Το αρχέτυπο του Νταχάου



...και του Γκουαντανάμο

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης, και όχι η πόλη, αποτελεί σήμερα το βιοπολιτικό παράδειγμα της Δύσης

Αν υπάρχει ακόμα σήμερα μια τελευταία αποδεκτή έννοια της φιλοσοφίας, μια τελευταία αποδεκτή έννοια της αλήθειας, στο όνομα της οποίας νομιμοποιείται η δραστηριότητα που εξακολουθούμε να καλούμε φιλοσοφία, είναι ο ακατάπαυστος αγώνας κατά της κυριαρχίας. Το βιβλίο τού ιταλικής καταγωγής Giorgio Agamben «Homo Sacer» (1995), είναι από τα σημαντικότερα έργα σύγχρονης φιλοσοφίας με την παραπάνω έννοια, έργο το οποίο χάρη στην κοπιώδη φροντίδα της μετάφρασης και της επιμέλειας είμαστε σε θέση να υποδεχτούμε σήμερα στα ελληνικά. Λόγω του περιορισμένου χώρου μιας τέτοιας βιβλιοκριτικής αντιπαρέρχομαι όλα τα εργοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα (μπορούν άλλωστε να βρεθούν στην ίδια την έκδοση) για να προχωρήσω στη -δύσκολη, για λόγους που θα φανούν αμέσως- αποτίμησή του.

Παρ' ότι η βασική ιδέα του βιβλίου είναι με σαφήνεια χαραγμένη, η παρακολούθηση της σκέψης τού συγγραφέα σε όλες τις διακλαδώσεις της γεννά δυσκολίες που οφείλονται εν πολλοίς στον «ταλμουδικό» τρόπο της γραφής του: με αυτό εννοώ τη δημιουργία ενός εκτεταμένου ενδοκειμενικού λαβυρίνθου, χωρίς «εξωτερικό», όπου η συζήτηση ξεκινάει από διαφορετικό κάθε φορά σημείο για να οδηγηθεί πάντα στο ίδιο κέντρο -θέση εξαρχής ειλημμένη, η οποία ουδέποτε εκτίθεται με γραμμικό επιχειρηματολογικό τρόπο, ανασκευάζοντας τυχόν αντεπιχειρήματα και εκτιθέμενη με τον ίδιο τρόπο η ίδια στην κριτική. Ετσι δημιουργείται ένας ιδιόμορφος θωρακισμός που η άλλη του όψη είναι μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ένα είδος αντεστραμμένου καφκικού Πύργου, απ' όπου κάθε προσπάθεια εξόδου επαναφέρει σταθερά στο εσωτερικό -κάτι που λειτουργεί εντέλει ως ένα είδος εικονικού ισοδυνάμου της κατάστασης για την οποία το έργο μιλάει: αιχμαλωσία της ζωής στο χαλύβδινο δίχτυ της κυριαρχίας, που σήμερα έχει γίνει απόλυτη...

Εμείς θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε αντίστροφα από την τάξη τής έκθεσης του ίδιου του βιβλίου, ώστε να παρακολουθήσουμε τη διαδικασία συγκρότησης του βασικού επιχειρήματος που καταφανώς ξεκινάει από το τέλος. Το τρίτο και τελευταίο μέρος είναι αφιερωμένο στο «Στρατόπεδο ως βιοπολιτικό παράδειγμα της νεωτερικότητας». Εδώ ο συγγραφέας παίρνει ως αφετηρία του τις έννοιες της βιοεξουσίας και της βιοπολιτικής στο όψιμο έργο του Μισέλ Φουκό -που σημαίνει, ακριβώς, την ικανότητα της εξουσίας να εγγράφεται στο ίδιο το ανθρώπινο σώμα και να διαπλάθει ωμά, σωματικά τα υποκείμενά της -θέλοντας να τις διασταυρώσει με τις αναλύσεις τής Χάνα Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό: αν ο Φουκό στις σπουδαίες αναλύσεις του των θεσμών εγκλεισμού παρέλειψε να συζητήσει την κορυφαία εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, η Αρεντ, από την πλευρά της, δεν διέθετε την έννοια της βιοεξουσίας για να δώσει το μέγιστο της δραστικότητας στη δική της εκτίμηση περί ολοκληρωτικής κυριαρχίας. Το στρατόπεδο, πράγματι, είναι ο αξεπέραστος βιοπολιτικός χώρος όπου το γυμνό και ανώνυμο σώμα βρίσκεται στην απόλυτη διάθεση μιας ανεξέλεγκτης δύναμης, χωρίς πολιτικά δικαιώματα και χωρίς νομικές ή ηθικές διαμεσολαβήσεις -παγιδευμένο, θα έλεγε κανείς, σε έναν «μη τόπο» όπου μπορεί να του συμβεί κυριολεκτικά οτιδήποτε. 

Πολλοί οπωσδήποτε θα μπορούσαν να δεχθούν αυτή την εκτίμηση, ελάχιστοι όμως είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν την αναπότρεπτη αλληλουχία των σκέψεων που οδηγεί τον Αγκάμπεν στην πιο αποφασιστική του θέση: το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι σήμερα ολόκληρη η κοινωνία, οι σύγχρονες «δημοκρατίες» είναι ο φυσιολογικός συνεχιστής τού ολοκληρωτισμού, του οποίου οι τεχνικές διαχέονται μέσω αόρατων δικτύων κατεξουσιασμού σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα -ο εξοντώσιμος «Εβραίος» είμαστε όλοι εμείς. Ο σύγχρονος μετανάστης στις «ζώνες προσωρινής κράτησης», όπου η η στέρηση της ιθαγένειας τον απογυμνώνει σχεδόν αυτομάτως και από «ανθρώπινα» δικαιώματα, οι μαζικά αναλώσιμοι πληθυσμοί τού Τρίτου Κόσμου, οι κάθε είδους αποκλεισμένοι που οι σύγχρονες κοινωνίες παράγουν διαρκώς μέσ' από τα σπλάχνα τους, όλοι μας εντέλει, στο βαθμό που υποκείμεθα σε υγιεινομικές πολιτικές, σε μια διαρκή βιοτεχνολογική παρέμβαση, σε αύξουσα τεχνικοποίηση της ζωής και του θανάτου, που απαιτεί έναν νομικό ορισμό τους, σε ευγονικούς σχεδιασμούς και σε καταγραφή των βιομετρικών δεδομένων, είμαστε ανθρώπινα πειραματόζωα και ενεργούμενα μιας κυριαρχίας που δεν είναι πλέον απλώς «πολιτική» (με τη νομικοδικαιική έννοια του όρου), αιχμάλωτοι μάλλον του σύγχρονου κράτους παρά «πολίτες» του. Δείκτης τής ολοκληρωτικής κυριαρχίας είναι εντέλει για τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν η «συγχώνευση πολιτικής και ιατρικής», και στα σπουδαία αυτά τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του θα δείξει πώς οι έννοιες και οι ειδικές στρατηγικές (δικαιικές και τεχνοεπιστημονικές) του ναζιστικού καθεστώτος βρήκαν όλες τη συνέχεια και την ανάπτυξή τους στις δυτικές «δημοκρατίες» που το διαδέχτηκαν.

Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ• εδώ μόνο αρχίζει. Ο Αγκάμπεν με βάση τη σύγχρονη εμπειρία τού ολοκληρωτισμού θα επιχειρήσει να αναστοχαστεί την ίδια τη φύση τής κυριαρχίας, διότι αυτό που ο ναζισμός ενσάρκωσε -και ο Καρλ Σμιτ θεωρητικοποίησε- με το συνεπέστερο τρόπο στον 20ό αιώνα είναι, στην πραγματικότητα, η λανθάνουσα λογική της κυριαρχίας σε όλες τις ιστορικές της εκφάνσεις. Ακολουθώντας ακριβώς την υπόδειξη του Καρλ Σμιτ πρέπει να εγκαταλείψουμε οριστικά το νομικοδικαιικό μοντέλο της εξουσίας, ιδεολογική κατασκευή του αστικού φιλελευθερισμού, για να δούμε καθαρά το παράδοξο που θεμελιώνει κάθε «έννομη» κυριαρχία: εκείνος που θεσπίζει δίκαιο βρίσκεται κατ' ανάγκη εκτός δικαίου. Ανατρέχοντας πίσω στην ελληνική και λατινική γραμματεία, ο συγγραφέας θα υποδείξει τη σύζευξη βίας και νόμου που ορίζει ανέκαθεν το θεμέλιο της κυριαρχίας, κάτι που από τους νεότερους συνέλαβε καθαρότερα ο Χομπς• και αυτό σημαίνει, επίσης, ότι η σχέση τού κυρίαρχου (είτε ατομικά είτε συλλογικά εννοουμένου) με το νόμο είναι κατ' ανάγκη σχέση εξαίρεσης: ο ίδιος περιλαμβάνεται στην έννομη τάξη, υπό τον όρον ότι εξαιρείται από αυτήν, και εξαιρείται ακριβώς επειδή είναι εκείνος που με μια εναρκτήρια βιαιοπραγία την επιβάλλει, και με μια συνεχόμενη βιαιοπραγία τη συντηρεί (εδώ ο Αγκάμπεν ξεκινάει στην πραγματικότητα από τις διεισδυτικές ενοράσεις του Βάλτερ Μπένγιαμιν στο νεανικό του δοκίμιο «Για μια κριτική τής βίας», που μπορούν να διαβαστούν ως παράλληλες με του Καρλ Σμιτ, αλλά προφανώς με την αντίθετη πολιτική πρόθεση). 

Απαξ και ορίστηκε αυτή η αντιφατική δομή νόμου και εξαίρεσης που γεννά την πολιτικοδικαιική τάξη, αναμένεται να εμφανιστούν και άλλες δομικές «εξαιρετικότητες», σύμμετρες προς την ιδιάζουσα θέση τού κυρίαρχου. Στην πιο αντιπροσωπευτική τους μορφή εμπεριέχονται στον κάπως κρυπτικό όρο που εμβληματικά εδώ χρησιμοποιεί ο Αγκάμπεν, «γυμνή ζωή». Στην πραγματικότητα υπάρχουν και άλλες «εξαιρετικότητες» που απορρέουν από την ίδια θεμελιώδη δομή -ο συγγραφέας συζητάει εκτενώς το μεσαιωνικό «διπλό σώμα τού βασιλιά» και τη ρωμαϊκή devotio- οι οποίες όμως δεν θα μας απασχολήσουν ειδικότερα αφού κύριο παράδειγμα, και πραγματικό επίκεντρο του ενδιαφέροντός του ως ενσάρκωση της «γυμνής ζωής», είναι η αινιγματική φιγούρα του homo sacer που ανασύρει από το αρχαίο ρωμαϊκό δίκαιο. Αφού στο πρώτο μέρος τού βιβλίου εκθέσει την προαναφερθείσα «Λογική τής κυριαρχίας», στο δεύτερο μέρος με τον ομώνυμο τίτλο προχωρεί στην ανάλυση του homo sacer -αληθινού προγόνου, όπως θα υποδείξει, του Εβραίου, του μετανάστη, του έγκλειστου σήμερα στα στρατόπεδα τύπου Γκουαντανάμο, όλων μας εντέλει ως ενεργουμένων και οιονεί θυμάτων τής σύγχρονης βιοπολιτικής. 

Ο κυρίαρχος, ως δημιουργός δικαίου και άρα της πολιτικής τάξης, είναι αυτός που μπορεί να απονέμει την πολιτική ιδιότητα• εκείνος όμως που έχει τη δύναμη να απονέμει την πολιτική ιδιότητα, έχει τη δύναμη και να την αίρει. Τι μπορεί να συμβεί σε έναν πολίτη μετά την άρση τής πολιτικής του ιδιότητας; Θεωρητικά, οτιδήποτε. Διότι εκείνος που αποκλείεται από την πολιτική ιδιότητα δεν επιστρέφει στην προ-πολιτική φύση, εγκλωβίζεται μάλλον σε μια «φύση» που είναι στην πραγματικότητα μια ζώνη αδιακρισίας, ένας «μη τόπος», ανάμεσα στο φυσικό και στο πολιτικό -συνεπώς και καμία τάξη, φυσική ή πολιτική, δεν μπορεί να τον προστατεύσει απ' οτιδήποτε. Τέτοια είναι η περίπτωση του homo sacer: η sacratio, η αρχαιότερη όπως υποστήριξαν ορισμένοι ποινή τού ρωμαϊκού δικαίου, συνιστά μια ιδιότυπη «ιεροποίηση», μέσω της οποίας το υποκείμενο απαγορεύεται να θυσιαστεί βάσει οιουδήποτε τελετουργικού κανόνα, ο καθένας ωστόσο μπορεί να το φονεύσει ατιμωρητί• σαν να λέμε, η πολιτική του ιδιότητα αίρεται, χωρίς ωστόσο να περιέρχεται στη δικαιοδοσία της ιδιάζουσας τάξης τού ιερού (όπως θα συνέβαινε με ένα κανονικό θυσιαστήριο θύμα). Η sacratio, αυτή η ιδιόμορφη παραγωγή της «άθυτης και φονεύσιμης ζωής», συνιστά εν ολίγοις το αρχέτυπο του αναθέματος, του αφορισμού, που είναι για τον Αγκάμπεν η πρώτη και η έσχατη δυνατότητα, το αληθινό μυστικό θεμέλιο της κυριαρχίας

Διότι αυτή η εξαίρεση από το πολιτικό είναι μια οριακά πολιτική πράξη, ανήκει στη δύναμη του κυρίαρχου και ο αντιφατικός της χαρακτήρας φωτίζει την αντίφαση που ορίζει και τον ίδιον, αφού συναντιούνται στην ίδια δομή: «Στα δύο ακραία όρια της έννομης τάξης, κυρίαρχος και homo sacer παρουσιάζουν δύο συμμετρικές φιγούρες, που έχουν την αυτή δομή και συσχετίζονται, με την έννοια ότι κυρίαρχος είναι αυτός εν σχέσει προς τον οποίον όλοι οι άνθρωποι είναι δυνάμει homines sacri, και homo sacer είναι εκείνος εν σχέσει προς τον οποίον όλοι οι άνθρωποι ενεργούν ως κυρίαρχοι» (σελ. 137), θα γράψει ο Αγκάμπεν. Η «άθυτη και φονεύσιμη ζωή» του homo sacer είναι εντέλει αυτό που συγγραφέας εννοεί ως «γυμνή ζωή» -και το «γυμνή» εδώ δηλώνει τη στέρηση όλων των κατηγορημάτων-εγγυήσεων που θα απέρρεαν από την ένταξή της σε οιαδήποτε οντολογική ή θεσμική τάξη (φυσική, νομικοπολιτική, ιερή/τελετουργική κ.ο.κ.). 

