνικοποιήσεις των τραπεζών;

Όλα συγκλίνουν ότι οι μεγάλες ριζικές αλλαγές θα γίνουν από ορμητικά ποτάμια διαδηλωτών-όπως αυτό της 5ης Μάη- που θα συμπαρασύρουν στο διάβα τους τα πάντα και θα στείλουν στο διάολο τα κόμματα και την ίδια την αριστερά. Ο κυρίαρχος λαός -που όλοι τους τη μια μέρα πίνουν νερό στο όνομά του, νομιμοποιώντας την εξουσία τους μεγάλη ή μικρή και την αμέσως επόμενη τον αποκαλούν προβοκάτορα ή τυχοδιώχτη- έχει όλο το αναφαίρετο δικαίωμα να κάνει εκτεταμένη χρήση της μαζικής επαναστατικής ή της αυθόρμητης βίας. Να κάψει τη Βουλή και τα σύμβολα της εξουσίας, ακόμα και να την ισοπεδώσει με μπουλντόζες και γκρέιντερ ή να την κάνει λαϊκό εστιατόριο αν χρειαστεί. Να καταλάβει τα καθεστωτικά κανάλια και τις παραγωγικές μονάδες, να απαλλοτριώσει τις τράπεζες και τις περιουσίες των ολιγαρχών μανδαρίνων, να καταστρέψει όλο τον κρατικό μηχανισμό και να οργανώσει αμεσοδημοκρατικά την κοινωνική ζωή.

Όλα συγκλίνουν ότι η σημερινή λαϊκή οργή αναζητεί τη δική της διέξοδο στην απόδοση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν πείθεται από την καθεστωτική πολιτική αλητεία που το έργο της είναι να καταγγέλλει και να καταστέλλει σύσσωμη τις αντιδράσεις του λαού για τα μέτρα, να κουκουλώνει τις απάτες και τα σκάνδαλα στις εξεταστικές επιτροπές, να περιθωριοποιεί και να καταδικάζει τον κόσμο της εργασίας και τη νεολαία σε διαρκή απόγνωση, ανεργία και δουλειά μέχρι τα γεράματα για μια πενιχρή σύνταξη.

Όλα συγκλίνουν ότι το μέλλον έρχεται με ρυθμούς καταιγίδας. Και «τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.»

Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε

Του Μάνου Χατζιδάκι (1978)

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην "Ερωφίλη", από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Χρόνος


Τα κράτη, επιβάλλοντας στους λαούς την χρήση συγκεκριμένων ημερολογίων (όπως το Γρηγοριανό), ουσιαστικά ορίζουν και την συνειδησιακή συνθήκη των σωμάτων μας, καθώς η αντίληψη του χρόνου βασίζεται στους κανόνες εκείνους που είναι τα προτάγματα του κάθε ημερολογίου. Κανένα σώμα δεν τολμά να επινοήσει μια διαφορετική χρονική εμπειρία, καθώς ο μπάτσος που λέγεται ρολόι-ημερολόγιο, θα επιβάλλει την αυτονόητη (για τους περισσότερους) συνθήκη του γραμμικού χρόνου.

Η ρευστή απειλή

Αν αντιλαμβανόμαστε τον κοινωνικό ανταγωνισμό με όρους διαρκούς πολέμου, άλλοτε χαμηλής και άλλοτε σφοδρής έντασης, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δική μας παράταξη, η παράταξη των καταπιεσμένων, των εκμεταλλευόμενων, έχει χάσει ήδη πολλές μάχες, πολύ περισσότερες απ’ όσες θα θέλαμε να έχει χάσει.
 
Αυτές οι μάχες δεν έχουν χαθεί λόγω της υπεροπλίας του εχθρού –αν και ασφαλώς έχει παίξει και τούτη το ρόλο της–, αλλά διότι ο εχθρός, οι κυρίαρχες ελίτ και το κράτος τους δηλαδή, υπερτερεί ως προς τη δυνατότητα να εποπτεύει και να χειραγωγεί ολόκληρο το πεδίο του πολέμου. Να ελέγχει με ποικίλους τρόπους τις μεθόδους, τη διάταξη, τους σχηματισμούς και τις κινήσεις μας. Να βρίσκεται σε θέση να υπαγορεύει αυτός τις τακτικές τις οποίες θα ακολουθήσουμε, αφού παρουσιάζεται μπροστά μας με τέτοιον τρόπο ώστε το μόνο που μας απομένει στην προσπάθειά μας να τον αντιμετωπίσουμε είναι να πέφτουμε στις ύπουλες παγίδες που με πανουργία έχει στήσει σε κάθε μας βήμα.
 
Όποιος ελέγχει το έδαφος επί του οποίου διεξάγεται ο πόλεμος, αναπόφευκτα ελέγχει και την έκβασή του. Και αν παρόλα αυτά χάσει τελικώς τον πόλεμο, θα είναι γιατί υποτίμησε τον αντίπαλο: την αμείλικτη δύναμη της απελπισίας που τον κατέστησε ικανό να αψηφήσει τον κίνδυνο και να πολεμήσει λυσσαλέα, χρησιμοποιώντας προς τούτο κάθε διαθέσιμο μέσο.
 
Όποιος γνωρίζει να χρησιμοποιεί για να πετύχει τους σκοπούς του την παραπλάνηση και την απάτη, το ψέμα, την παραπληροφόρηση, τον εκβιασμό, την απειλή και τη σαγήνη, παρασύροντας το διασκορπισμένο και ασυντόνιστο δυναμικό του εχθρού σε επίπονες και άκαρπες μάχες που αποδυναμώνουν ακόμα περισσότερο τη βεβαιωμένα ισχνή του αποτελεσματικότητα, προκαλώντας του σύγχυση και απογοήτευση, ενώ ταυτόχρονα τον διαιρεί και τον απογυμνώνει ιδεολογικά και ηθικά, θα έχει δίχως άλλο το πάνω χέρι στον πόλεμο.
 
Όποιος καταφέρνει να υποβάλει στον αντίπαλο την εικόνα της ισχύος του, την αίσθηση ότι είναι άτρωτος και ακατάβλητος, σχεδόν ανίκητος, και πάντοτε δρα κατά τρόπο που επικυρώνει διαρκώς και αμετάκλητα την ανωτερότητά του, την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του, ως εάν να είναι εξαρχής και άνευ όρων αυτός ο νικητής, είναι εκείνος που οργανώνει το παιχνίδι ακόμα κι όταν φαίνεται πως αιφνιδιάζεται και χάνει προσώρας τον έλεγχο, έχοντας χάσει στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από μια μάχη χωρίς ουσιαστικό διακύβευμα.
 
Όποιος τρομοκρατεί τον αντίπαλο χρησιμοποιώντας ως μυστικά όπλα όσα εκείνος φοβάται, θα τον καθηλώσει στην απραξία κι έτσι θα κάμψει πολύ πιο εύκολα την αντίστασή του χωρίς να χρειαστεί να σπαταλήσει τις δυνάμεις του για να συγκρουστεί μετωπικά μαζί του, αποφεύγοντας το ανυπολόγιστο για τον ίδιο κόστος.
 
Όμως, πάνω και περισσότερο απ’ όλα αυτά, το πλεονέκτημα στον πόλεμο ανήκει σε όποιον είναι σε θέση να διαχέεται, να βρίσκεται παντού κι έτσι να μην φαίνεται πουθενά. Να αλλάζει διαρκώς μορφή, παραπλανώντας για την αληθινή του φύση. Να αντλεί τη δύναμή του και την ικανότητα να αναπαράγεται, όντας σε θέση να ελέγχει και να αξιοποιεί προς ίδιον όφελος τους κοινούς πόρους που είναι αναγκασμένος να μοιράζεται με τον εχθρό, εξίσου ζωτικής σημασίας και για εκείνον, ώστε η καταστροφή τους μοιραία να είναι μια πράξη αυτοκτονίας για όλους. Να έχει παντού μυστικούς πράκτορες, πληροφοριοδότες και ειδικούς της παραπληροφόρησης, αλλά ούτε αυτοί οι ίδιοι να γνωρίζουν το ρόλο τους και την αποστολή που τους έχει ανατεθεί να φέρουν εις πέρας, παρά μονάχα να εκτελούν με ζέση εντολές οι οποίες είναι διατυπωμένες έτσι ώστε να τις εκλαμβάνουν σαν να υπαγορεύονται πρωτίστως από τη δική τους ελεύθερη βούληση και το δικό τους συμφέρον.
 
Ο διάχυτος εχθρός είναι αόρατος εχθρός και ταυτόχρονα πανταχού παρών. Εμφανίζεται συγκροτημένος μόνο για να παραπλανήσει σχετικά με τη στρατηγική και τους πραγματικούς στόχους του. Υπερέχει αναπόφευκτα από τη στιγμή που κάθε του πάθημα, κάθε του ήττα, όπως και κάθε πληροφορία για τον αντίπαλο, μετατρέπεται σε γνώση που τον εξοπλίζει με την ικανότητα πρόβλεψης των εχθρικών κινήσεων και προσαρμογής στις ιδιαίτερες συνθήκες και τον εκάστοτε συσχετισμό των δυνάμεων. Το απρόβλεπτο στοιχείο που μπορεί να εμπεριέχει κίνδυνο μετριάζεται όσο το εύρος των επιλογών ανάσχεσης διευρύνεται. Η γνώση είναι γι’ αυτόν δύναμη.
 
Διαπιστώνουμε ότι κάτι τέτοιο ισχύει στο βαθμό που η αντικειμενική υπεροχή μας στον αιφνιδιασμό υπερκεράζεται από την προσαρμοστική δεινότητα που επιδεικνύει μέχρι τώρα ο εχθρός. Κάθε δική μας επίθεση, όσο αιφνιδιαστική κι αν καταφέρει να είναι, και ασχέτως έκβασης, γίνεται πάντοτε αφορμή μιας σφοδρής και σαρωτικής αντεπίθεσης από τη μεριά του αντιπάλου, στο σχεδιασμό της οποίας έχει εγκολπωθεί μέχρι κεραίας η δική μας τακτική και έχει προβλεφθεί η αρμόζουσα απάντηση. Αυτή η αφομοιωτική δύναμη είναι το ισχυρότερο πλεονέκτημα που ο εχθρός έχει αποκτήσει μέσα από τον έλεγχο που ασκεί σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της πραγματικότητας, έχοντας οργανωθεί πλέον ως θέαμα που ενσωματώνει τα πάντα, συμπεριλαμβάνοντας μέχρι και την ίδια του την άρνηση, τη δύναμη εκείνη που στρέφεται εναντίον του επιδιώκοντας την ολοσχερή καταστροφή του.
 
Ιδού πεδίον δόξης λαμπρό! Η καταλυτική αφομοιωτική δύναμη ταυτίζει τις στιγμές του αγώνα και της σύγκρουσης με τις στιγμές του θεάματος. Αποσαρκώνει την υλική διάσταση του ανταγωνιστικού συμβάντος μέσα από την εικονική του αναπαράσταση και το καθιστά μια ακόμα στιγμή στην ατέλειωτη αλυσίδα παραγωγής γεγονότων της κυριαρχίας. Το αναπαράγει για να το αφομοιώσει. Η συμπερίληψη στο σύμπαν των εικόνων ισοδυναμεί με την είσοδο στο βασίλειο των σκιών, όπου η πράξη αποκτά τελετουργικό χαρακτήρα και όπου η ζωντανή σάρκα παίρνει τον ίσκιο της για αντανάκλασή της.
 
Καμία τακτική δεν μπορεί να πλήξει καίρια τον διάχυτο εχθρό αν δεν λάβει υπόψη της την αφομοιωτική δύναμη του θεάματος. Όμως καμία τακτική που είναι αποτελεσματική δεν παραμένει εκτός θεάματος. Η αντίφαση αυτή είναι δυνατόν να ξεπεραστεί μόνο αν καταφέρουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας και να συγκεντρώσουμε τα πυρά μας σε εκείνα τα ζωτικά σημεία που παρά τις προσπάθειές του ο εχθρός δεν μπορεί να τα υπερασπιστεί, εφόσον η υπεράσπισή τους δεν είναι ζήτημα δύναμης αλλά ζήτημα αποδοχής και συναίνεσης, προϋποθέτουν δηλαδή κι εμάς. 

Μπορούμε να σαμποτάρουμε τους όρους με τους οποίους ο εχθρός διασφαλίζει εκ των προτέρων την κυριαρχία του, αποφεύγοντας συστηματικά να εμπλακούμε στις μάχες που εκείνος αποζητάει. Μόνο με τη συνεχή επινόηση απρόβλεπτων ενεργειών και τακτικών που αναπροσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες είναι δυνατόν να γίνουν οι δυνάμεις μας μια ρευστή απειλή που δεν θα εγκλωβίζεται στις παγίδες και στα αδιέξοδα κάθε μάχης που γίνεται με τους όρους του εχθρού. Μια ρευστή απειλή που δεν θεαματικοποιείται γιατί εκτρέπει την κυρίαρχη αφήγηση, με τρόπο που δεν ταιριάζει στο σενάριο της πολεμικής ταινίας. Η ρευστή αυτή απειλή κινείται υπόγεια, ορμητικά, αναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις «εχθρού-φίλου», ξεγλιστρώντας περίτεχνα από κάθε απόπειρα περιγραφής και νοηματοδότησης άλλης από εκείνη που η επιτελεστικότητα των ίδιων των υποκειμένων νομιμοποιεί. Καθιστώντας το απρόβλεπτο οντολογική συνθήκη συγκρότησης των δικών μας δυνάμεων στερούμε από τον εχθρό το πλεονέκτημα της γνώσης, της εξουσίας του θεάματος πάνω μας. Στον διάχυτο εχθρό απαντάμε με τη ρευστή απειλή.
 