Οτι ο πολιτικός αποκλεισμός δεν οδηγεί καθόλου πίσω στη φυσική τάξη ο Αγκάμπεν το δείχνει πολύ ωραία εκεί που σχολιάζει την έννοια της «φυσικής κατάστασης» στον Χομπς (σελ. 171-2), η οποία δεν συνιστά ένα προ-πολιτικό στάδιο αλλά μάλλον εκείνο που ο Καρλ Σμιτ ονομάζει «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», όταν η κοινωνική τάξη εμφανίζεται «ωσεί λελυμένη» και εισερχόμαστε σε καθεστώς διαρκούς εξαίρεσης (ο ναζισμός ήταν ακριβώς μια τέτοια κατάσταση). Ταυτόχρονα όμως ανακύπτει ένα άλλο πρόβλημα: αν ο αποκλεισμός από την ιερή/τελετουργική τάξη είναι εξίσου συστατικός για την παραγωγή τού homo sacer, πώς εξηγείται το όνομά του (sacer=ιερός); 

Στην ανάλυση του homo sacer ο Αγκάμπεν πιστεύει πως αποκαλύπτει, εκτός των άλλων, κάτι ουσιώδες για την τάξη τού ιερού, η οποία προέρχεται επίσης από τον αφορισμό, το ανάθεμα• ακριβέστερα, το ανάθεμα προηγείται της διάκρισης ανάμεσα στην πολιτική σφαίρα και τη θρησκευτική σφαίρα, και θεμελιώνει ταυτόχρονα και τις δύο. Για να φέρει στην επιφάνεια αυτή τη σχέση διατείνεται ότι καθαρίζει το έδαφος από μια παρανόηση, τη θεωρία περί «αμφισημίας τού ιερού» (που αποδίδει στον Ρούντολφ Οτο, τον Μπατάιγ, τον Κελουά κ.ά.). Για όποιον γνωρίζει σε βάθος αυτή την προβληματική είναι φανερό ότι ο Αγκάμπεν καθόλου δεν ακύρωσε την αξία των παραπάνω εκτιμήσεων, έδειξε μόνον ότι ο homo sacer του Ρωμαϊκού Δικαίου δεν ερμηνεύεται από τέτοιες θεωρίες. Γιατί όμως πιστεύει ότι ο homo sacer ερμηνεύει την κατηγορία του ιερού εν γένει; Sacer στα λατινικά σημαίνει ακριβώς «χωριστός»• είναι αλήθεια ότι στη λατινική, όπως και στην εβραϊκή, από αυτή την ετυμολογική ρίζα παράγεται η έννοια του ιερού, όμως δεν συμβαίνει το ίδιο σε άλλες γλώσσες (χαρακτηριστικά, ας πούμε, στην ελληνική...). Homo sacer σημαίνει, πριν από «ιερός», «χωριστός» ή «χωρισμένος» άνθρωπος• αναδεικνύει δηλαδή ακριβώς τη δομή τού αφορισμού, όμως η υπαγωγή αυτής της σημασίας στην έννοια του ιερού ενδέχεται να αποκαλύπτει μια ιστορική τροπικότητα την οποία καθόλου δεν εξετάζει ο Αγκάμπεν: την αποικιοποίηση της σφαίρας του ιερού από την πολιτική σφαίρα, την τάξη του νόμου, που χαρακτηρίζει αναπτυγμένες πατριαρχικές κοινωνίες οι οποίες θα γεννήσουν τις πρόδρομες μορφές κράτους, όπως η ρωμαϊκή και η εβραϊκή (και είναι τουλάχιστον απορίας άξιον το ότι ο Αγκάμπεν αναζητεί αρχετυπικές δομές τής κυριαρχίας στην ελληνολατινική μόνο γραμματεία και όχι επίσης στη βιβλική). 

Τουλάχιστον ο συγγραφέας μας κατανοεί ένα θεμελιώδες ιστορικό γεγονός: την καταγωγή της εφιαλτικής διαπλοκής κυριαρχίας και «γυμνής ζωής», βίας και νόμου, από τον πατριαρχικό καταναγκασμό, κάτι που φωτίζει ικανοποιητικά στο ρωμαϊκό ειδικά συμφραζόμενο (σελ. 142-6). Μένει βεβαίως ο συσχετισμός τού homo sacer με το ιδιότυπο καθεστώς του δούλου, κάτι που επίσης αγνοείται και που θα επέτρεπε πολύ πιο απτές ιστορικές ενοράσεις στο ζήτημα... Εν πάση περιπτώσει, ενόψει των παραπάνω αναλύσεων, γίνεται αντιληπτό ότι ο κρίσιμος όρος «γυμνή ζωή» σημαίνει ζωή που έχει καταστεί απλώς αντικείμενο, καθαρό πράγμα, και αυτή είναι μια διαδικασία συμφυής στην εδραίωση κάθε θετικού δικαίου, δηλαδή κράτους, εις πείσμα όλων των (περιστασιακών και ατελέσφορων) πολιτικών διαμεσολαβήσεων... 

Στην κλιμάκωση και την εντατικοποίηση αυτής της διαδικασίας συμβάλλει ανυπολόγιστα όμως ένας πρόσθετος παράγοντας, τον οποίον αγνοεί σκανδαλωδώς η πραγμάτευση του Τζόρτζιο Αγκάμπεν: πραγμοποίηση είναι ένας μαρξιστικός όρος που περιγράφει τη μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων και των ίδιων των ανθρώπινων υποκειμένων σε «πράγματα» μέσα στη διαδικασία της διευρυνόμενης εμπορευματοποίησης που χαρακτηρίζει την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Εμπόρευμα, γενικό ισοδύναμο, κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι όροι που απουσιάζουν εντυπωσιακά από τις αναλύσεις του βιβλίου, αφαιρώντας ένα μέρος από την ιστορική τους δραστικότητα υπέρ μιας άχρονης -και άναχρονιστικής, παρά τις μεταμοντέρνες ρητορικές της περιστροφές- «οντολογίας» τής εξουσίας (πρόβλημα που υπάρχει άλλωστε ήδη στη σκέψη τού Φουκό). Ετσι όμως το ανατρεπτικό εγχείρημα παγιδεύεται σε μιαν αμφίθυμη και ανεπίλυτη σχέση μ' εκείνο το οποίο θέλει να ανατρέψει: χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συνηγορία στην απαράδεκτη κριτική τού Λέβινας προς τον Χάιντεγκερ (σελ. 233-6), που μοιάζει να υποστηρίζει την υπαναστροφή σε έναν δυϊσμό ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια την ανάλυση του Αγκάμπεν, δεν θα ήταν λιγότερο ιδεολογικός από τη φιλελεύθερη διάκριση δημόσιου-ιδιωτικού, ήδη παγιδευμένη από τη λογική τής κυριαρχίας... Οποια μορφή και αν έχει λοιπόν η «θεϊκή βία» που προορίζεται να λύσει το δεσμό βίας και νόμου, για την οποία μιλούσε σε μεσσιανικούς τόνους ο Μπένγιαμιν (και την οποία τόσο ύπουλα προσπάθησε στις μέρες μας να δυσφημίσει ο Ντερντινά), δεν μπορεί να έχει άλλον πρακτικό στόχο από την παρούσα ιστορική μορφή τής κυριαρχίας, σταθερή πηγή όλων των σύγχρονων ολοκληρωτισμών: τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, και τους εγγενείς αποκλεισμούς του.


ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Κρίση και Φιλοσοφία:ο ρόλος της επιστήμης, του σύγχρονου καταμερισμού εργασίας και του τεχνοεπιστημονικού πνεύματος



Mια συζήτηση με αφορμή το βιβλίο του Edmund Husserl "Η κρίση της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας και η φιλοσοφία"

Ποία είναι η φύση της σημερινής κρίσης; Ποίος είναι ο ρόλος της επιστήμης και του σύγχρονου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας;  Ποίος ο ρόλος του τεχνοεπιστημονικού πνεύματος;

Φώτης Τερζάκης και Παύλος Κόντος 

Νύχτα πρώτη... Ιούνης 2008 νησί του βορείου Αιγαίου... 
του ΑΑ
Δοκίμασα... ένιωσα το γνωστό κάψιμο στον ουρανίσκο και πιο κάτω... λικέρ σπιτικό μου είπε... κοιτώντας κάτι εξαιρετικά σημαντικό κάτω ίσως τη φάλαγγα από μυρμήγκια που είχε ξεκινήσει μια καταδικασμένη πορεία προς τη νίκη... ποια νίκη αναρωτήθηκα... ποτέ δεν καταλάβαινα τους νικητές... έστω τους πιθανούς νικητές... αντίθετα με τους χαμένους κάτι με κράταγε αιώνια δεμένο κάτι εκείνη η ταινία του Νικολαΐδη κάτι η μάνα μου που μου υποσχόταν όλα τα δεινά αν συνέχιζα να ζω έτσι τέλος πάντων ακόμα και η προτίμησή μου στους ινδιάνους ή και στους αδελφούς Ντάλτον που όλοι με διαβεβαίωναν ότι στο τέλος χάνουν μα εγώ πάντα έλπιζα... 