Αποδυναμωμένος και βραχυκυκλωμένος ο εχθρός θα εξαναγκαστεί να αμυνθεί, προσπαθώντας να αφομοιώσει ό,τι δεν αφομοιώνεται: οι εικόνες όμως θα του είναι πλέον άχρηστες ως όπλο αφού δεν θα μπορούν να αναπαραστήσουν τη δική μας δύναμη. Η ισχύουσα συμβολική τάξη θα αποδομηθεί μόλις αλλάξουμε το νόημά της. Οι κοινοί πόροι θα απαλλοτριωθούν μόλις πάψουμε να πληρώνουμε το αντίτιμο για τη χρήση τους. Η ζωή μας θα αποαποικιοποιηθεί μόλις αντικαταστήσουμε στις μεταξύ μας σχέσεις την ανταλλακτική αξία με την αξία χρήσης. Η μισθωτή σκλαβιά θα πάψει να είναι η κυρίαρχη μορφή του ποείν/πράττειν μόλις κοινωνικοποιήσουμε τις βασικές μας ανάγκες. Τα άτρωτα μέχρι τώρα οχυρά του εχθρού θα καταρρεύσουν σαν χάρτινοι πύργοι μόλις τα εγκαταλείψουν, όχι εκείνοι που τα υπερασπίζονται αλλά εκείνοι που τα συντηρούν με τον καθημερινό τους μόχθο ως αντάλλαγμα για την προστασία που τους παρέχουν. Η κοινωνία θα αλλάξει μόλις η αυτοοργάνωση καταστήσει παρελθόν την αντιπροσώπευση: όταν όλες και όλοι συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική συνδιαμόρφωση και ορίζουν αυτόνομα τη ζωή τους.
 
Είναι φανερό πως αν και ο εχθρός διατηρεί ακόμη τη δύναμη να διαφεντεύει την πραγματικότητα, όντας διάχυτος ως θέαμα, η οριστική έκβαση του πολέμου εξαρτάται κυρίως από εμάς, από τη συνείδηση και την έμπρακτη στράτευσή μας στον αγώνα με τρόπο που να συνιστούμε διαρκώς την απρόβλεπτη ρευστή απειλή που θα ανατρέψει εκ θεμελίων, με το κεραυνοβόλο ξέσπασμα της «θεϊκής βίας», τα πάντα.
 
Και απ’ ότι όλα δείχνουν, η ώρα της κρίσης έχει ήδη σημάνει...

KOE

Όσο και να δοκιμάσω τη φαντασία μου, όσο και να επενδύσω στο σουρεαλισμό μου, η ΚΟΕ (Κομουνιστική Οργάνωση Ελλάδας) με εκπλήσσει. Οι Σταλινικοί - Μαοϊκοί της ΚΟΕ ( ή αλλιώς ΚΚΕ – ΣΜ) έκαναν πάλι του θαύμα τους γεμίζοντας τους δρόμους με την πρώτη στην ιστορία της Ελλάδας αφίσα που δεν απευθύνεται στο λαό αλλά στους …βουλευτές. Με την αφίσα της η ΚΟΕ απευθύνεται στην ταξική συνείδηση των εκλεγμένων βολεμένων και τους καλεί να μην ψηφίσουν το νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό! Πόση Ηλιθιότητα μπορώ να αντέξω, αγάπη μου, πες μου πόσο;

GAP: Το τρίτο Project

«ο λαός θα μας πάρει με τις πέτρες» Γ. Α. Παπανδρέου

Το έχει μάλλον το όνομα να είναι για τις δύσκολες αποστολές. Τον παππού τον βάλανε οι άγγλοι να βγάλει περά το δύσκολο project της διάλυσης των ανταρτών. Λίγο η ευστροφία του, λίγο που ο Σιάντος ήταν παντελώς ζώων, λίγο που κανένας δεν κατάλαβε πως έγινε πρωθυπουργός και από ποιόν, ο Γεώργιος σήκωσε τη σημαία στην Ακρόπολη σαν απελευθερωτής. Μεγάλη μανούλα στου ελιγμούς. Δεν είχε βέβαια δει ούτε από μακριά τον αχό της μάχης, δεν είχε βιώσει κατοχή και πείνα, δεν είχε πολεμήσει σε καμία αντάρτικη ομάδα, γενικά δεν είχε κάνει τίποτα για τη λευτεριά. Και, όμως, ήταν ο απελευθερωτής. «Πιστεύουμε στη Λαοκρατία!» Λέει όταν φτάνει στην Αθήνα και από κάτω ο λαός τρώει για μια ακόμα φορά κουτόχορτο. Μαζί με το Γεώργιο ήρθα και οι Αγγλικές δυνάμεις, ήρθαν και τα Τάγματα Ασφαλείας, και ο λαός άρχισε σιγά – σιγά να το παίρνει πρέφα πως τούτο το αγόρι δεν ήρθε για καλό. Πως μάλλον ο Γεώργιος δεν είναι αυτός που φαίνετε και πως μάλλον τα έχει τακιμίασει με την αλεπού τον Τσόρτσιλ για να μας πάρει μέτρα. Μετά ήρθε ο Δεκέμβρης και όποιος είχε ακόμα αμφιβολίες τα κατάλαβε όλα. «Για σου Γιώργη Παπανδρέου τιμημένα αρχηγέ, που σε βρήκαν τόσες πίκρες και δεν λύγησες ποτέ!!!» Λέει το άσμα. Μόνο που όταν τα πράματα σκουραίνουν ο Γεώργιος έγινε και αυτός Γιωργάκης και ο Τσόρτσιλ βρήκε άλλα τσουτσέκια για να του κάνουν τη δουλειά.

Πέρασαν χρόνια. Οι άγγλοι αντικαταστάθηκαν από τους αμερικάνους. Ο εμφύλιος τελείωσε αλλά ο Γιωργάκης δεν ήταν στα πράματα. Όμως πάντα χρειάζεται ένας Γιώργης να τον εβάλουνε πάνω στο άλογο να σκοτώσει ξανά το δράκο. Η αριστερά ανέβαινε επικίνδυνα και οι Αμερικάνοι, που δεν ήθελαν με τίποτα να πάνε σε χέρια κομουνιστών τα χρήματα του Μάρσαλ, σκεφτήκανε ένα καινούργιο project: μαζέψανε όλα τα τσουτσέκια του κέντρου, όλα τα ρετάλια της αστικής πολιτικής, τον Σοφοκλή (κλι-κλι) το Βενιζέλο, τον Παπανδρέου και διάφορους Τσιριμόκους, και έτσι, το πρώτο ελληνικό κόμμα αμερικάνικης κατασκευής φτιάχτηκε. Το ονομάσανε Ένωση Κέντρου, βάλανε το Γεώργιο αρχηγό (ποίον καλύτερο;) και τον αμολήσανε να τους κάνει τη δουλειά: Να περιορίσει δηλαδή την δύναμη των αριστερών. Ο λαοπλάνος και ευφυολόγος Γεώργιος δεν αρκέστηκε, όμως, στην θέση που του έδωσε η Πρεσβεία. Ήθελε, το νούμερο, να γίνει και πρωθυπουργός. Δεν του είχε κάτσει καλά με το Δεκέμβρη που τον πέταξαν άρον – άρον και πείσμωσε. Άρχισε λοιπών Ανένδοτο Αγώνα με μόνο στόχο να καταλάβει την εξουσία. «Βρε καλά μου, βρε χρυσέ μου», τίποτα αυτός, εκεί, αγύριστο κεφάλι. Τσίμπησε και ο λαός, βγήκε για άλλη μια φορά στους δρόμους ενάντια στη νοθεία -λες και δεν είχε γίνει ποτέ ξανά νοθεία σε αυτή τη χώρα;- του έκατσε και ο θάνατος του Πέτρουλα και έγινε, αν έχεις το θεό σου αγάπη μου, το γεροτσουτσέκι των γερμανοτσολίαδων, ο τσανακογλείφτης του Τσόρτσιλ και των Αμερικάνων, έγινε Γέρος Της Δημοκρατίας!!!! Έλεος. (Αυτή η δημοκρατία είναι μεγάλη πόρνη τελικά). Ο Γεώργιος επέμενε να μείνει στη πρωθυπουργία παρά τη ρητή αντίθεση των αφεντικών του και έτσι οι Αμερικανοί αναγκάστηκαν να φέρουνε έναν άλλο Γεώργιο για να τον βάλει στη θέση του. Άλλο νούμερο και αυτός. Τον θέλανε για λίγους μήνες να τους κάνει τη δουλειά και μετά να ξαναφέρει την Δεξιά τάξη και ασφάλεια αλλά και αυτός την ψώνισε. Το έχει το όνομα μάλλον. Έμμηνε 7 ολόκληρα χρόνια και έγινε και Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Αντιβασιλιάς. Σαν το είπα, η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα…

Μετά ήρθε η μεταπολίτευση. Ο Γεώργιος είχε πεθάνει. Καραμανλής και μετά Παπανδρέου, για λίγο Μητσοτάκης – Σημίτης και μετά ξανά από την αρχή Καραμανλής και Παπανδρέου. Κωστάκης και Γιωργάκης αυτή τη φορά. Μην πάρουν και τα μυαλά τους αέρα. Έλα μου όμως που ήρθε αυτή η ριμάδα η Κρίση και που καλύτερος καιρός για μπίζνες; - σκεφτήκανε οι μεγάλο-καπιτάλες. Τα μεγάλα κεφάλια είπανε πως πρέπει να φτωχύνουμε για να πλουτίσουν. Αλλιώς δεν δουλεύει το σύστημα! Άμα δεν φτωχύνουμε δεν μπορούν να ξανα-κερδίσουν, δεν μπορούν να ξανα-αναπτυχθούν. Άμα δεν μας χρεώσουν μέχρι τα δισέγγονα πως θα μας εκμεταλλευτούν; Πως, όμως, θα μας πείσουν; Ποιος θα μας τα πει όλα αυτά; Ποίος θα βγάλει πέρα αυτό το 3ο project; Για τέτοια δύσκολα όμως δεν φτιάξαμε τους γιωργάκηδες; Ο μπουχέσας, βλέπετε, ήταν φθαρμένος και ολίγον τι παχύς, είχε και ένα Δεκέμβρη στην πλάτη και είπανε να μην τον πιέσουνε. Τον διάταξαν λοιπών να χαρίσει 28 δις στις τράπεζες, να καταχρεώσει την χώρα και να παραδώσει την εξουσία στο Γιωργάκη. Αυτά του είπαν και του υποσχέθηκαν να τον αφήσουν ήσυχο. Έτσι, φτάσαμε στο θαυμαστό νέο κόσμο του 3ου project. Ο Γεώργιος καβάλα στο ήρεμο άλογο της σωτηρίας ξεπροβάλει μέσο από τον αχό της καταστροφής για να καταπνίξει τον κερδοσκόπο δράκο και να σώσει για άλλη μια φορά την παρτίδα. Μόνο που ο καπνός αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα οπτικό εφέ, το πράσινο άλογο μουλάρι, ο δράκος πλαστική κούκλα, ενώ ο καβαλάρης Γεώργιος δεν μπορεί να καβαλήσει με επιτυχία ούτε ποδήλατο.

Γιωργάκη,

Το παιχνίδι χόντρυνε. Για αυτό φύγε όσο πιο γρήγορα μπορείς γιατί θα σε πάρουμε με τις πέτρες. Έρχεται η ώρα σου. Και να είσαι σίγουρος πως θα τα πληρώσεις εσύ για όλους. Και για τον Παππού σου τον τσανακογλείφτη, για τον Τσόρτσιλ και τους Αμερικάνους, για τη χούντα και για το παρακράτος, για τις μίζες και τα «μαύρα ταμία», για τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που μας κλέψαν τη ζωή και μας βιάσανε τα όνειρα.

Το χρέος να το πληρώσεις εσύ και η φάρα σου. Εμείς δεν ξοφλάμε τίποτα ρε χαμένε. Δεν ξοφλάμε τίποτα γιατί δεν έχουμε ξοφλήσει ακόμα…

Εκδρομή

Το ύψος της περίστασης
επιβάλει σύνεση
Και όμως,
είναι βράδυ
και εγώ σχεδιάζω
τις ηδονικές εκδρομές του αύριο
αδιαφορώντας παντελώς
για τις συνέπιες
μιας ακόμα λιποταξίας

Ψηλαφώντας τα όρια ανοχής τους κράτους
νιώθω για στιγμές πως αγγίζω την ελευθερία

Και είναι αυτή
η ευγενής και ταπεινή ψευδαίσθηση
που με κάνει ακόμα
να αλητεύω

Κρίση και μύθος της πράσινης ανάπτυξης

Όπως έχει διεξοδικά περιγραφεί από τους περισσότερους αναλυτές ο πυρήνας της σημερινής κρίσης εδράζεται στην ανικανότητα του καπιταλισμού να επενδύει συνεχώς στο φτηνό χρήμα διογκώνοντας περεταίρω τη ραντιέρικη σφαίρα. Η επένδυση στην κατανάλωση χωρίς εισαγωγή καινοτομίας και αλλαγή του τεχνολογικού υποδείγματος, η προσφυγή στο φτηνό χρήμα για της τροφοδότηση της κατανάλωσης, δημιούργησαν συσσώρευση κεφαλαίου τέτοιου μεγέθους που η οικονομική ερημοποίηση της μεσαίας τάξης (κυρίως μέσω της καθολική υποθήκευση των εισοδημάτων στης) έκαναν την ατμομηχανή της κατανάλωσης να αγκομαχεί.

Η θεωρία των οικονομικών κύκλων του Kondratiev μας αποκαλύπτει από τις αρχές του αιώνα πως η οικονομική κρίση δεν αποτελεί το καρκίνωμα του καπιταλισμού, όπως πίστευε ο κλασικός μαρξισμός, αλλά αντίθετα αναγκαίο στάδιο για την αναγέννησή του. Κατά τον Kondratiev, αυτό που πυροδοτεί κάθε καινούργιο κύκλο ανάπτυξης είναι η εισαγωγή καινοτομίας. Η καινοτομία αλλάξει άρδην τη μορφή της παραγωγής αλλά και του ίδιου του προϊόντος μεταλλάσσοντας το κυρίαρχο τεχνολογικό παράδειγμα. Όποιος κλάδος της παραγωγής δεν μπορεί να προσαρμοστεί είναι αναγκασμένος σε κατάρρευση. Η εισαγωγή του νέου τεχνολογικού παραδείγματος δεν γίνεται βέβαια «φυσικά», δεν προκύπτει ως «κοινωνική αναγκαιότητα» και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι κάθε φορά που ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση μπορεί με την ίδια ευκολία να εισαγάγει καινοτομία ικανή να το βγάλει από το τέλμα.

Η ίδια η Τρίτη Βιομηχανική επανάσταση, η επανάσταση του τεχνολογικού αυτοματισμού, της κυβερνητικής και των υπολογιστών, παρότι αποτέλεσε βασική αιτία για την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και για την οικονομική επέκταση του δυτικού καπιταλισμού στης χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, αποδείχθηκε μια τεράστια φούσκα. Καθώς όχι μόνο δεν κατάφερε να φέρει τα πολυπόθητα αποτελέσματα που προοιώνιζαν οι θεριστικοί της αλλά μετά από μια μικρή περίοδο ανάκαμψης οδήγησε ξανά τον καπιταλισμό στην ύφεση, στην υπερχρέωση και στη δομική ανεργία. Παρόλα αυτά η Τρίτη βιομηχανική επανάσταση επενδύθηκε με ένας κολοσσιαίο καπιταλιστικό μύθο που έφτανε μέχρι την ουτοπική υπόσχεση της άρσης κάθε εκμετάλλευσης μέσω της τεχνολογίας!

Τι κάνει όμως σήμερα ο καπιταλισμός μπροστά στην πρωτοφανή του κρίση; Το σίγουρο είναι πως δεν βρίσκεται μπροστά στο χείλος της κατάρρευσης. Και αυτό όχι μόνο γιατί καμία κυρίαρχη τάξη δεν αυτοκτονεί αλλά και γιατί δεν είναι ορατός σήμερα κανένας συνολικός μετακαπιταλιστικός θεσμός ικανός να προβάλει ως αντίπαλο δέος. Η παρούσα οικονομική κρίση έχε αναμφίβολα ως αποτέλεσμα το τέλος των καπιταλιστικών υποσχέσεων και μαζί τη συνακόλουθη αμφισβήτηση των θεσμών διακυβέρνησης. Οι κρίσεις όμως διακυβέρνησης ρυθμίζονται από την εξουσία με την προσφυγή στο μύθο. Η δημιουργία πολιτικών μύθων λειτουργεί ως ανασύνθεση της συναίνεσης, παράγει καινούργια μοντέλα διακυβέρνησης ικανά να ασκούν τον κοινωνικό έλεγχο, όπου ο εξαναγκασμός δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει.

Ποίος είναι όμως ο νέος μύθος του καπιταλισμού; Κατά την άποψή μου είναι η πράσινη ανάπτυξη. Σήμερα, η πράσινη οικονομία αντιπροτείνεται ως εναλλακτική λύση στα τεράστια οικονομικά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα. Δεν είναι, όμως, τίποτα παραπάνω από την αλλαγή του τεχνολογικού παραδείγματος. Πρέπει σε αυτό το σημείο να τονίσουμε σε αντίθεση με παλαιότερες ιστορικές αλλαγές στο τεχνολογικό υπόδειγμα δεν έχουμε εδώ την εισαγωγή καινοτομίας (που συνήθως συνοδεύει αυτές τις αλλαγές) αλλά τη συστηματική αναμόχλευση όλων των προϊόντων της παλαιάς βιομηχανίας έτσι ώστε να πολωθούν με …πράσινη συσκευασία. Η μεγαλύτερη απόδειξη της παραπάνω θέσης βρίσκεται στην ίδια την παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή. Σήμερα, σε αντίθεση με κάθε άλλη περίοδο κρίσης δεν έχουμε την κατάρρευση κανενός κλάδους της παραδοσιακής βιομηχανίας – όπως συμβαίνει πάντα με την εισαγωγή καινοτομίας – αντίθετα παρατηρούμε τις ίδιες καπιταλιστικές πηγές πλούτου να παράγουν τα νέα προϊόντα. Οι ίδιες παραδοσιακές βιομηχανίες αυτοκινήτων λανσάρουν σήμερα υβριδικά αυτοκίνητα, οι πετρελαϊκές εταιρίες είναι οι πρώτες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή υδρογόνου και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο τα τζάμια των σπιτιών γίνονται πράσινα τζάμια, τα τηγάνια πράσινα τηγάνια, τα καλλυντικά πράσινα καλλυντικά, τα αρώματα πράσινα αρώματα, τα σπίτια πράσινα σπίτια, τα φράγματα πράσινα φράγματα, οι μπαταρίες πράσινες μπαταρίες, ενώ οι διαχρονικά ίδιοι καπιταλιστές αλογομούριδες μας «πουλάνε» …πράσινα άλογα. Η απουσία ριζικών αλλαγών στην παγκόσμια παραγωγή είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ιδεολογικής κατασκευής του μύθου της πράσινης ανάπτυξης.  

Το γεγονός ότι ο καπιταλισμός καταστρέφει τον πλανήτη σε βαθμό που η ζωή σε αυτόν δεν μπορεί πια να γίνεται με βιώσιμους όρους, το ότι χρειάζεται αλλαγή κατεύθυνσης σε παγκόσμιο επίπεδο προς μια πορεία που θα σέβεται το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω από εμφανές. Επειδή, όμως, η αλλαγή αυτή συντελείτε υπό κεφαλαιοκρατικούς όρους, όρους δηλαδή που η ανθρώπινη εργασία παραμένει ακόμα εμπόρευμα που αγοράζεται και μεταπωλείται με κέρδος, είναι ακόλουθο να φέρει ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση και ανεργία καθώς και την πλήρη εργαλειοποίηση της φύσης.

Ο μύθος της κλιματικής αλλαγής

Θα αναρωτιέται κανένας πως είναι δυνατόν σε παγκόσμιο επίπεδο να μην υπάρχουν σοβαρές έστω ενστάσεις απέναντι στην ιδεολογία της πράσινης ανάπτυξης. Οι λόγοι είναι πολλοί. Από τη μια είναι γεγονός πως ο σύγχρονος καπιταλιστικός λόγος για την πράσινη ανάπτυξη έχει εγκολπώσεις πολλές από τις διαπιστώσεις του ριζοσπαστικού – επαναστατικού οικολογικού κινήματος όπως αυτό ξεπήδησε μέσα από την πανσπερμία των ιδεών του Γαλλικού Μάη του 68ʼ. Και είναι ακόμα σίγουρο πως το δυναμικό αυτού του κινήματος εν πολύς εγκατέλειψε την παλαιά επαναστατική του ρητορεία με αποτέλεσα να γίνει πόλος στο αστικό παιχνίδι της εξουσία. Πόλος, μου μάλιστα σε πολλές χώρες της Ευρώπης απειλεί να αντικαταστήσει την πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατία η οποία άλλωστε έχει σχεδόν υιοθετήσεις όλες τις πράσινες αναπτυξιακές εναλλακτικές πολιτικές ως δικές της στρατηγικές. Όμως, ο βασικότερος λόγος που η ιδεολογία της πράσινης ανάπτυξης κυριαρχεί είναι η επιβολή του φόβου της κλιματικής αλλαγής.

Σε παγκόσμιο επίπεδο η επιβολή του φόβος της κλιματικής αλλαγής συνδέεται με κατακλυσμιαία συνέρια για το κλίμα που φτάνουν στα όρια της μεταφυσικής. Ενδεικτικό άλλωστε την προπαγανδιστικής φρενίτιδας είναι η παντελώς ατεκμηρίωτη επιστημονικά ραγδαία αύξηση της στάθμης των θαλασσών αλλά και η πρόκληση μεγάλων πλημμυρών και Τσουνάμι τα επόμενα χρόνια. (σημείωση: η αιτία των Τσουνάμι είναι μόνο τεκτονική και δεν έχει καμία σχέση με το κλήμα). Η ουδετερότητα της επιστήμης αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά ένα τεράστιο ψέμα καθώς δισεκατομμύρια δολάρια επενδύονται από εταιρίες κολοσσούς σε επιστημονικές ομάδες που χρησιμοποιούν τα όποια επιστημονικά δεδομένα για να παράγουν εφιαλτικά σενάρια πέρα από κάθε επιστημονική μεθοδολογία και λογική.

Αειφόρος ανάπτυξη

Στον κεντρικό πυρήνα, τέλος, της ιδεολογία της πράσινης ανάπτυξης συναντάμε την έννοια της αναπτυξιακής αειφορίας. Εδώ ο μύθος αποκαλύπτει το πιο κίβδηλο ιδεολόγημά του. Η σύνδεση της «φιλικών» προς το περιβάλλον προϊόντων με τη συνεχή και ανεμπόδιστη -εις το διηνεκές- ανάπτυξη είναι ένα πρόδηλο ψέμα. Πως είναι δυνατόν οποιαδήποτε μορφή ανάπτυξης, η οποία εξορισμού σημαίνει την διόγκωση και την συσσώρευση του κεφαλαίου, να κινείται ανεμπόδιστα; Πως μπορεί οποιαδήποτε μορφή εκμετάλλευση να συγκεντρώνει πλούτο και να μην οδηγείται σε κρίση; Και ποιον άλλο μηχανισμό έχει ανακαλύψει ο «πράσινος» και «ειρηνικός» καπιταλισμός για να νικάει τις κρίσης υπερσυσσώρευσης πέρα από την αλλαγή εκ νέου του τεχνολογικού παραδείγματος ή τον πόλεμο ως μαζική μηχανή καταστροφής;

Είναι κάτι παραπάνω από σαφές πως η μόνη ορατή λύση δεν είναι η πράσινη ανάπτυξη αλλά μια νέα διαδικασία προσανατολισμένη σε μία ποιοτική έννοια του πλούτου, δηλαδή μη οικονομική, που θα βάζει ως πρόταγμα την αντιστροφή της οικοδομικής ανάπτυξής, τη συρρίκνωση της οικονομίας και να αναθέτει κάθε ζωντανή ανθρώπινη ανάγκη στη διευθέτηση της πολιτικής συλλογικής απόφασης.

Ο τοίχος

Ο τοίχος είχε από νωρίς
εκείνη την ήρεμη αποφασιστικότητα
που τον χαρακτήριζε κάτι τέτοιες μέρες.

Ήξερε,
πως αρκετοί αδέξιοι δήμιοι θα αστοχούσαν
με αποτέλεσμα να πληγώνουν ξανά
το γέρικο σώμα του.

Δεν έδειχνε θλιμμένος
-κάθε άλλο-
μετά από τόσα χρόνια είχε πλέων συνηθίσει
τις εκτελέσεις.

Ένοιωθε κομμάτι της τελετουργίας
αναπόσπαστος παράγοντας του σκηνικού
παλαίμαχος σύντροφος των νεαρών στρατιωτών
που εκτελούσαν κάθε φορά τους αντιφρονούντες.

Ο τοίχος είχε διαλέξει στρατόπεδο
Ήταν πάντα με τους νικητές.
Άσχετο αν η ιστορία είχε έρθει πολλές φορές τούμπα
και οι παρατάξεις άλλαζαν στην εξουσία σαν την παλίρροια.