Υπέροχο μουρμούρισα… χωρίς να το πολυπιστεύω… η γεύση μου λειτουργούσε πια απολύτως επιλεκτικά… φοβάμαι πως είχε οριστικά αυτονομηθεί απ’ το υπόλοιπο σώμα... δεν μπορούσα να κάνω κάτι, ήμουν υπέρ των κινημάτων… όλων των κινημάτων... 

Ξέρετε έχει την ιστορία του... το’ φτιαχνε η γιαγιά μου… η σμυρνιά... αισθάνθηκα μια πρώτη αδιαθεσία… είχα τρεις μέρες να μιλήσω και όλα πήγαιναν καλά και τώρα στα καλά καθούμενα η τύπισσα φαινόταν αποφασισμένη να με κάνει να ξεστομίσω πάνω από δέκα λέξεις... αμύνθηκα προσπαθώντας να παίξω μέσα μου την αγαπημένη μου ταινία –την καυτή σάρκα του Αλμοδοβάρ –τίποτα η φωνή της τρύπησε το πλάνο και έκανε την κατάστασή μου άσχημη πολύ άσχημη έπρεπε να πιω… κατέβασα το λικέρ με τη μία… φυσικά δεν ένιωσα τίποτα χρειαζόμουν επειγόντως αλκοόλ… δειλά ψιθύρισα κάτι αβέβαιο για τη μουσική υπόκρουση... με κοίταξε έκπληκτη τι δε μ’ αρεσε ο Νταλάρας; ήθελα να ουρλιάξω... κάτι σε Μάλαμα; ναι μου είπε κι έφυγε... κι εγώ ευτυχισμένος απ’ το απρόσμενο δώρο της μοναξιάς σχεδόν φώναξα για ένα ουίσκι… το ευχάριστο είναι πως το ποτό ήρθε γρήγορα και το δυσάρεστο πως εκείνη έκατσε μαζί μου με απέραντο θράσος... Αυτές τις προσυνεννοημένες συνευρέσεις δεν τις αντέχω. Βλέπετε χρόνια τώρα πεθαίνω με αβέβαια αποτελέσματα. Βιάζομαι όμως... Ας το πάμε απ’ την αρχή... 

Ήταν εκείνη η δασκάλα (ή νηπιαγωγός δε θυμάμαι) έχω όμως την αίσθηση των χεριών της Μαρίνα ναι τώρα θυμάμαι… 

Τραχιά χέρια στο διάλειμμα μιας πορείας ή κατάληψης... ένα καφενείο και τα μάτια της πάνω από έναν σκέτο ελληνικό... τη συνάντησα ξανά μετά από χρόνια σε μια πορεία στο Ναύπλιο... αα ο Άγγελος... εσύ που βιαζόσουν... πνίγηκα σ’ ένα ανεξήγητο βουβό κλάμα ενώ ψέλλιζα τα τυπικά κι είχα κιόλας τη γεύση του αλκοόλ ανακατωμένη με λίγο αίμα και μια δόση από Coltrane το’ χετε δοκιμάσει; εξαιρετικό... 

Στο δημοπρατήριο συναισθημάτων που οικοδομείται είμαι πάντα μειοδότης... μιας και τίποτα άλλο δεν έχω να δώσω παρά την καρδιά μου... ναι λοιπόν βιάζομαι και δεν τα καταφέρνω μα δε συναινώ σε βιασμούς κανενός είδους να σαν κι αυτόν που ήρθε χρόνια αργότερα στη ζωή μου… 

Την είδα με κάποια καθυστέρηση γιατί ήταν απρόσωπα ντυμένη... την είδα όμως... Ήταν (είναι υποθέτω) εξαιρετικά όμορφη... μιλούσε μ’ όλο της το κορμί… 

Προβοκατόρισσα... ανασφαλής μέχρις αηδίας με έναν υφέρποντα μικροαστισμό άνευ προηγουμένου και... επομένου… 

Την ερωτεύτηκα θανατηφόρα και επέζησα. Φυσικά μιλάμε για τη Χριστίνα... κάθε συνάντηση μαζί της έμοιαζε με τον ήχο της μπίλιας στη ρουλέτα... κροταλίζει και σε γεμίζει ελπίδες και στο τέλος πάει αλλού... εκείνο που θυμάμαι απ’ αυτήν είναι ένα σφίξιμο στο στομάχι και η γεύση του ντραμπούι ανακατωμένη με δόσεις Ελύτη και ελιτισμού το’ χετε δοκιμάσει; εξαιρετικό... 

Ήπια το ποτό με δυο μεγάλες γουλιές... θα σε πειράξει είπε... μη δίνεις σημασία… το δεύτερο και το τρίτο είχαν την ίδια τύχη… εκεί σκέφτηκα τις αυριανές μετρήσεις στο Λυκούργιο... η μόλυνση ήταν τεραστίων διαστάσεων... κάποιος μαλάκας θα έσκιζε την αναφορά μου κι εγώ στους δρόμους θα πνιγόμουν πάλι απ’ τα χημικά τους... σκατά θα πιω... κάπου πίσω έπαιζε Αρλέτα κι εγώ ήμουν μόνος όπως τότε στα 15μου κλειδωμένος στο εφηβικό μου δωμάτιο ακούγοντας θείες μουσικές για τα πάθη των ανθρώπων... τώρα τι ήταν αυτό… ξέμπαρκοι; μπα αυτονομείται κι η ακοή μου χαλάλι της... έσκυψα να τη φιλήσω... το μόνο που θυμάμαι είναι πως μπέρδευα τον τόπο και το χρόνο… κάτι ασύμβατες εικόνες διακοπών με τη Μαρία... ύστερα κλάματα φωνές... ώρες πόνου κι οδύνης... έφυγε έχοντας πάρει κάτι από μένα... δεν ξέρω τι γιατί δε μου’ λειπε τίποτα... βλέπετε το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι να’ χα χάσει ήταν το γέλιο της Μαρίας τρία χρόνια τώρα... το φως διακόρευσε την εγκεφαλική ανία… ξαπλωμένος στην παραλία μόνος ένιωσα την πρώτη του ηλίου ζέση... 

Νύχτα τελευταία... Δεκέμβρης του 2008 Αθήνα κέντρο... 

Μετά το πρώτο πέσιμο των μπάτσων η πορεία κόπηκε στα τρία. Ήμουν με 5 συντρόφους τον Σωτήρη τον Νικόλα την Άσπα τον τρελό και τη Μάρθα... ο Σωτήρης φώναζε κάτι για αλυσίδες μου’ ρθε να γελάσω δύσκολο με τόσα χημικά… τα ματ είχαν φτάσει στα 15 μέτρα αρχίσαμε να τρέχουμε... κι όμως την επόμενη φορά που θα ρίξουν λέω να μη φύγουμε σύντροφοι... πανικός στην πλατεία στρατός από δαύτους... μα που στο διάολο τους βρίσκουν… η Άσπα έπεσε τη σήκωσα ο Σωτήρης έχασε τα γυαλιά του... είχε αίματα... ο Νικόλας έσπαγε ένα φανάρι με απέραντη εμμονή... του ούρλιαξα... κείνο το χωράφι που πάντα σκάβουμε και πάντα χέρσο μένει... ο τρελός πήγαινε προς το μέρος των δολοφόνων… η Μάρθα τον κρατούσε… αδύνατο... ο Κοσμάς στη γωνία μας φώναξε... μια πόρτα άνοιξε κι έκλεισε... ήταν όλοι εκεί... λιποθύμησα... αργότερα κάναμε συνέλευση... θα χτυπούσαμε... αύριο… θέλαμε όλοι... στο βάθος είδα τη Μαρία… με είδε ήρθε κοντά… είσαι καλά; θα μ συγχωρέσεις ποτέ; δε θυμόμουν καν γιατί μιλούσε... τη φίλησα... σ’ αγαπάω ρε γαμώτο… 

Ξέρετε η αγάπη είναι ουσιαστικό σε χρόνο διαρκείας και απολύτως προαιρετική... καθώς διαχέεται σε χωροχρόνο και πρόσωπα. Μεγάλωσα με ένα σωρό συναισθηματικούς ντετερμινισμούς που ηλίθια στήριξα μέχρι τώρα... ευτυχώς ξεμπέρδεψα μ’ αυτά... δεν έχουμε παρά μόνο ο ένας τον άλλο... ο Νικόλας φιλιόταν με την Άσπα… η Μάρθα χάιδευε τον τρελό... ξάπλωσα πίσω… σύντροφοι έχουμε μπύρες; σε λίγο έπινα… η Μαρία έφυγε προς τον Μπάμπη... ήταν κάπως χτυπημένος... στις 6 στα προπύλαια… θα’ χαμε δικό μας μπλοκ… κράνη παλούκια μάσκες... 