Δεν ήταν ότι δεν είχε ηθική
και ιδεολογία
ούτε γιατί λάτρευε το αίμα και τη ζεστή σάρκα
-Κάθε άλλο-

Αλλά ο ρόλος του –βλέπεται-
η θέση του
δεν του επέτρεπαν και πολλά

Φτιαγμένος από τσιμέντο
το εύπλαστο υλικό της εξουσίας
Δεν ήταν και για τίποτε άλλο
Δε νομίζεται;

Οι Φιλάργυροι του Αποπηγαδίου…


Φτάσαμε στο Αποπηγάδι κατά το μεσημέρι. Αυτή τη φορά δεν ήμασταν πολλοί. Η Φένια, η Μαριλού και ο Χοντρός είχαν εγκαταλείψει για διαφορετικούς λόγους ο καθένας με κοινό παρανομαστή ότι τα λεφτά ήταν ελάχιστα για μια τόσο μεγάλη ταλαιπωρία. Αναγκαστικά η Έλενα, εγώ και ο Νίκος, αφαιρόντας μια σκηνή που δεν γινόταν να παιχτεί παίζαμε από δύο ρόλους ο καθένας, χωρίς φυσικά διπλό μεροκάματο. Ο «μπιπ» έτριβε τα χέρια του και εμείς τα πόδια μας από την ορθοστασία. Ήταν κουραστική παράσταση με πολύ τραγούδι και χορό και αναγκαστικά έπρεπε να κάνουμε και πρόβα για να θυμόμαστε τους καινούριους μας ρόλους σε όλα τα χωρία αυτής της παράλογης περιοδείας (ή αρπαχτής) που γινόταν για να τρώνε διά του δύο τα λεφτά της επιχορήγησης σκηνοθέτης και δήμαρχος. Εμείς πάλι είχαμε φάει σουβλάκια σε άλλες τρεις κεντρικές πλατείες εκείνη την εβδομάδα και όσο σκεφτόμουν πως το ίδιο «καλλιτεχνικό» συμπόσιο θα επαναλαμβανόταν μετά την παράσταση και στο Αποπηγάδι σκεφτόμουν να προφασιστώ μικρό τραυματισμό, που θα είχε προκληθεί από τον υπερβάλλον ζήλο μου στη σκηνή του μαγειρέματος του βασιλικού στιφάδου. Όμως τίποτα από όλα αυτά δεν χρειάστηκε να συμβεί εξ΄ αιτίας μιας απροσδόκητης διαδήλωσης. Ο Κυρ Σταύρος είχε κλείσει με το φορτηγό του την επαρχιακή αούτομπανγκ του Αποπηγαδίου και κουνώντας την κατσούλα του φώναζε: «Ούστ μαυροπουκαμισάδες!». Εμείς κατεβήκαμε δειλά – δειλά από το μίνι – μίνι μπας μας για να δούμε τι συμβαίνει. Έτρεφα μια πολύ μικρή - έως ελάχιστη - ελπίδα, ότι η άρνηση της εμπορευματικής τέχνης είχε ξεκινήσει από το Αποπηγάδι, ότι ο κυρ Σταύρος και οι πέντε του θα έλεγαν το μεγάλο όχι στα εμπορικά σκουπίδια και πως αντί για την παρωδία του Γαλλικού πνεύματος, θα απολαμβάναμε όλοι μαζί, ένα γνήσιο κρητικό γλέντι με λύρες, μπαλωθιές, και άφθονη ράκη, όλα εκτελεσμένα και σερβιρισμένα από του ανδρείους μαχητές του άντι-εμπορευματικού, εγγονούς του κυρ Σταύρου. Δυστυχώς όμως (ή ευτυχώς) το Αποπηγάδι αδιαφορούσε παντελώς για μας και την εμπορική τέχνη και το όλο σκηνικό ήταν απόρροια μιας παρεξήγησης. Μας είχαν περάσει λέει για την αποστολή της γαλλικής εταιρίας που περίμεναν. Βλέπεις ήτανε και ο δήμαρχος μαζί μας. Η E.D.F., η αντίστοιχη της Δ.Ε.Η. στη Γαλλία, προσπαθούσε εδώ και μήνες μέσω θυγατρικών της να γεμίσει ανεμογεννήτριες την κορυφογραμμή της Κρήτης, πράγμα καταστροφικό για τα χωριά και το οικοσύστημα της περιοχής που θα υποχρεούταν να δεχθεί τεράστιους τσιμεντένιους όγκους. Παρά όμως το ότι η παρεξήγηση λύθηκε και εμείς μπορέσαμε να περάσουμε στο χωριό, η παράσταση ακυρώθηκε καθώς οι μόνοι θεατές μας συνελλήφθησαν μετά από έφοδο της αστυνομίας στο ηρωικό οδόφραγμα του Κυρ Σταύρου. Την επόμενη μέρα, ο Δήμαρχος μας βρήκε άλλους θεατές για τη διεκπεραίωση της επιχορήγησης - και τη περίεργο - Γάλλους! Οι Γάλλοι θεώρησαν την παράστασή μας σαν μια κίνηση καλής θέλησης. «Δυστυχώς» είπε ο Δήμαρχος, «τα παιδιά δεν πρόλαβαν να μάθουν το κείμενο στο πρωτότυπο για να καταλαβαίνεται και εσείς». «Ευτυχώς που προλάβαμε να το μάθουμε και στα Ελληνικά» σκεφτήκαμε εμείς και ζητήσαμε ρεπό από το σουβλάκι της πλατείας και τη φαντασιακή γαλλομάθεια του δημάρχου, για να πάμε μια βόλτα στο χωριό του ανέμου πριν το πάρει ο άνεμος. Την επόμενη μέρα, ξυπνήσαμε νωρίς για να φύγουμε. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα. «Μην ανυσηχήται δε θα έχετε κανένα πρόβλημα στη έξοδο» μας καθυσήχασε ο δήμαρχος και πραγματικά δεν μας εμπόδισαν να φύγουμε ούτε εμάς ούτε τους φίλους μας τους Γάλλους…

Η αυλακιά του Ρεμπώ

Η συντροφιά του ταξιδιώτη είναι ο θάνατος. Όχι μόνο για τον κοινότοπο λόγο, που είναι εν μέρει αλήθεια, ότι τα ταξίδια είναι επικίνδυνα: πως μέσα στην αλληλουχία των κυμάτων σε μια πλεύση χωρίς ορίζοντα, στην ταχύτητα που θρυμματίζει τα τοπία, στο κενό του αιθέρα που αψηφά τη γλυκύτητα μιας γης γνώριμης, η ζωή γίνεται απροσμέτρητα φτηνή… Το γνώριζαν άλλωστε καλύτερα από μάς τους σημερινούς ταξιδιώτες εκείνοι που σε άλλους καιρούς με παρηγοριά ένα άλογο κι έν' αστέρι, μια καμήλα ή ένα κέδρινο πλεούμενο, πριν ακόμα ο κόσμος μετρηθεί με τον χάρτη και την πυξίδα, με το στροφόμετρο, το βυθόμετρο και το χιλιομετροδείκτη, έσχισαν με μία αποφασιστική κίνηση, μολονότι τρέμοντας από τη συγκίνηση και τον φόβο, το παραπέτασμα του σύμπαντος για να μπουν στις σκιερές λόχμες της φαντασίας - και τί ήταν άλλωστε τότε η φαντασία, άλλο από την πιθανότητα μιας μοιραίας συνάντησης στο τρομερό πέρα που κάνει τα πάντα δυνατά, η περίτρομη στάση στο αχαρτογράφητο και στο τερατώδες, ένα βήμα πιο 'κεί από τον οικισμένο κόσμο των ανθρώπων και των θεών, ένα βήμα πιο 'δω από τον ανελέητο μορφασμό του ερέβους; Είναι πάντα ο θάνατος, αλλά όχι κυρίως γι' αυτό…

Υπάρχουνε όμως ακόμα ταξίδια, συναντάει κανείς ακόμα στις μέρες μας ταξιδιώτες; Τώρα που ο κόσμος μετρήθηκε, καταγράφτηκε, μπήκε στους χάρτες και στα χωροταξικά διαγράμματα, στα συμβόλαια και στους τίτλους ιδιοκτησίας, όταν ακόμα και η πιο απείθαρχη διάσταση του ταξιδιού, ο χρόνος, που οι απρόβλεπτες διογκώσεις και περιστροφές του μπορούσαν να καταβάλουν την πιο ακοίμητη θέληση και το πιο άγρυπνο μάτι να γείρει απ' τον μοιραίο ύπνο, έγινε με τη σειρά του τροφή των ταξιδιωτικών γραφείων, προσχεδιασμένη μέχρι το τελευταίο της δευτερόλεπτο ανάπαυλα στον ρυθμό της μηχανής που χτυπάει ακατάπαυστα στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στην Αμβέρσα, στο Τόκιο, που η γη παραδόθηκε πληγωμένη, ετοιμοθάνατη, στις ορδές των τουριστών για την τελευταία λεηλασία, τώρα που η Μπανγκόκ μοιάζει κακόφημη συνοικία του Παρισιού και οι ινδιάνοι πίνουν φτηνή μπύρα τ' απόβραδα στο λιμάνι της Βέρα-Κρους --στα μάτια τους γέρνει μια έρημος νεκρών βουβαλιών-- κοντολογίς, τώρα που ο κόσμος τελείωσε, ποιος δρόμος απομένει να διασχίσουν ακόμα τα κουρασμένα πόδια της μοναξιάς, να ακουμπήσει η έγνοια που ήλπισε για τελευταία φορά κάτω από τον ήλιο; Ό,τι κι αν πείτε, τα ταξίδια έχουν τελειώσει από καιρό και στους αρχαίους δρόμους των ταξιδιωτών τα τουριστικά μίνι-μπας αφήνουν πίσω τους ατελείωτη ουρά στραγγαλισμένα τενεκεδάκια Pepsi-Cola: ένα σύμπλεγμα ερωτικό λύνεται στο Κατζουράο και μια ελεφάντινη μάσκα στον Άνω Νείλο κλείνει με οδύνη τα βλέφαρα, μαστιγωμένα από τ' ανελέητα φωτογραφικά φλας. Τα τελευταία δείγματα σπάνιων ειδών σπαρταρούν με αγωνία μέσα στα λευκώματα.

Και όμως, το χλωμό είδος τού ταξιδιώτη δεν έχει εξαφανιστεί. Πώς επέζησε μέχρις εδώ, πώς αντέξανε τα κουρασμένα πόδια τα φορτωμένα με τη σκόνη βουνών κατακρημνισμένων και βυθισμένων ηπείρων, μυστήριο… Νάτος όμως μπροστά μας, γνώριμος από την αρχή και πάντα ξένος, με τον σάκο του μαρτυρίου του και με τη βαθιά χαρακιά της απόγνωσης που χωρίζει το μέτωπο στα δύο. Σήμερα που ο τουρισμός είναι πλέον μαζικός, και λαϊκός, αν η λέξη δεν διαμαρτύρεται σε τέτοια χρήση, είναι εύκολο να τον μπερδέψει κάποιος με τον τουρίστα. Πάντως το έμπειρο μάτι δεν γίνεται να γελαστεί: σημεία αδιάψευστα μαρτυρούν, από τα δάχτυλα ώς τη μνήμη, δίπλα σε στίφη ανύποπτων τουριστών και παιδιών που θα ζητιανεύουν αμερικάνικα τσιγάρα, το ίχνος μιας πολλαπλής μοναξιάς, μιας ανάμνησης που πυορροεί, μιας ελπίδας πρώιμα ρυτιδωμένης. Ξέρει λοιπόν να υποδεχθεί αυτή τη σκιά που αντάλλαξε τον χώρο με χρόνο, και που στο τέλος εξορίστηκε κι από 'κεί, καταδικασμένη να γυροφέρνει σε κύκλους ατέρμονους, στα βουβά περάσματα ανάμεσα στους κόσμους… Ποτάμι αδιάβατο κυλάει πίσω της, το σπίτι ξεμακραίνει οι γέφυρες κόβονται, βήμα με βήμα στραγγίζονται στη μνήμη. Καμιά γη δεν θα την καλοδεχτεί, ολόιδια ξένη στον καινούργιο της κόσμο, και δυο φορές ξένη σήμερα, όπως την ξεκουφαίνουν τα τσιριχτά τής αγορασμένης απόλαυσης των κίβδηλων ταξιδιωτών που καμώνονται πως της μοιάζουν.

Γιατί, το είπαμε, θ' αναγνωρίσουμε άσφαλτα τον ταξιδιώτη από τη μόνη του συντροφιά: τον θάνατο. Κορδέλα που στεφανώνει το ιδρωμένο μέτωπο, διάδημα από μοναξιά και από τη σκόνη τού δρόμου… Και όχι βέβαια επειδή τα ταξίδια είναι κάποτε επικίνδυνα: μάλλον επειδή για εκείνον που φεύγει το σώμα δεν έχει πλέον άγκυρα στον κόσμο. Χωρίς χρόνο οικείο, από καιρό δίχως εδώ, τινάζεται απελπισμένα έξω από την ίδια του τη ζωή όπως το φίδι από τη φλεγόμενη φωλιά του. Το είπαμε: όταν ανοίξει ο κύκλος των δραπετεύσεων δεν υπάρχει τέρμα - πρέπει να σπάσουν ένας ένας οι κρίκοι της οικειότητας, να λυθούν έως τέλους οι δεσμοί με τον κόσμο, το φοβισμένο μαλάκιο που σάλευε διστακτικά μέσ' στο καύκαλό του να χυθεί στο μεγάλο ποτάμι, που δεν επιστρέφει. Πίσω, μακριά, χαμηλώνουν τα φώτα του κόσμου πολιτείες βουλιάζουνε σε κρύα σκοτάδια, η πλάση ξαναγυρίζει στο άμορφο. Το ταξίδι ακυρώνει το σύμπαν.

Και όμως, το χλωμό είδος τού ταξιδιώτη δεν έχει εξαφανιστεί. Πώς επέζησε μέχρις εδώ, πώς αντέξανε τα κουρασμένα πόδια τα φορτωμένα με τη σκόνη βουνών κατακρημνισμένων και βυθισμένων ηπείρων, μυστήριο… Νάτος όμως μπροστά μας, γνώριμος από την αρχή και πάντα ξένος, με τον σάκο του μαρτυρίου του και με τη βαθιά χαρακιά της απόγνωσης που χωρίζει το μέτωπο στα δύο.

1. Αποσπάσματα από το βιβλίο Η αυλακιά του Ρεμπώ, πρώτο μέρος σχεδιαζόμενης ταξιδιωτικής τριλογίας με τίτλο "Οι δρόμοι της αδύνατης διαφυγής".

Η ΑΝΑΡΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Τον Δεκέμβρη του 2008 κατά τη διάρκεια των γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ο αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος απάντησε στις φασιστικές εκκλήσεις των ΜΜΕ για επιστροφή σε «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» με το αφοπλιστικό σύνθημα «εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές».

Ποια επικίνδυνη υποκρισία κάνει τώρα ορισμένους να μιλάνε για τα ανύπαρκτα μέτρα πυροπροστασίας της τράπεζας και όχι για τις ζωές που χάθηκαν; Ποια οργουελική αντιστροφή της πραγματικότητας κάνει κάποιους να μιλούν για το τραγικό συμβάν σαν να επρόκειτο για βραχυκύκλωμα;

Δεν καταλαβαίνουμε άραγε ότι αυτή η υποκρισία είναι αντίστοιχη των νατοϊκών δολοφόνων που μιλούσαν για «παράπλευρες απώλειες»;

Δεν καταλαβαίνουμε άραγε ότι η δεδομένη και αυτονόητη κυνικότητα και κτηνωδία ενός μεγαλοκαπιταλιστή, που επέβαλε εκβιαστικά στους υπαλλήλους του να βρίσκονται μέσα στην τράπεζα, δεν εξιλεώνει κανέναν για τους νεκρούς;

Δεν καταλαβαίνουμε άραγε ότι αν χρησιμοποιείς τις τακτικές του κτήνους το οποίο αντιπαλεύεις έχεις γίνει ίδιος μ’ αυτό;

Αν για κάτι αγωνίζονται οι αναρχικοί, αν για κάτι αξίζει να αγωνιστούν οι άνθρωποι είναι για την Ζωή, την Ελευθερία και την Αξιοπρέπεια. Για έναν κόσμο όπου ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία…

Στη διαδήλωση της 6/5 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, που ανταποκρίθηκε σε κάλεσμα της ένωσης νοσοκομειακών γιατρών θεσ/νίκης και πρωτοβάθμιων σωματείων, αρκετός κόσμος, αναρχικοί και αντιεξουσιαστές από το τελευταίο μπλοκ, φώναξε επανειλημμένα: “ήταν δολοφονία, δεν έχουμε αυταπάτες, κράτος και Βγενόπουλος δολοφονούν εργάτες”. Σίγουρα μια τέτοια σκέψη για κάποιους είναι ανακουφιστική. Είναι όμως βέβαιο ότι αντιλαμβάνονται το περιεχόμενο και τις προεκτάσεις αυτού που εύχονται;

Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη στη Marfin το μεσημέρι της 5/5/2010. Γνωρίζουμε όμως, ότι την ώρα που ακούσαμε τη τραγική είδηση, κανείς από τον περίγυρό μας δεν ήταν σε θέση να πει πως αποκλείεται να έγινε αυτό που οι εισαγγελείς των ΜΜΕ ανακοίνωναν! Και αυτό είναι επίσης τραγικό.

Γιατί αν με την πρακτική μας δεν καθιστούμε ολοφάνερα αδιανόητο (και πρώτα απ’ όλα σε εμάς τους ίδιους) κάτι τέτοιο να προήλθε από άτομα που κινούνται στον ίδιο χώρο με εμάς, τότε έχουμε ήδη ανοίξει το δρόμο ώστε να συμβαίνουν τραγωδίες (από φονική ανευθυνότητα, από διεστραμμένη μοχθηρία ή από δόλιο σχεδιασμό).

Σε μια γενικευμένη εξέγερση υπάρχουν ανεξέλεγκτοι νεκροί, έγινε στο Λος Άντζελες, έγινε στην Αργεντινή. Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να αποδώσει σε κάποιο οργανωμένο πολιτικό ρεύμα αμφισβήτησης τους θανάτους αυτούς.

Το γεγονός ότι οι 3 δολοφονημένοι της Marfin χρεώνονται στην αναρχία δείχνει σίγουρα μεγάλες ευθύνες. Ποιος μπορεί να αγνοήσει την ανοχή σε πρωτοποριακές λογικές και στην περιφρόνηση της ζωής; Δεν πα να λες ότι οι έμπειροι αναρχικοί τόσα χρόνια, τόσες τράπεζες έχουν κάψει, και ότι κανένας δεν κινδύνευσε… Δεν πα να λες ότι φταίει ο Βγενόπουλος που υποχρέωσε τους εργαζόμενους να μείνουν στην τράπεζα, που δεν είχε πυρασφάλεια κλπ

Η ευθύνη δεν φεύγει από πάνω σου.

Αν υπάρχουν έστω και ελάχιστα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί και φτάνουν στην ανευθυνότητα να πυρπολούν κτήρια με κόσμο μέσα, κάπως έχει καλλιεργηθεί αυτή η ανευθυνότητα.

Αν, ακόμα χειρότερα, έχεις στρώσει το δρόμο ώστε να συμβεί η μεγαλύτερη μεταπολεμική προβοκάτσια στην ελλάδα, τότε οι μακροπρόθεσμες συνέπειες ξεπερνούν και την τραγωδία των 3 δολοφονημένων.

Και η απάντηση δεν είναι οι διαμαρτυρίες ότι «ο εχθρός είναι αδίστακτος». Ξέρουμε και την Piazza Fontana στο Μιλάνο και τη Scala στη Βαρκελώνη.

Η απάντηση είναι η αναδυόμενη πολυπληθής αντιπολίτευση που ριζώνει σε όλους τους κοινωνικούς χώρους και πανελλαδικά, με επίμονη και κοπιαστική δουλειά, με συντροφικότητα, αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη. Η απάντηση είναι ο αγώνας για τη ζωή, όχι για τον θάνατο.

Εκδόσεις-περιοδικό Πανοπτικόν, Εκδόσεις των Ξένων, Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, Εκδόσεις Εξάρχεια, Μαύρο Πιπέρι του Ευβοϊκού, Περιοδικό Νυκτεγερσία

Ο Νίτσε και η συγχώρεση

Από τότε που εφευρέθηκε το συγνώμη χάθηκε το φιλότιμο λένε κάτι φιλόσοφοι της πεντάρας. Και η αλήθεια είναι πως παρότι η πεντάρα δεν έχει πια καμιά αξία το απόφθεγμά τους μοιάζει να εμπεριέχει πολύ δόση από αλήθεια. Για άλλη μια φορά θα σας κουράσω με προσωπικές μου ιστορίες.

Πριν από λίγο καιρό πέρασα δύσκολες μέρες. Μια φίλη μου απομακρύνθηκε από εμένα χωρίς να ξέρω αρχικά το γιατί. Δεν μου έλεγα τίποτα. Το σεβαστικά. Όμως μετά από μερικές ημέρες δεν άντεξα και την πίεσα να μου πει τι είχε συμβεί. Μου το είπε. Για την ακρίβεια το σκιαγράφησε. Μπορεί να μην κατάλαβα το πώς και το γιατί ακριβώς αλλά η αλήθεια είναι ότι κατάλαβα το σημαντικότερο. Υπάρχουν πράξεις μου που την πλήγωσαν. Πράξεις που την αναγκάζουν να μην μπορεί να με βλέπει πια σα φίλο της. Μου εξομολογήθηκε ότι αναρωτήθηκε πολλές φορές για το αν έπρεπε να το παραβλέψει, να διαγράφει το ό,τι έγινε και να κρατήσει μόνο τις θετικές αναμνήσεις, να με συγχωρέσει. Όμως δεν το έκανε.

Το γεγονός με έκανε να αναρωτηθώ: Ποιο το νόημα της συγχώρεσης όταν η πράξη έχει διαπραχθεί; Μπορεί ποτέ ένας τεχνητός ψυχαναγκασμός του μυαλού να διαγράψει τη μνήμη; Μήπως η μνήμη δεν θα είναι πάντα παρών για να υπονομεύει κάθε τέτοια προσπάθειας; Μήπως τελικά είναι απάνθρωπο να σε συγχωρούν;

Η αξία της συγχώρεσης εισάγεται με τον ιουδαιο-χριστιανισμό. Είναι ίδιον τον μονοθεϊστικών θρησκειών να ορίζουν το Θεό ως πηγή της «σωτηρίας» και την ίδια τη σωτηρία ως «χάρη». Η εξουσία του ιερατείο συγχωρεί για να ορίσει τη θέση της, να υποβάλει τον άνθρωπο σε αναγκαστική αυτοταπείνωση, να αποκρύψει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά της πράξης του. Γιατί εν τέλει ο στόχος της συγχωρέσεις είναι να αποκρύψει κάθε συζήτηση για τα αίτια της πράξης μέσα από την ματαίωση της τιμωρίας και ταυτόχρονα κάθε συζήτηση για το εάν το σύστημα της ηθικής νομοθεσία είναι δίκαιο ή όχι.

Η συγχώρεση περνά από τις μονοθεϊστικές θρησκείες στον ιστορικό τους κληρονόμο• το νεωτερικό κράτος. Εδώ η συγχώρεση ως εξαίρεση από την τιμωρία που επιβάλλει το ορθοκανονικό σύστημα δίκαιο – που στο σύμπαν του ορθολογισμού όριζε υποτίθεται ανεξαίρετη ποινή για κάθε πράξη – γίνεται η προνομία του κράτους και ταυτόχρονα το εργαλείο της κατασταλτικής του οντολογίας. Το προνόμιο της εξαίρεσής μέσω της «χάρης» που δίνει ο ανώτατος αργώντας θεμελιώνει όλο και περισσότερο το γόητρο και την αυθεντία του. Το μεγαλείο την δύναμης περιλούζεται με το φωτοστέφανο της συγχώρεσης και έτσι η εξουσία γίνεται «αυθεντία» ενώ ο θεσμός της μύθος και εν τέλει μεταφυσική. Ταυτόχρονα ο υπήκοος βιώνει την ματαιότητα της αντίστασης ενώ παράλληλα αυτολογοκρίνει κάθε επιθυμία υπεράσπισης της πράξης του. Είναι η «χάρη» που τώρα κυριεύει πλήρως την ελπίδα του και, έτσι, η αυτοταπείνωση γίνεται μονόδρομος.

Τα ευεργετικά μέτρα των τρομονόμων έχουν ακριβώς αυτή τη στόχευση. Την απόκρυψη κάθε πολιτικού εγκλήματος και ταυτόχρονα της ίδια της ουσία του κράτους. Δεν υπάρχει κράτος χωρίς πολιτικό έγκλημα καθώς η ίδια η ληξιαρχική πράξης γέννησής του αποτελεί το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο. Την απαλλοτρίωση, δηλαδή, όλης της αυτεξούσια δημόσιας σφαίρας, της συλλογικής «αυτοκυβέρνησης» από τους ιεραρχικούς θεσμούς εξουσίας.

Οι σύγχρονοι μηχανισμού ενσωμάτωσης και εκτόνωσης υιοθέτησαν τη συγχώρεση σαν την κύρια λειτουργία τους. Και είναι μάλλον εμφανές πως ο πανάρχαιος αυτός μηχανισμός του «ιερού» είναι σήμερα πάρων και θα επανέρχεται συνεχώς όσο η αυτονομοθετική ορμή της λαϊκής θέλησης δεν στέλνει το θεό της αυθεντίας …στην σύνταξη.

Το πρόβλημα, τελικά, με το «συγνώμη» είναι ότι εμπεριέχει μια αίτηση συγχώρεσης. Όμως η συγχώρεση είναι αδύνατη για τους ανθρώπους. Η πράξη δεν διαγράφετε από τη μνήμη. Η συγχώρεση είναι απάνθρωπη γιατί ορίζει μια σύμβαση, μια κατασκευή, ένα ψεύτικο ημιδιαφανές παραπέτασμα για να κρύβει την πραγματικότητα. Η πράξη όμως παραμένει στις εικόνες, αναμοχλεύει τη μνήμη. Η σύμβαση ποτέ δεν μπορεί να διαγράψει την αλήθεια.

Ο άνθρωπος δίνει μόνος νόημα στις πράξει του. Αυτή είναι η οντολογία του και ταυτόχρονα αυτό που τον μετατρέπει σε τραγικό ήρωα. Οι ανάγκες του, οι αδυναμίες του, οι φόβοι και οι ενοχές, οι μύχιες σκέψεις του, οι φανταστικές του εικόνες. Όλα πυροδοτούν την πράξη. Όλα της δίνουν νόημα και περιεχόμενο. Δεν υπάρχει τίποτα απάνθρωπο στην πράξη. Τίποτα τόσο κακό και καλό. Για αυτό, αν υπάρχει κάτι ανθρώπινο σίγουρα δεν είναι η συγχώρεση. Ανθρώπινη είναι μόνο η πράξη. Όσο και αν πλήγωσε, όσο και αν ήταν ανήθικη σε οποιοδήποτε σύστημα δικαίου η πράξη είναι που ορίζει το ανθρώπινο. Ο Νίτσε κατηγορούσε τους εγκληματίες γιατί σπάνια έρχονται στο ύψος τον πράξεών τους. Τις περισσότερες φορές τις αρνούνται και τις συκοφαντούν.