Στις 11 το βράδυ είχα δει τον τρελό να τρελαίνεται τη Μάρθα χτυπημένη την Άσπα κλαμένη – είχαν πιάσει τον Νικόλα... ο Σωτήρης έλειπε ανεξήγητα και τρομακτικά... έστριψα στο στενό που ήταν το στέκι... τους είδα ήταν τρεις… χρυσαυγίτες… κτηνώδεις... ο Σωτήρης ακίνητος κάτω… να μη φοβηθώ ψιθύρισα… έτρεξα προς το Σωτήρη… άκουσα τα ουρλιαχτά τους κάτι σαν φα’ τη ρε κωλόπαιδο... ένιωσα ένα γλυκό κάψιμο και αίμα να κυλάει πάνω μου... μα δεν είμαι παιδί ρε γαμώτο… δεν το βλέπουν... γέρασα και να που τώρα θα πεθάνω... τα χημικά ανακατεμένα μ’ αίμα... το’ χετε δοκιμάσει; εξαιρετικό… έτρεμα λίγο... ο Σωτήρης δεν κουνιόταν... ερημιά... φωνές μακρινές... όχι ελληνικά ήταν οι σύντροφοι μετανάστες απ’ το κίνημα αλληλεγγύης... τα τέρατα έφυγαν σαν τον κάθιδρο εφιάλτη του χωρισμού μου με τη Μαρία… τη σκέφτηκα… έκλεισα τα μάτια… πώς ήθελα λίγο αλκοόλ… ο Νικόλας έπινε πολύ έλεγε η Άσπα... χαμογέλασα… γκροτέσκα φιγούρα... 

Την επόμενη μέρα τεράστιες διαδηλώσεις συγκλόνισαν τη χώρα. δημόσια κέντρα εξουσίας καταλείφθηκαν. Τοπικά συμβούλια σε γειτονιές και χωριά υπερασπίζονταν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια με αλληλεγγύη κι ανθρωπιά τα εργοστάσια πέρασαν στα χέρια των εργατών... ο Σωτήρης λίγες μέρες μετά ήταν καλά… κι εγώ στο νοσοκομείο κάθε μέρα έβλεπα τη Μαρία και κάτι στο βάθος των ματιών της να υπόσχεται τα πάντα... 

Ε δεν πιστεύω να τσιμπήσατε... ο Σωτήρης ήταν σε κώμα για μέρες... ο Νικόλας έφαγε 5 χρόνια... ο τρελός τρόφιμος ψυχιατρείου... η Μάρθα κι η Άσπα ατέλειωτες αναμονές με κρυμμένο αλκοόλ και μαύρο... μια σιδερένια φτέρνα τσάκισέ το κίνημα... αα συγγνώμη το εξεγερτικό φαινόμενο... κι εγώ… πέθανα το ίδιο πρωί σε ένα νοσοκομείο που λεγόταν ΕΛΠΙΣ… πλάκα δεν έχει... και τώρα σουλατσάρω σε κάτι παράξενα σοκάκια με τρελαμένους τύπους λίγο πιωμένος λίγο φτιαγμένος… ξέρετε δε φτάνει να ξέρουμε τι πρέπει να γίνει για να το κάνουμε... άντε γεια χαρά μάγκες Μεταξύ δυο νυχτών μεσολαβεί ένα φωτεινό διάστημα που το λέμε μέρα... στη ζωή κάποιων ανθρώπων αυτό το διάστημα εκλείπει... για άγνωστους λόγους... τότε απλά η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα...


Μαθήματα Aυτομόρφωσης 
πρώτος κύκλος: ψυχανάλυση και πολιτική
Μάθημα Πρώτο: Εν αρχή ην η Άννα – B’ μέρος

A' Mέρος εδώ

Fallen Art




Ο σύγχρονος ηγεμόνας είναι ένας σαδιστής αξιωματικός με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Η «τέχνη» του στηρίζεται σε μια διεστραμμένη μέθοδο κινηματογράφησης, στην κινηματογραφική προβολή φωτογραφιών που απεικονίζουν τα αποτελέσματα της βίαιης πτώσης από μεγάλο ύψος. Ένας αξιωματικός στην κορυφή για το σπρώξιμο και ένας ατάραχος γιατρός στρατοπέδου στο έδαφος συμπληρώνουν το τοπίο. Αυτή η εξαιρετική ταινία μικρού μήκους μας δείχνει που θα οδηγηθούμε ως ανθρωπότητα αν συνεχίσουμε να ακολουθούμε τυφλά την λογική της καπιταλιστικής μηχανής. Μια μηχανής που στο ηρωική της φινάλε καταστρέψει την κοινωνία και κάθε μορφή ζωτικότητας. Προτιμά να διαλύσει τα πάντα παρά να σταματήσει να λειτουργεί. Δεν φταίει αυτή. Έτσι είναι προγραμματισμένη, κάνει απλά το καθήκον της. Μην κάνετε το λάθος να δείτε την ταινία ως μια ακόμα εφιαλτική προβολή του μέλλοντος. Μια αρνητική ουτοπία που έχουμε οριστικά διαγράψει. Η τέχνη της καταστροφής είναι ήδη παρούσα. Η Άρεντ μας αποκάλυψε πως ο ολοκληρωτισμό δε βασίστηκε στους διεσταλμένους δικτάτορες αλλά στους απλούς στρατιώτες, στους απλούς πολίτες, στους φιλήσυχους ψηφοφόρους, σε όσους ποτέ δεν αναρωτήθηκαν αν έχουν οποιαδήποτε λογική αυτά που τους ζητούν να πράξουν. Ο φασισμός είναι η «απόλυτη κοινοτυπία». Σήμερα, αύριο, πρώτη Μάη, έκτη Μάη. Αφίσα, προκήρυξη, πορεία, ταβέρνα, ρετσίνα. Άλλοι ψηφίζουν «αριστερά» άλλοι «δεξιά» σαν να μην συμβαίνει τίποτα. όμως το εφιαλτικό μοτίβο της απόλυτης κοινοτοπία, που διατρέχει οριζόντια όλη την κοινωνική αποχαύνωση και της επιβάλει να αναπαράγει αυτιστικά όλα τα κενά νοήματος στερεότυπα, κρύβει στο φόντο τον αξιωματικό των ες/ες. ΟΧΙ δεν είναι η γραφικοί της Χρυσής Αυγής που όψιμα όλο το πολιτικό προσωπικό μας ζητά να απομονώσουμε για να σώσουμε [ή να δικαιώσουμε] τη «δημοκρατία», είναι η ίδια η «δημοκρατία» στο βαθμό που έχει μετατρέψει την κοινωνία στο πειραματικό εργοστάσιο του ολοκληρωτισμού για να σώσει την αδηφάγα διαστροφή των καπιταλιστών για κέρδος. Μια δημοκρατία που ταύτισε πια το καθήκον των πολιτιών της με αυτό το κέρδος. Ο στρατιώτης που πέφτει ηρωικά νιώθει ότι έπραξε το καθήκον του, ότι η ασήμαντη ζωή του έγινε ηρωική έξοδος. Ζούμε πια σε ένα κοινωνικό στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου το καθήκον των ανθρώπων είναι να ζουν μια «γενική ζωή», να υπακούουν χωρίς να σκέπτονται. Σαν στρατιώτες. Κάναμε απλά το καθήκον μας έλεγαν πάντα οι αξιωματικοί των ες/ες, ακλουθούσαμε εντολές. Σε άλλη περίπτωση μας είχαν πει πως θα έρθει η καταστροφή, ο κομμουνισμός, οι Εβραίοι. «Όποιος δεν θέλει να μιλάει για τον καπιταλισμό καλό είναι να σωπαίνει για το φασισμός» έναν «φασισμό που ανατέλλει ενώ εμείς τραγουδάμε κοινοτοπίες»



Μαθήματα Aυτομόρφωσης 
πρώτος κύκλος: ψυχανάλυση και πολιτική
Μάθημα Πρώτο: Εν αρχή ην η Άννα – Α’ μέρος  

Αν






Αν οι υπολογισμοί ήταν σωστοί 
τώρα θα ήμουν κάποιος άλλος 
Κάποιος ηλίθιος βασιλιάς ανόρεχτος 
Να εξουσιάζω μηχανές και σίδερα 
Να βιάζω όλα τα έξυπνα γρανάζια 

Μα δεν τους βγήκε το καλούπι και έτσι ξέμεινα 
στη μεγάλη αποθήκη 
Μαζί με εκατομμύρια ανένταχτους 
εναλλακτικούς ιμάντες

Ἡ ἀ­νά­κρι­ση

  
  «δεν γνωρίζω κανέναν μ’ αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»
  «Για­τί ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι μοῦ λὲς ψέ­μα­τα;»
Τὰ μά­τια του εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς κόγ­χες. Τὸ σα­κά­κι τῆς στο­λῆς ἦ­ταν ξε­κούμ­πω­το, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας ἕ­να που­κά­μι­σο πνιγ­μέ­νο στὸν ἱ­δρώ­τα. Ἡ γρα­βά­τα ἦ­ταν σχε­δὸν λυ­μέ­νη, θύ­μι­ζε θη­λιὰ ποὺ μό­λις ἔ­χει πνί­ξει τὸν λαι­μὸ ἑ­νὸς ἐγ­κλη­μα­τί­α. Εἶ­χε κι ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, μιὰ χι­λι­ο­μα­ση­μέ­νη γό­πα ποὺ ὅ­λο ἔ­λε­γε νὰ τὴν φτύ­σει κι ὅ­λο τὸ με­τά­νι­ω­νε.
  «Θὰ μι­λή­σεις, ἢ θὰ μὲ κά­νεις νὰ χά­σω τὴν ὑ­πο­μο­νή μου;»
  «Σοῦ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι, ἀ­στυ­νό­με, δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα.»
Ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ κον­τά της, πα­ρα­μι­λών­τας, μὲ ἔκ­φρα­ση ἀ­η­δί­ας. Τὸ κρε­βά­τι ἦ­ταν ξέ­στρω­το καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­νοι­χτή, χω­ρὶς ἦ­χο. Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς καὶ τὸ βρα­χι­ό­λι ποὺ τῆς εἶ­χε κά­νει δῶ­ρο στὴν δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους. Τὰ μπρι­γιὰν λαμ­πί­ρι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὸ πορ­τα­τὶφ τῆς ἀ­νά­κρι­σης. Γύ­ρι­σε ξα­νὰ πρὸς τὴ με­ριά της καὶ κάρ­φω­σε τὸ βλέμ­μα του στὰ πό­δια της.
  «Ἂν νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ μὲ ξε­γε­λά­σεις μὲ κόλ­πα τύ­που “Βα­σι­κὸ Ἔν­στι­κτο”, εἶ­σαι γε­λα­σμέ­νη».
Τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι ποὺ τὴν κόλ­λη­σε στὴν πλά­τη τῆς πο­λυ­θρό­νας. Μιὰ στα­γό­να ἀ­πὸ αἷ­μα ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τός της. Ἐ­κεί­νη ἔ­βγα­λε μὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση τὶς χει­ρο­πέ­δες καὶ ση­κώ­θη­κε.
  «Εἶ­σαι ἠ­λί­θιος» τοῦ εἶ­πε κου­νών­τας μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση τὸ κε­φά­λι.
  «Ἔ­χου­με πεῖ ὄ­χι χα­στού­κια».
Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ ἔ­φυ­γε.


τάσος ψάρρης

Όψεις του κοινωνικού πολέμου μπροστά στις 17 Ιουνίου

9 ερωτήματα για επίδοξους λύτες… 

Σε ποιόν να πουληθώ; 
Ποιο θηρίο να λατρέψω; 
Ποιες καρδιές να συντρίψω; 
Ποια ψέματα να πω; 
Σε ποιο αίμα να βουτήξω; 
Καλύτερα να μην μπλέξεις με την εξουσία. 
 -Αρθούρος Ρεμπώ 


23 Οκτωβρίου 2008. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο μέχρι πρότινος μάγος της παγκόσμιας οικονομίας, καταθέτει στην επιτροπή του αμερικάνικου κογκρέσου που εξετάζει τα αίτια της κρίσης. Στην επίμονη ερώτηση ενός βουλευτή από την Καλιφόρνια για το «εάν αναλογίζεται τις ευθύνες του, καθώς ακολουθώντας πιστά τη δική του οικονομική ιδεολογία σαν θεολογικό δόγμα, η Αμερική οδηγήθηκε στην κατάρρευση της lehman brothers και μαζί της ο πλανήτης ολόκληρος στη μεγαλύτερη καπιταλιστική κρίση όλων των εποχών» ο Γκρίνσπαν απάντησε σκυθρωπός: «Ανακάλυψα ένα σφάλμα στο μοντέλο που θεωρούσα πώς λειτουργεί ο κόσμος». 

V



She put her wounded flesh in the water 
Her face did not seem to change 
Gaze nailed in vacuum 


Then I realized she was addicted to pain 


Where, 
Near the wild solitude of the woods 
Next to the corpses and the noise of battle, 
I realized what she was looking to love: 


It was this wild obsession 
The few moments of absolute calm 
That made her to profligate 
Over the dead bodies

Μερικά καλοκαίρια αρνούνται


Μερικά καλοκαίρια δε θέλουν να τελειώσουν. Είναι ο χρόνος τους που κυλάει αλλιώς. Τα καλοκαίρια ο χρόνος κάτι σα να παθαίνει, σταματάει και οι άνθρωποι αγαπάνε αυθόρμητα τους ανθρώπους. Για αυτό και ο χρόνος που ποτέ του δεν κατάλαβε το καλοκαίρι έφτιαξε για τους ανθρώπους ρολόγια. Ρολόγια να ξυπνάνε το πρωί για δουλειά, ρολόγια για το γραφείο, το εργοστάσιο, το σχολείο, ρολόγια για το διάλειμμα, για κολατσιό, ρολόγια για τα καταστήματα, τα σίριαλ στην τηλεόραση και τα βραδινά δελτία. Τόσα ρολόγια για να μη χάνουμε το χρόνο. Και όμως ο χρόνος κρύφτηκε πίσω από τα ρολόγια. 