Όμως, ποθούμε τους ανθρώπους για τις πράξει τους, ερωτευόμαστε τις αδυναμίες τους, τις επιθυμίες τους που πραγματώνονται έξω από το γενικό ορθοκανονικό σύστημα ηθικής. Το κήρυγμα της αγάπης μας δίδαξε να συγχωρούμε. Όταν συγχωρούμε, αγαπάμε. Δεν ποθούμε, όμως, αγαπάμε. Η αγάπη όμως ορίζει την υποταγή και την υποδούλωση. Ορίζει την επιθυμία για ιδιοκτησία πάνω στον άνθρωπο. Η αγάπη είναι το συναίσθημα των δειλών. Να γιατί η αγάπη είναι απάνθρωπη! Αν το να ζητάς συγνώμη είναι ανθρώπινο το να στο δίνουν και μάλιστα απλόχερα είναι, όπως μας λέει ο Νίτσε, απάνθρωπο!

Αν κάτι με κάνει να γουστάρω τη στάση της είναι ότι είναι ακέραιη. Ότι δεν αιτήθηκε την υποταγή της συγνώμης για να ντυθεί αυτάρεσκα το μανδύα της αγιότητας. Για αυτό νιώθω περήφανος – και δεν το λέω συμβατικά – που τη γνώρισα.

Καλό δρόμο…

«η ιστορία έχει μόνο μία αλήθεια και τη γράφουν οι λαοί. ΚΝΕ»

Έχω και στο παρελθών από αυτό το Blog σχολιάσει τις αισθητικές επιλογές του φαινομένου που αυτό-αποκαλείται Κομουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Θα ήταν λοιπών μάλλον ένδειξη εμπάθειας να επανέλθω. Έλα όμως που το σταλινικό συνονθύλευμα του Περισσού δεν παύει να με εκπλήσσει με της επιλογές του. Ηχηρότερο παράδειγμα, η τελευταία αφίσα της ΚΝΕ, η οποία μάλιστα κολλήθηκε μαζικά, με προφανή στόχο ακόμα και ο πλέον δύσπιστος να πιάσει το νόημα.

Η αφίσα προβάλει τη γνωστή φωτογραφία με τους δύο Σοβιετικούς στρατιώτες να υψώνουν την κατακόκκινη σημαία του διεθνούς κομουνισμού πάνω στο ερείπιο του Ραϊσταντ μετά την κατάληψη του Βερολίνου από το Κόκκινο στρατό. Κάτω από την φωτογραφία διαβάζουμε το σύνθημα «η ιστορία έχει μόνο μία αλήθεια και τη γράφουν οι λαοί. ΚΝΕ». Το σύνθημα μοιάζει να είμαι μια ακόμα κνίτικη υπερβολή αν η ιστορία της φωτογραφίας αυτής δεν το περιέλουζε με μια εφιαλτική χροιά.

Σας εξιστορώ λοιπών λίγο σύντομα την διαδρομής της συγκεκριμένης φωτογραφίας. Όταν η φωτογραφία τραβήχτηκε διαπιστώθηκε, από το μηχανισμό προπαγάνδας του Στάλιν, ότι ήταν αδύνατον να δημοσιευτεί. Η αιτία ήταν πως τα χέρι του Σοβιετικού στρατιώτη ήταν γεμάτο με ρολόγια - λάφυρα από τους νεκρούς γερμανούς που συνάντησε κατά την εισβολή. Αυτή η εικόνα θα έπληττε βάναυσα το κύρος του σοβιετικού στρατού και έτσι οι ιθύνοντες της προπαγάνδες αποφάσισαν να κάνουν φωτομοντάζ και να εξαφανίσουν τα πλεονάζοντα ρολόγια αφήνοντας μόνο ένα. Εκείνη την περίοδο στην ΕΣΣΔ είχε τελειοποιηθεί αυτή η τεχνική καθώς μετά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας τους 30 αφαιρούσαν από τις γνωστές ομαδικές φωτογραφίες των ηγετών της επανάστασης όσα πρόσωπα είχαν πλέον διωχθεί ως προδότες. Η φωτογραφία τελικά βγήκε στη δημοσιότητα αλλά μετά από λίγο αντιλήφθηκαν πως το εναπομείναν ρολόι ήταν …γερμανικής κατασκευής. Έτσι επενέβησαν εκ νέου επάνω στην φωτογραφική αλήθεια και έτσι ο δύσμοιρος ήρωας του Βερολίνου αφαιρέθηκε οριστικά από την ιστορία.

«Η ιστορία έχει μόνο μία αλήθεια και τη γράφουν οι λαοί. ΚΝΕ» Σωστό από μια άποψη θα μου πεις. Μόνο που αν κάνουμε το λογικό άλμα να ταυτίσουμε το λαό με το κόμμα και στη συνέχεια το κόμμα με την ηγεσία του, οι λαοί γίνονται εύκολα «ο σύντροφος Στάλιν» και η ιστορική αλήθεια …φωτομοντάζ.

Υ.Γ. Στην version που επέλεξε ο σύντροφος γραφίστας υπάρχουν στο χέρια του στρατιώτη δύο ρολόγια. Σήμερα βλέπεται κανένας δεν παραξενεύεται από τέτοιες λεπτομέρειες.

Επιμελώς ατημέλητος

οι «αντι – κουλτουριάρηδες»

Πάνε κοντά σαράντα χρόνια που η τάση έγινε μόδα και από ότι φαίνεται θα μας κάθετε για τα καλά στο σβέρκο για πολλά ακόμα. Έχει, βλέπετε, αυτή την ιδιότητα η μαζική κουλτούρα να επιβιώνει σε κάθε αλλαγή και να εξαπλώνεται σαν παρασιτικός ιός. Το ότι ετεροπροσδιορίζεται από το «κιριλέ» της δίνει εξαιρετική ευελιξία καθώς μπορεί στο όνομα της αντίθεσης στο κυρίαρχο να κάνει σχεδόν ότι θέλει χωρίς να δέχεται κριτική.

Και φυσικά το πρόβλημα δεν είναι η εικόνα της αυτή καθεαυτή αλλά η επιφανειακή σχέση μαζί της. Το περιεχόμενο επικαθαρίζεται από μια εικόνα, φαινομενικά και μόνο, αντίθετη στην γκλαμουρία του κυριλέ. Όμως το περιεχόμενο παραμένει απελπιστικά κενό από τότε που το κίνημα πέθανε οριστικά για να επιβιώσει μόνο ως εικονικό ζόμπι και να πωλείται με δόσεις από τους ίδιους ακριβώς μηχανισμούς που πουλάνε το κυρίαρχο γκλάμουρ. Το θέαμα με άλλα λόγια εξαγόρασε την αντιπολίτευσή του μεταλλάσσοντας την στο φάντασμα της.

Και έτσι φτάσαμε στο σήμερα που ένα ετερόκλητο συνονθύλευμα κενότητας επιδίδεται σε ασκήσεις ύφους καταναλώνοντας χωρίς μέτρο οτιδήποτε του πασάρουν. Και ενώ ο ρουχισμός των μελών της τάσης στοιχίζει περισσότερο από τη φορεσιά του μάνατζερ, ενώ το τελετουργικό της προετοιμασίας αγγίζει τα χρονικά όρια μικροαστής πριν πάει στα μπουζούκια, έχουν την απαίτηση να τους θεωρούμε κάτι διαφορετικό από αυτό που καταγγέλλουν.

Βρε ούστ!

Αγγελία

ΑΠΟ ΚΡΑΤΑΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΤΑΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΕΣ ΠΟΡΝΕΣ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΜΙΑ ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ. ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΔΙΑΓΡΑΦΕΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΑΠΟ ΚΟΜΜΑ Η' ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΥΡΗΤΕΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ. ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ RISK MANAGMENT. ΠΛΟΥΣΙΑ ΑΜΟΙΒΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΚΑΡΡΙΕΡΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΩΝ Μ.Μ.Ε ΚΑΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. ΘΑ ΠΡΟΤΙΜΗΘΟΥΝ Η ΝΕΑΡΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΑΛΛΑ ΛΟΓΟ ΦΟΡΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΕ ΚΥΡΙΟ ΓΙΩΡΓΟ , ΜΑΞΙΜΟΥ
ΤΗΛ.2103385412 Η' ΣΤΟ WWW.OPENGOV.GR
ΚΑΙ ΣΤΟ 2115006000 ΚΥΡΙΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
INFO@SEV.GR

Τζούλια Αλεξανδράτου

Υπάρχουν δύο κόσμοι: Ο δικός μας και ο δικός τους. Ο κόσμος της αξιοπρέπειας και των ονείρων, του μόχθου και της αντίστασης, της αλληλεγγύης και της αυτοθυσίας. Ο κόσμος της εξέγερσης και της δημιουργίας, της αντίστασης και της ρήξης. Ο κόσμος των ερωτευμένων και των ποιητών, της τρυφερότητας και του πόνου. Ο κόσμος των ζωντανών ανθρώπων.

Και από την άλλη υπάρχει ο κόσμος τους. Ο κόσμος της επιφάνειας και της κατανάλωσης, της αποκτήνωσης και της μιζέρια, του φόβου και της υποκρισίας. Ο κόσμος των πλαστικών ερωτικών μηχανών. Ο κόσμος που δεν χορταίνει να πατάει πάνω στα πτώματά μας, να πνίγεται μέσα στην ασημαντότητα, απαιτώντας βάναυσα και ακόλαστα λίγες στιγμές ηδονής που όμως ποτέ δεν έρχεται. Ο κόσμος που βολοδέρνει καταναλώνοντας στην απουσία νοήματος έχοντας μετατρέψει σε εμπόρευμα τον ίδιο του τον εαυτό. Αφού ούτε ο ίδιος του ο εαυτός δεν έχει πια νόημα.

Η Τζούλια Αλεξανδράτου με τη συνολική της πράξη δημιούργησε ένα πραγματικό έργο τέχνης. Μας αποκάλυψε με τον πιο γυμνό και ξεκάθαρο τρόπο τoν κόσμο τους. Στο πρόσωπο και το κορμί της συμβολίζεται όλη η παρακμή της μπουρζουαζίας. Η απουσία νοήματος οδηγεί στην πλήρη παρακμή, στην ακόλαστη ανθρωποφαγία, στην υποταγή και στον εξευτελισμό.

Μεταξύ των δύο αυτών κόσμων ορθώνεται σήμερα ένα νέο παραπέτασμα. Ένα αισθητικό οδόφραγμα που μας οριοθετεί στην αντίπερα όχθη.

Η Μενεγάκη είναι μόνη (το γνωστό: Μπάτσοι Γουρούνια Δολοφόνοι)

Από την περιρρέουσας ατμόσφαιρα σε μια συζήτηση διανοουμένων που ελάμβανε χώρα σε ένα βιβλιοπωλείο έμαθα – καθώς εδώ και χρόνια δεν διαθέτω τηλεοπτικό δέκτη - πως ένα τηλεοπτικό προϊόν θηλυκού γένους -ιδιαίτερα επιτυχημένο προϊόν είναι η αλήθεια- χώρισε με τον σύζυγό της. Μετά την αρχική μου έκπληξη για το πως μια τέτοια συζήτηση ελάμβανε χώρα σε πηγαδάκι ποιητών και συγγραφέων ακολούθησε και μια δεύτερη καθώς οι εν λόγω πνευματικοί άνθρωποι [κατά κύριο λόγο πανεπιστημιακοί] γνώριζαν άπαντες λεπτομέρειες ιδιωτικής ζωής της εν λόγο παρουσιάστριας, λεπτομέρειες τόσο αναλυτικές που νόμιζες πως πρόκειται για προσωπικούς τους φίλους. Οι πληροφορίες δε που είχαν συλλέξει και εξέθεταν μετά μανίας στον έντονο διάλογο, στον όποιο είχα την τιμή να είμαι παρών, ήταν τόσες πολλές που είχες την αίσθηση ότι το κεφάλι τους είναι γεμάτο με άχρηστες πληροφορίες. Η απομυθοποίηση ήταν πλήρης. Και να σκεφτείς ότι πολλούς από αυτούς τους θαύμαζα για το έργο τους.
Αυτή η ιστορία με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο λάθος έχω κάνει με την τηλεόραση. Από εκεί εμπνέονται οι σύγχρονοι πνευματικοί άνθρωποι. Από εκεί παίρνουν εικόνες. Από εκεί έχουν φαντασιώσεις. Δεν πάνε πια βόλτα στο δάσος. Δεν κλείνονται σε υγρές σοφίτες. Αράζουν στο καναπέ και βλέπουν Πρετεντέρη, Τσίμα, Καψή, Αφτιά, Μενεγάκη, Λαμπίρη, Λιακόπουλο. Είναι εκεί όλοι τους, στο καναπέ τους, η Σώτη, ο Μισέλ, με της παντόφλες και τις πιζάμες τους αποσβολωμένοι με το τηλεκοντρόλ. Και όταν τους παίρνει ο εκδότης τους του απαντούν τυπικά χωρίς να το πολυσκεφτούν «Ναι μωρέ, βάλε και τι δικιά μου υπογραφή» και του το κλείνουν για να παραδοθούν ξανά στην κατανάλωση – αχ! αυτή η ηδονή – των εικόνων του κόσμου…

Η επιστροφή των σημασιών

Αυτή την περίοδο όλοι ψάχνουνε να βγάλουνε κανένα νόημα. Όμως το νόημα δεν βρίσκεται και τόσο εύκολα. Από τότε που αφήσαμε το θεό στη μακαριότητά του, στείλαμε τα παραμύθια για επί της γης παραδείσους στις σκονισμένες βιβλιοθήκες, βγάλαμε τη γλώσσα μας στην επιστήμη και σε κάθε αυθεντία, έχουμε χαθεί. Μόνοι στο δάσος της κατάστασης που εν μέρει δημιουργήσαμε από κεκτημένη ταχύτητα. Μας πιάσανε και λίγο μαλάκες είναι αλήθεια. Τι να κάνουμε και εμείς; Κάτι τα ενοχικά μας, κάτι που ψάχναμε το νέο κόσμο απεγνωσμένα, πέσαμε στο βούρκο του μεταμοντέρνου σχετικισμού. Στο μη νόημα δηλαδή. Δεν ξέραμε και σε τι να πρωτοπιστέψουμε, βλέπετε. Είχε πολλά το σουπερμάρκετ των ιδεών. Δεν είχαμε και εφεδρείες.