Μερικές σημειώσεις σχετικά με την ασυνέχεια

Οι πυροβολισμοί των ρολογιών από τους εργάτες στο Παρίσι το 1830 και η κατάληψη του San Cristóbal de las Casas από τους Ζαπατίστας το 1994 

Του Sergio Tischler 


  • Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που έχουν αναδείξει τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα είναι το ζήτημα του χρόνου. Την 1η Ιανουαρίου του 1994, οι Ζαπατίστας μας δίδαξαν ότι το να ονειρευτούμε έναν διαφορετικό κόσμο δεν είναι μόνο εφικτό αλλά ότι αυτό είναι το ζωντανό όνειρο της αξιοπρέπειας και της πάλης. Δεν πυροβόλησαν με τα όπλα τους τα ρολόγια, όπως έκαναν το 1830 οι εξεγερμένοι εργάτες στο Παρίσι για να ανατρέψουν συμβολικά το χρόνο της καπιταλιστικής εργασίας, τον ορθολογιστικό μηχανισμό που οργανώνει τη ζωή προκειμένου να εξυπηρετήσει την αστική εξουσία. Το έκαναν με διαφορετικό τρόπο. Οι ιθαγενείς αντάρτες κατέλαβαν τα χωριά San Cristóbal de las Casa, Altamirano, Las Margaritas, Ocosigno, Oxchuc, Huixtán και Chanal. Η Παράνομη Επαναστατική Ιθαγενική Επιτροπή-Γενική Διοίκηση (CCRI-CG) του EZLN δημοσιοποίησε την 1η Διακήρυξη της Ζούγκλας Lacandona, με την οποία κήρυξε τον πόλεμο στην κυβέρνηση του Carlos Salinas de Cortari με σκοπό την αντίσταση στο σχέδιο θανάτου ενάντια στον ιθαγενικό πληθυσμό σύμφωνα με τη Συνθήκη για το Ελεύθερο Εμπόριο ανάμεσα στο Μεξικό και τις ΗΠΑ και ανακοίνωσε τον αγώνα της για τη δημοκρατία, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη για όλους τους μεξικανούς. Αυτή τη φορά ήταν οι ιθαγενείς από τις κοινότητες της Τσιάπας, αλλά ο εχθρός δεν ήταν πολύ διαφορετικός: ήταν αντιμέτωποι με τον χρόνο της καπιταλιστικής εργασίας του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονιστικού σχεδίου. 

Φιλοσοφικά μοντέλα της ιατρικής και η κρίση του μηχανιστικού παραδείγματος




Του Φώτη Τερζάκη 

Και μόνον ο τίτλος αυτής της ανακοίνωσης γεννάει πιθανώς ερωτήματα σε ένα ιατρικώς εκπαιδευμένο ακροατήριο. Γιατί «φιλοσοφικά» μοντέλα στην ιατρική; Δεν είναι η ιατρική στις ημέρες μας μία στέρεη και ασφαλής επιστήμη, απαλλαγμένη από τις εικοτολογίες και τις αβεβαιότητες της φιλοσοφίας; Η απάντηση είναι λιγότερο εγγυημένη απ' όσο νομίζουμε. Και, κατ' αρχάς, για να καταλάβουμε τί σημαίνει «επιστήμη» πρέπει να θυμηθούμε τα κριτήρια της επιστημονικότητας όπως διαμορφώθηκαν στις απαρχές της νεωτερικής εποχής από στοχαστές όπως G. Galilei, o F. Bacon, o R. Descates, κ.ά. Στην πιο περιεκτική τους διατύπωση, αυτά είναι δύο: 1) πειραματική αναπαραγωγιμότητα των προτάσεων•2) ποσοτικοποιημένη (μαθηματική) αναδιατύπωσή τους. Υπό αυτούς τους περιοριστικούς όρους παράγονται οι επιστημονικοί «νόμοι», και βάσει μιας τέτοιας νομοθεσίας συγκροτήθηκαν και γνώρισαν μια πρωτοφανή ώθηση από τον δέκατο έβδομο αιώνα και ύστερα οι βασικές, θετικές ή «σκληρές» επιστήμες - δηλαδή η αστρονομία, η φυσική, η χημεία και η βιολογία. Τέτοια ήταν η επιτυχία του τεράστιου τεχνοεπιστημονικού εγχειρήματος την εποχή της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης ώστε γεννήθηκε η ιδέα (με τον Αύγουστο Κοντ στη Γαλλία) ότι και οι «κοινωνικές επιστήμες» θα μπορούσαν να οργανωθούν με την ίδια κανονικότητα και ακρίβεια που χαρακτήριζε τις θετικές επιστήμες. Το αίτημα αυτό παρέμεινε άκρως αμφίβολο, και στις ημέρες μας δεν υποστηρίζεται σχεδόν από κανέναν εκτός από μια μειοψηφία γραφειοκρατών πανεπιστημιακών (παρότι η χρήση στατιστικών μεθόδων έχει γίνει κανονικό μέρος της εφαρμοσμένης κοινωνιολογίας). Τί γίνεται όμως σε ό,τι αφορά την ιατρική; 

αντίστροφη προοπτική


Ο μετατονισμός των θεολογικών αντιπαραθέσεων σε αισθητικό κλειδί ίσως φανεί σε πολλούς ανάρμοστος για τη σοβαρότητα του ζητήματος αισθητισμός: αυτοί ωστόσο θα έπρεπε να σκεφθούν καλύτερα τι σημαίνει αισθητική δραστηριότητα, τι σημαίνει τέχνη, διότι, όπως έχω και με άλλη ευκαιρία υποστηρίξει, η ουσία των θρησκευτικών φαινομένων είναι με μία έννοια -την ευρύτερη δυνατή, βεβαίως- αισθητική. Η θεμελιώδης σημασιοδότηση του κόσμου, που συνιστά την υπογραφή κάθε μεμονωμένης θρησκείας, είναι τόσο λεπτή και περίτεχνα επεξεργασμένη, και ταυτόχρονα τόσο προγενέστερη των κατηγοριών του νου, τόσο σαρκική και κυτταρική, ζυμωμένη με τις ίδιες τις λειτουργίες του σώματος, τα σχήματα αισθητηριακής πρόσληψης και ψυχικής οργάνωσης των ατόμων, όσο μόνον η τέχνη έχει υπάρξει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Γι' αυτό έχει πάντα νόημα να θυμίζουμε ότι τέχνη και θρησκεία έχουν ουσιωδώς κοινή αφετηρία, υπό τον όρον βεβαίως ότι αυτό δεν θα λειτουργήσει ως επιχείρημα για την καθυπόταξη της τέχνης σε οιοδήποτε θεολογικό δόγμα: οφείλει, απεναντίας, να χρησιμοποιείται ως προνομιακή γωνία ακύρωσης όλων των δογμάτων (ως προς τις αξιώσεις ισχύος που τα ίδια εγείρουν, εννοείται).

Ασκήσεις Ολοκληρωτισμού ΙΙ: Η αντιστροφή της λογικής



Αρκεί κάποιος να περιδιαβεί τα κείμενα τις τελευταίας περιόδου προβεβλημένων προπαγανδιστών όπως ο Πάσχος Μανδραβέλης και ο Τάκης Μίχας για να διαπιστώσει μια αξιοσημείωτη εμμονή στην καταδίκη του «ολοκληρωτισμού από όπου και αν προέρχεται». Πρόκειται για μία ερμηνευτική γραμμή νεοφιλελεύθερης κοπής – η οποία έχει την ιδεολογική της αφετηρία στο έργο του Karl Popper η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της αλλά και στους επιγόνους του Richard Wolin και Μicha Βrumlik – και που με απλά λόγια διακηρύσσει πως η «δημοκρατία μας» κινδυνεύει από δύο μορφές ολοκληρωτισμού: το φασισμό και τον κομμουνισμό. Ενδιαφέρoν όμως δεν έχει να αναλύσουμε σε τι αποδίδουν τον όρο ολοκληρωτισμό αλλά να δούμε τι είναι αυτό που του αντιτείνουν. Η απάντησή τους είναι ο ορθολογισμός! Καταλογίζοντας σε κάθε φωνή αμφισβήτησης μια ιδεοληπτική «ανορθολογικότητα», ο ορθολογισμός της «κοινής λογικής» μπορεί να αποτελέσει για αυτούς το μοναδικό αντίπαλο δέος στο φασισμό που εκφράζουν τα «άκρα».

ασκήσεις ολοκληρωτισμού



Μέσα στον ορυμαγδό των ημερών με τις αλλεπάλληλες αποτυχίες των κοινωνικών και εργατικών διεκδικήσεων, την απομαζικοποίηση των συνδικάτων και την ενίσχυση εθνικιστικών ρευμάτων, ένα ερώτημα πλανιέται πάνω από το κίνημα: γιατί η εργατική τάξη δείχνει να ενεργεί ενάντια στα συμφέροντα της; γιατί δένεται στο άρμα του φασισμού; πως οι κεφαλαιοκράτες αποσπούν για μια ακόμα φορά τις απαραίτητες για αυτούς συναινέσεις; Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 30 όταν μέσα στην κρίση η εργατική τάξη αντί να ενωθεί στην προοπτική μιας παγκόσμιας επανάστασης στράφηκε προς το φασισμό.