Μας νάρκωσε ο λόγος ο «σύγχρονος», μας μάγεψαν όλα τα ηττημένα ρετάλια, μας παρέσυραν σε ένα παιχνίδι με τις λέξεις και τους νεολογισμούς χωρίς όραμα και αλήθεια. Φάγαμε πολλές από τις παραμύθες του κολοσυστήματος, ας το παραδεχτούμε. Πολλοί το πιστέψανε πως δεν υπάρχει πια εναλλακτική λύση. Το ξέρω πως οι περισσότεροι σύντροφοι δεν το παραδέχονται αλλά το θέμα είναι ότι το πιστεύουν. Το ψιθυρίζουν τα βράδια στον εαυτό τους. Σκατά. Τα ίδια και τα ίδια. Αναπαραγωγή χωρίς νόημα. Όπως γαμιούντα τα σκυλιά και οι γάτες σε έναν ατέλειωτο κύκλο του παιχνιδιού «κάνε ό,τι κάνω χωρίς να ρωτάς». Που πάμε ρε;

Μετά ήρθε ο Δεκέμβρης και αναθαρρήσαμε. Δεν αντέξανε όλοι. Αυτά τα γεγονότα θέλουν γερά στομάχια. Κάποιους του βρήκε ο γενάρης με κατάθλιψη και άρνηση. Κάποιους άλλους με αυτοκαταστοφική μανία επιβεβαίωσης και αναπαράστασης (της ίδια παράστασης). Μένουν αρκετοί; Δεν τα πάω καλά με την αριθμητική είναι η αλήθεια. Πάντως, αυτοί που μείναμε καλό είναι να αφήσουν τις εμμονές μας λίγο στη μπάντα για να δούμε πως θα ξεμπλέξουμε. Τελείωσαν τα ψέματα συντρόφια. Τα νοήματα επιστέφουν μαζί με την ερωμένη τους, την Ιστορία. Το ξέρουμε. Δεν έχουμε κανένα κληρονομικό δικαίωμα πάνω στο κόσμο. Τίποτα δεν θα μας χαριστεί. Πρέπει να δώσουμε νόημα στη δημιουργία μας. Να κάνουμε τα μονοπάτια μας δρόμους ανατροπής. Τις συνειδήσεις μας οπλισμένες επιθυμίες. Τα οράματά μας καθημερινή πράξη. Τελείωσαν τα παραμύθια. Οι σημασίες επιστρέφουν και δεν θα ρωτήσουν κανέναν. Ούτε και εμάς…

Φιλανθρωπία




Έχουν περάσει 189 χρόνια από την επανάσταση των κλεφτών, 63 χρόνια από τον εμφύλιο, 36 από την εξέγερση του πολυτεχνείου, ένας και κάτι από το Δεκέμβρη του 2008 και η φωτογραφία της χρόνια είναι αυτή! Το ανολοκλήρωτο της πάλης για ελευθερία και αξιοπρέπεια μας θέτει πάντα στη αντίπερα όχθη της φιλανθρωπίας. Της φιλανθρωπίας που από το στουνάμι του Ινδικού μέχρι τους σεισμους της Αϊτής γίνεται δημόσιο θέαμα. Άλλοθι της άρχουσας τάξης που έχει ως μόνο στόχο να μετατρέψει του φτωχούς σε μιλίχιους ζητιάνους. Ικέτες της εξουσιαστικής μεγαλοψυχίας. Ήλοτες στο άρμα της εξουσίας.
Όμως εμείς ανοίκουμε σε μια άλλη ράτσα. Αυτή που έστησε στη γκιλοτίνα όλους τους πρεσβευτές του εχθρού, ειδικά αυτούς που είχαν «καλή θέληση». Έχουμε βλέπετε μια άλλη θέληση. Την άγρια λαϊκή θέληση για ελευθερία.

Η υπόνοια του Τσούμι

Το παρελθόν δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια κατασκευή. Μια κατασκευή που όσο και αν φαίνεται περίεργο οικοδομείται στο παρόν. Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτά που λέει ο Φρόιντ στο «πολιτισμός πηγή δυστυχίας» θα κατανοήσουμε ότι η αισθητική πραγματικότητα μια σύγχρονης πόλης όπως π.χ. η Αθήνα αποτελεί το πολυεπίπεδο περιβάλλον στο οποίον συνυπάρχουν οι επιστρώσεις της κλασικής αρχαιότητας, της ρωμαϊκής, της ελληνιστικής και της οθωμανικής περιόδου. Με τα νεοκλασικά των Βαυαρών, τις μοντέρνες πολυκατοικίες του ’60 και τα εμβληματικά κατασκευάσματα των μεταμοντέρνων αρχιτεκτόνων να συνυπάρχουν σε ένα όχι πάντα αρμονικό κολάζ.

Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που αρνούνται την πραγματικότητα. Αυτοί που επιλέγουν να δουν μόνο κάποιες εικόνες αγνοώντας τις υπόλοιπες και έτσι οραματίζονται μια ιδανική για αυτούς πόλη, που όμως δεν υπήρξε ποτέ. Οι ιδεολόγοι είναι εν γένει αρνητές της πραγματικότητας. Προτάσσοντας μια αντι-διαλεκτική ανάγνωση του παρόντος και κραυγάζουν αναπαράγοντας εμμονικές ονειρώξεις. Κάποιοι ζήτησαν κάποτε να γκρεμίσουμε τα νεοκλασικά, κάποιοι να τα αναδείξουμε ως τα ομορφότερα κτήρια της πόλης και να τα σώσουμε από τη φθορά του χρόνου, κάποιοι έστρεψαν το βλέμμα τους στις προσφυγικές και εργατικές κατοικίες και κάποιοι στην Ακρόπολη.

Αυτοί οι τελευταίοι είναι και οι πλέον διαχρονικοί. Χωρίζονται δε σε δύο κατηγορίες. Στους προγονόπληκτους και τους εξουσιαστές. Οι πρώτοι, συνήθως αγράμματοι και ανίδεοι φανατικοί, εμπνευσμένοι από το ρεύμα του ευρωπαϊκού ρομαντικού εθνικισμού οραματίστηκαν την επιστροφή στην Αθήνα. Βέβαια, η Αθήνα στα οράματά τους έμοιαζε περισσότερο με την ανέμελη φιλοσοφική ατμόσφαιρα που έβλεπαν στους πίνακες της Αναγέννησης παρά με την ιστορική πραγματικότητα. Οι δεύτεροι, πιο έξυπνοι, πάτησαν πάνω στην αφέλεια των πρώτων για να κατασκευάσουν και να εμπορευτούν το μύθο. Με πρώτους τους Βαυαρούς ηγεμόνες, κατέστρεψαν κάθε απομεινάρι της αρχαίας Αθήνας (τα δίπατα αθηναϊκά κτίσματα απομεινάρια των αρχαίων μεγάρων, τη λαβυρινθώδη πολεοδομία με τις εσωτερικές αυλές και τα περίπλοκα περάσματα, τον ίδιο το δημόσιο χώρο) για να κτίσουν τα κτήρια καρικατούρες του Παρθενώνα που ονόμασαν νεο-κλασικά. Με αυτό τον όρο νοούσαν την μετατροπή κάθε λιτού, δωρικού και απέριττου δομικού στοιχείου των κλασικών ναών σε γύψινο διακοσμητικό χωρίς καμία λειτουργικότητα.

Αυτοί οι ίδιοι ηγεμόνες είναι που εμπνεύστηκαν το εμετικό πολιτιστικό προϊόν της 4ης Αυγούστου και της 21ης Απριλίου. Ένα προϊόν που μπορεί σήμερα, μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες των παλιών επίκαιρων, να φαντάζει κιτς αλλά είναι εξαιρετικά παρόν. Τόσο παρόν και υπαρκτό όσο παρούσες και υπαρκτές είναι οι νάιλον γιγαντοαφίσες της Γιάννας Αγγελοπούλου που κάλυπταν το 2004 με την εικόνα του Παρθενώνα (τι περίεργο;) τις εργατικές κατοικίες της Αλεξάνδρας (η λάμψη των μνημείων δεν έκρυβε άλλωστε διαχρονικά την εξαθλίωση των εργατών που τα έχτισαν;) και άλλα «ενοχλητικά» κτίσματα εντός της πρωτεύουσας.

Αυτοί οι ίδιοι ηγεμόνες έκαναν φαίνεται ένα λάθος. Ανέθεσαν στο Μπερνάρ Τσούμι να τους σχεδιάσει το νέο μουσείο της ακρόπολης με σκοπό να πουλήσουν πάλι πατριωτισμό και εθνικούς στόχους πιέζοντας τους Βρετανούς να επιστρέψουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Τσούμι, όμως, δεν τους έκανε το χατίρι. Το αρχιτεκτονικό εγχείρημά του ενέχει μια πρόθεση ειλικρίνειας. Το μουσείο αποτελεί μια διαδρομή που καδράρει από τη μία την Ακρόπολη και από την άλλη την «άσχημη» σύγχρονη Αθήνα με τις χιλιάδες βρόμικες πολυκατοικίες και τα δάση των σκουριασμένων κεραιών. Αμοντάριστα πλάνα μια ειλικρινούς πρόθεσης χωρίς ωραιοποιήσεις. Οι γυμνές κολώνες από εμφανές μπετό θεμελιώνουν το κτήριο του μουσείου πάνω στα αρχαία ευρήματα της ανοιχτής ανασφαλής. Έτσι ακριβώς όπως θεμελιώθηκε η σύγχρονη Ελλάδα, με τα «βίαια» νέα υλικά, άκομψα και άγαρμπα πάνω στα στην ιστορία της. Μέσα στη δημιουργία του Τσούμι υπάρχει μια ηχηρή υπόνοια για το πώς το ελληνικό κράτος αλλά και ολόκληρη η Ευρώπη κατασκεύασε και κατασκευάζει το παρελθόν της. Ο Τσούμι μας ανοίγει το βλέμμα στην πραγματικότητα. Σε αντίθεση με την κλασική θεώρηση του κλειστού μουσείου – θησαυροφυλακίου των μουσών, της «αλήθειας» και τη γνώσης, ο Τσούμι μας προτείνει μια εντελώς αντεστραμμένη οπτική. Έναν διάφανο εξώστη με θέα την αληθινή Αθήνα.

Και δεν είναι τυχαίο πως όλα τα golden boys της δημοσιογραφίας και της διανόησης αισθάνονται θιγμένοι. Καλούν το κράτος να γκρεμίσει τα διπλανά κτίσματα που τους χαλάνε τη θέα, καλούν την αστυνομία να μαζέψει τους μετανάστες μικροπωλητές που μας «κάνουν ρεζίλι διεθνώς», καλούν τον υπουργό πολιτισμού να κόψει το βίντεο για την ιστορία του Παρθενώνα γιατί θίγει την εκκλησία. Όσοι δεν αντέχουν την πραγματικότητα νιώθουν αφόρητα στο νέο μουσείο. Δεν συνειδητοποιούν τι ακριβώς τους φταίει αλλά είμαι απόλυτα βέβαιος ότι θα ένιωθαν λίγο πιο ήρεμοι αν ο υπουργός πολιτισμού έκλεινε τις τζαμαρίες με διαφημιστικά πανό και το βλέμμα τους μπορούσε να επικεντρωθεί στα μάρμαρα.

Το πραγματικό είναι απλά μια στιγμή του ψεύτικου, διάβασα κάποτε σε έναν τοίχο. Όμως, ακόμα και αν η ψευδής κατασκευή του παρελθόντος είναι ο κύριος ιδεολογικός μηχανισμός της εξουσίας, θα υπάρχει πάντα μέσα της, στις δημιουργίες των όχι και τόσο πιστών εργατών της, μια γραφή που εμπεριέχει το σπέρμα της υπονόμευσης. Μια ειλικρινής υπόνοια με θέα την πραγματικότητα.

Ξαναδιαβάζοντας τον Φρόιντ, συνειδητοποιώ πως αυτή, η αντιφατική υλική και ζωντανή πραγματικότητα, η φορτωμένη με της επιστρώσεις του πολιτισμού και τη φθορά του χρόνου, είναι όντως η πηγή της δυστυχίας. Όμως, χωρίς να αποδεχθούμε την πραγματικότητα πώς είναι δυνατόν να σκιτσάρουμε σχέδια απόδρασης, να προτάξουμε την ανατροπή, να φιλμάρουμε την ελευθερία;

Πως τα εξημερωμένα ζώα συμβάλλουν στην οικονομία

Οι φραστικοί μύδροι που ο πρωθυπουργός εξαπέλυσε ενάντια στους «κερδοσκόπους» που έχουν στήσει πάρτι με τα ελληνικά ομόλογα τινάζοντας το κόστος του κρατικού δανεισμού σε ιστορικά υψηλά επίπεδα δεν είναι παρά η συγκαλυμμένη έκφραση της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να χειραγωγήσει και να διαχειριστεί τις αντιφάσεις εκείνες που βρίσκονται στον πυρήνα της καπιταλιστικής σχέσης. Και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτοχρόνως και παραδοχή της καθολικής ήττας που υπέστη έμπρακτα η δήθεν «εναλλακτική» πολιτική, σοσιαλδημοκρατικής απόχρωσης, η οποία καθίσταται ανεφάρμοστη, όχι τόσο λόγω των πραγματικών οικονομικών δεδομένων όσο λόγω του συγκεκριμένου πλαισίου, των παγκοσμιοποιημένων παραγωγικών σχέσεων, στο οποίο καλείται να εφαρμοστεί. Είτε το θέλουμε είτε όχι, «εξακολουθούμε να ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία η παραγωγή για το κέρδος παραμένει η βασική οργανωτική αρχή της οικονομικής ζωής»[1], οπότε κάθε απόπειρα να αποδοθούν ευθύνες στην υποτιθέμενη παρέκκλιση, δυσλειτουργία ή διαταραχή είναι, όπως έλεγε και ο Μαρξ, σαν να «χτυπά κανείς το σακί για να δείρει το γαϊδούρι».[2] Είναι παρόλα αυτά προφανές ότι όσο κι αν χτυπήσουμε το σακί, το γαϊδούρι δεν πρόκειται να θιχτεί ούτε και να πονέσει…

Όμως ο Μαρξ είπε και κάτι άλλο: «Η φλυαρία ότι κανείς δεν θα απασχολούσε το κεφάλαιό του χωρίς να βγάζει κέρδος καταλήγει είτε στην ανοησία ότι οι καλοί μας κεφαλαιοκράτες θάμεναν κεφαλαιοκράτες και χωρίς να απασχολούν το κεφάλαιό τους· είτε σ’ ένα πολύ φτηνό τρόπο να πει κανείς ότι η επικερδής απασχόληση ανήκει στην έννοια του κεφαλαίου».[3] Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο δεν είναι πια κεφάλαιο από τη στιγμή που θα πάψει να αυτο-αυξάνεται και να πολλαπλασιάζεται· δεν μπορεί λοιπόν κανείς να τα βάζει με όσους απλώς «κάνουν τη δουλειά» τους όταν πραγματικός τους στόχος υποτίθεται ότι είναι η εξεύρεση λύσεων για το «ξεπέρασμα της κρίσης».


Αυτό πιθανώς σημαίνει πως υπάρχει κάτι πέρα από την απλή διαπίστωση ότι το «κεϋνσιανής» έμπνευσης μοντέλο που ευαγγελιζόταν προεκλογικά ο νυν πρωθυπουργός είναι ανεπίκαιρο στις μετα-φορντιστικές συνθήκες της ευέλικτης συσσώρευσης. Και για να προλάβω τις τυχόν ενστάσεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν αναφορικά με το κατά πόσο δικαιούμαστε να μιλάμε για ένα διακριτό στάδιο του γενικευμένου μοντέλου παραγωγής που μπορεί να αφορά και την ελληνική οικονομία, θα υπενθυμίσω ότι οι συνθήκες του μετα-φορντισμού δεν έχουν να κάνουν με το επίπεδο ανάπτυξης μιας οποιασδήποτε μεμονωμένης χώρας, αφορούν στην ευρύτερη κίνηση του απεδαφικοποιημένου παγκόσμιου κεφαλαίου το οποίο στη χρηματοπιστωτική μορφή του έχει αφήσει πίσω του την υλική βάση της εργασίας, παράγοντας πλέον κέρδος από την ίδια του την υπόσταση ως εμπόρευμα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μιας από τις χώρες «γουρούνια» (το ακρωνύμιο PIG’S περιγράφει ως γνωστόν τις χώρες της ευρωζώνης με «προβληματική» οικονομία, ήτοι Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Ισπανία), θα λέγαμε πως οι επιχειρούμενες διαρθρωτικές αλλαγές δεν είναι παρά ένας τρόπος βίαιης προσαρμογής του «καθυστερημένου» ελληνικού κράτους στις μετα-φορντιστικές συνθήκες συσσώρευσης, ένα ακόμα δείγμα οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού «εκσυγχρονισμού» που συνεχίζει ακάθεκτος να σαρώνει τα πάντα, επιβεβαιώνοντας την καταστροφική δυναμική του καπιταλισμού.


Στην εποχή που το κεφάλαιο καταστρέφει, παρά τις όποιες επί μέρους αντιστάσεις, τα πολιτισμικά στεγανά και τα παγκόσμια εδαφικά σύνορα, συγκροτώντας την παγκόσμια κοινότητα του κεφαλαίου, τα κράτη, και δη τα περιφερειακά από άποψη πολιτικοοικονομικής ισχύος, δεν κατέχουν πλέον τα μέσα που θα τους παρείχαν τη δυνατότητα να διατηρήσουν τον απαιτούμενο για τη (σχετική) αυτονομία τους έλεγχο πάνω στις ροές του κεφαλαίου, ούτε όμως και εκείνων της εργασίας που με τη μορφή της μετανάστευσης διαταράσσει διαρκώς τις εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ «εσώκλειστων» και «αποκλεισμένων». Με άλλα λόγια, η οικονομική τους πολιτική υπάγεται σε ένα συνολικό πλέγμα σχέσεων που υπερκαθορίζεται από τις πιο προωθημένες μορφές καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που σέρνουν την ατμομηχανή της «ανάπτυξης» και δίνουν τον τόνο στις εξελίξεις παγκοσμίως. Υποχρεώνονται έτσι, τα κράτη αυτά, να αναδιαμορφώσουν βάσει ενός υπαγορευόμενου νεο-φιλελεύθερου μοντέλου –στην πραγματικότητα, μια κομπογιαννίτικη όπως έχει αποδειχτεί συνταγή– την πολιτική τους, σε μια προσπάθεια να ελέγξουν τον συσχετισμό των δυνάμεων στο εσωτερικό τους, να τιθασεύσουν την εργατική δύναμη εξοντώνοντας το περιττό δυναμικό και να περιορίσουν ασφυκτικά το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής, επιδιώκοντας την προσαρμογή στις νόρμες εξεύρεσης χρηματικών πιστώσεων από τις «αγορές», ανάγοντας αναπόφευκτα τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το κρατικό χρέος σε δείκτες σήμανσης της πορείας προς την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πειθάρχηση της κοινωνίας στις προσταγές του κέρδους.


Οι μύδροι του Παπανδρέου είναι υπ’ αυτό το πρίσμα προσχήματα, άσφαιρα πυρά που βάλουν ενάντια στις φασματικές φιγούρες των κακών «κερδοσκόπων»· μας θυμίζουν τις διαδεδομένες παλαιότερα προκαταλήψεις για τον εβραίο τοκογλύφο, τον χοντρό καπιταλιστή, τον άπληστο τραπεζίτη ή τον μαυραγορίτη, τίποτα περισσότερο από λαϊκίστικες δοξασίες που αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι να πουν τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Από παντού μας καλούν να συμβάλλουμε «όλοι μαζί» στην «εθνική προσπάθεια ανάτασης της οικονομίας», να συναινέσουμε αδιαμαρτύρητα και να επωμιστούμε τα βάρη της «εξυγίανσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους», την κοινωνικοποίηση δηλαδή της κρίσης. Να συμμετάσχουμε οικειοθελώς και αγόγγυστα σε μια απόπειρα δομικής αναδιάρθρωσης των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας, τόσο στο πεδίο της παραγωγής όσο και σε εκείνο της κατανάλωσης. Η ρητορική τους επικαλείται γνωστά και τετριμμένα συνθήματα ή ευφάνταστες ενίοτε παραλλαγές τους προσαρμοσμένες στα σημερινά δεδομένα («φορολογική συνείδηση», «κίνημα των αποδείξεων»(!), «υπεύθυνη στάση απέναντι στο πρόβλημα», «εθνική συναίνεση», «απαραίτητες θυσίες από όλους», «μείωση του παραγωγικού κόστους για αύξηση της ανταγωνιστικότητας», «δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών», «δίκαιη κατανομή των βαρών» κ.λπ., κ.λπ.) που απευθύνονται στα μηχανιστικά αντανακλαστικά και τη συνείδηση του «καλού πολίτη». Στη ρητορική της πειθούς το υποκείμενο είναι πάντοτε ενιαίο και αδιαίρετο, ένα σώμα με κοινή βούληση, το «έθνος», το «κράτος», «εμείς», που κινδυνεύει να αφανιστεί αν δεν αναλάβει ο καθένας από εμάς τις ευθύνες του. Κάθε αναφορά στις πανταχού παρούσες ταξικές διαιρέσεις και στην εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους θάβεται κάτω από το «κοινό συμφέρον», λες και η αιμορραγία της κερδοφορίας του κεφαλαίου μπορεί να σταματήσει μόνο με τη δική μας πλήρη υποταγή, με την εμβάθυνση της δικής μας μιζέριας.


Εξ ορισμού υπ’ αυτές τις συνθήκες της νεο-φιλελεύθερης ιδεολογικής ηγεμονίας, η γονιμότητα των επενδύσεων αποκτά μεταφυσικό χαρακτήρα και το κεφάλαιο ορίζεται ως ζωοποιός ουσία, απαραίτητη για την επιβίωσή μας. Η μυθολογία ανακτά το κύρος της με τη μορφή των οικονομικών αναλύσεων που ποδηγετούν οποιαδήποτε άλλη διάσταση της κοινωνικής συγκρότησης. Τίποτα δεν μοιάζει παράλογο, ούτε καν το γεγονός ότι οι πολύμορφες και πολυσήμαντες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων υπ’ αυτές τις συνθήκες θάβονται με τόση ευκολία πίσω από τους οικονομικούς δείκτες. Αν κάποιος αναζητά το νήμα που ενώνει όλους τους σύγχρονους μύθους θα το βρει δίχως άλλο στο συντακτικό των οικονομολόγων. Και αν απομονώσει τις φράσεις-κλειδιά, που επαναλαμβάνονται γοερά σαν μάντρα από τους πολιτικούς και τους πάσης φύσεως ειδήμονες, θα ανασυστήσει το στοιχειώδες λεξικό της εκμετάλλευσης, της βάσης για την παραγωγή του πλούτου στον καπιταλισμό.


Παρόλα αυτά είναι αδήριτη αλήθεια ότι οποιαδήποτε υπαναχώρηση από μεριάς της ελληνικής κυβέρνησης σε ό,τι αφορά στις μεθόδους που επιβάλλεται να ακολουθήσει ώστε να περιορίσει το κοινωνικό κόστος της εργασίας και να διασφαλίσει την κερδοφορία του κεφαλαίου θα επιφέρει αναπόδραστα ισχυρότερες πιέσεις και σφοδρότερη επίθεση στην εργασία μέσα από τον παγκοσμιοποιημένο μηχανισμό πειθάρχησης που το κεφάλαιο έχει στήσει σε αυτή τη φάση συσσώρευσης. Αν η απειλή της απόλυτης ένδειας που σκιάζει τον ορίζοντα ολοένα και μεγαλύτερων τμημάτων της κοινωνίας δεν αποδειχτεί ένα καλό μέσο εκβιασμού ώστε να αρκεστούν σε ολοένα και μικρότερο μερίδιο από τον παραγόμενο από τους ίδιους κοινωνικό πλούτο και να περιορίσουν το φαντασιακό τους σχετικά με τις δυνάμει εναλλακτικές δυνατότητες για την κοινωνική οργάνωση, τότε θα επιστρατευτεί η απειλή της ωμής βίας, είτε ως πολιτική δικτατορία είτε ως πόλεμος.


Ο ασφυκτικός εναγκαλισμός των «αγορών» υποθάλπει τους χειρότερους εφιάλτες που τα ευχολόγια των πολιτικών ματαίως προσπαθούν να ξορκίσουν. Δεν φταίνε προφανώς ούτε οι «κερδοσκόποι», ούτε η «τεμπελιά» και η «σπάταλη» ζωή μας. Το γαϊδούρι είναι γερά φορτωμένο με λογής λογής σακιά και δεν παίρνει χαμπάρι· όσο κι αν το χτυπάνε το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται να επανέλθει ποτέ ξανά στον «ίσο» δρόμο. Όσο για τα γουρούνια, αυτά φαίνεται πως έχουν ακόμα απόθεμα λίπους και αντέχουν τον υποσιτισμό. Όταν πια θα καταναλωθεί κι αυτό, θα έχει απομείνει ακόμα αρκετή σάρκα για να κατασπαραχτεί. Είναι αλήθεια πως μπορείς να αξιοποιήσεις ολόκληρο το γουρούνι, εκτός ίσως από τις κραυγές του την ώρα που το σφάζεις…


[1] David Harvey, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, μτφρ.: Ε. Αστερίου, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, σ. 171.

[2] Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie), τόμ. Β΄, εισαγ.-μτφρ. Διονύσης Διβάρης, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1990, σ. 174.

[3] Ό.π., σ. 199, έμφαση στο πρωτότυπο.