Ποιος φοβάται τον οργανωτικό διαχωρισμό;

Του Τάσου Χριστόπουλου

Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σκιαγραφήσουμε έστω, τους όρους πραγματοποίησης του οργανωτικού και πολιτικού διαχωρισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα, αν δεν λάβουμε υπόψιν μας τη βαθειά κρίση που το διαπερνά σε όλους τους τομείς- και έχει τις ρίζες της στην συγκρότησή του σε οργανωτικό επίπεδο στις αρχές του 20ου αιώνα- τις αντιλήψεις στο εσωτερικό του, τις ελλείψεις του. Και όταν μιλάμε για κρίση δεν αναφερόμαστε απλά και μόνο στην γύμνια και την άνευ όρων παράδοση της συνδικαλιστικής ηγεσίας στα συμφέροντα των εργοδοτών, αλλά και στην αναποτελεσματική, αναντίστοιχη της επίθεσης, απάντηση του συνόλου των εργαζομένων, (παρά την απεργιακή έξαρση της τελευταίας διετίας και τους πρόσφατους ηρωϊκούς κλαδικούς αγώνες στα Μ.Μ.Ε και την Χαλυβουργία), την στάση των υπόλοιπων δυνάμεων- ακόμα και των πιο ταξικών, την επικράτηση των αστικών αντιλήψεων και μικροαστικών συμφερόντων, την κρατική παρέμβαση, την γραφειοκρατικοποίηση, την αντιδημοκρατική λειτουργία, τον συνειδητό κατευθυνόμενο κατακερματισμό.

τι είναι η άμεση δημοκρατία;



Μένει ακόμα να εκτιμηθεί ψύχραιμα το κίνημα της Πλατείας Συντάγματος, η ελληνική αυτή εκδοχή τής Puerta del Sol (που αντήχησε έως και, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, κάποιον μακρινό κραδασμό των αραβικών εξεγέρσεων), ενάντια στις μεθοδεύσεις μιας επικίνδυνης κυβέρνησης η οποία έδεσε καταστροφικά τη χώρα στο άρμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, κατ’ εντολήν του διευθυντηρίου των Βρυξελλών, για την έσχατη λεηλασία. Η αφ’ υψηλού απαξίωσή του από αρκετούς καθαρολόγους τού ακροαριστερού είτε του αντιεξουσιαστικού χώρου παραβλέπει την υπόγεια δυναμική που συνδέει μ’ ένα αόρατο νήμα τη βίαιη έκρηξη του Δεκέμβρη 2008, το οργισμένο μαζικό ξεχείλισμα της 5ης Μαΐου 2011 που πυρπόλησε υπουργεία και πολιόρκησε το Κοινοβούλιο (το οποίο ανακόπηκε τραυματικά από τους νεκρούς τής Marfin) και τούτη την τελευταία, πολυπληθέστερη όσο κι ετερόκλητη κινητοποίηση που ο φαινομενικά πιο αναποφάσιστος χαρακτήρας της συνδυάστηκε με ασυνήθιστη για τέτοιου είδους φαινόμενα διάρκεια και ανθεκτικότητα. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο υπερβολικός ενθουσιασμός και η μυθοποίησή του δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό. Όλη η δύναμη και η αδυναμία τής κινητοποίησης του Συντάγματος φανερώθηκε τη 15η Ιουνίου όταν, χωρίς φανερή άσκηση βίας (αλλά επιδεικνύοντας εξαιρετική ευελιξία και αντοχή στην ακραία αστυνομική βία) οδήγησε σε πτώση την κυβέρνηση Παπανδρέου μόνο με τον όγκο και με την αταλάντευτη επιμονή της• και ταυτόχρονα όταν, ανίκανη να προχωρήσει αποφασιστικά στο πολιτικό κενό που η ίδια δημιούργησε, να αναδείξει δυνάμεις από το εσωτερικό της ικανές να μορφοποιήσουν τη συσσωρευμένη οργή σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντεξουσίας, έχασε το κρίσιμο στιγμιαίο προβάδισμα, άφησε όλο τον χρόνο στην κυβέρνηση να ανασυγκροτηθεί (με

εκπομπές μαγειρικής

θα έχετε παρατηρήσει πως την εποχή που η πείνα άρχισε να μαστίζει, την εποχή που η εικόνα ανθρώπων που ψάχνουν την τροφή τους στα σκουπίδια έγινε καθημερινή, η τηλεόραση κατακλίστηκε ξαφνικά από εκπομπές μαγειρικής. Εκπομπές που όλο μιλάνε για γεύση αλλά αξιολογούν μονάχα «την παρουσίαση του πιάτου». Βλέπετε, η γεύση έχει την άτιμη συνήθεια να μην μπορεί να γίνει εικόνα, και έτσι, η επιθυμία για την ηδονική μπουκιά χάνεται στον ουρανίσκο της παρουσιάστριας, που για μοναδική προσφορά συμπόνιας προς το κοινό κρατά για το τέλος ένα δήθεν ηδονικό μουρμουρητό μπουκωμένης ευτυχίας: «μμμμμ, τι νόστιμο!». Η τηλεόραση εξαπατά με αυτό που υπόσχεται.

Έντεκα

ένα ποίημα είναι μια αίσθηση
που ξυπνάνει Κυριακή πρωί
έντεκα του δεκέμβρη
με τον ήλιο στα δόντια
και το τσιγάρο στο φίλτρο

και εξαπλώνεται στην πόλη
σα μάστιγα πυρηνικού ολέθρου
γεμάτη αρώματα, βλαστάνει
απ τις θηλές στο στήθους σου
εξοργισμένη από τον ήχο
των αυτοκινήτων γίνεται κισσός
αναρριχόμενος που καταπίνει
κάθε ερειπωμένο αρχοντικό

μα παρασύρεται μετά,
μέσα σε κόκκους σκόνης της πλατείας
με τα βρώμικα πλακόστρωτα,
και γίνετε τροφή
των ταχυδρομικών περιστεριών,
στέλνει μηνύματα πολέμου
και κραυγές πρωινής άνοιξης
στο μέσο του χειμώνα

– μιας άνοιξη που όλο υπόσχεται πως θα ‘ρθει-

και ύστερα
-όχι πολύ μετά- βγαίνει
μέσα από τα ρουθούνια μου
επίμονος τρυποκάρυδος, πιάνει
τα κέρατα του τάρανδου
στο έλκηθρο του χρόνου,
λεηλατεί το χρυσό κανόνα
των γραμμών του τρένου,
σέρνεται στη λάσπη
του λιμανιού, για να φτάσει
λουσμένη στ’ αρώματα του πολιτισμού,
στα μάτια σου.

υποτροπές της εχθροπάθειας

του Φώτη Τερζάκη

Μεσα στον ορμαγδό των γεγονότων που τρέχουν με ασύλληπτη ταχύτητα πλέον, καθώς ένας ολόκληρος λαός καλείται να φτύσει αίμα για το τραγικό του σφάλμα να ενταχθεί στη λέσχη των αρπακτικών που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεχάσαμε κιόλας το σχέδιο νόμου που πρότεινε στα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου ––τη στιγμή που οι έγκλειστοι της Υπατίας λυνσάρονταν φραστικά από κυβερνητικούς αξιωματούχους και στους δρόμους της Αθήνας δυστυχισμένοι μετανάστες δολοφονούνταν από ρατσιστικές συμμορίες αποθρασυμένες από την ίδια την επίσημη ρητορεία–– ο τότε υπουργός δικαιοσύνης Χ. Καστανίδης «Για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου». Παρά το ένοχο «δεν» του υπουργού ενόσω απαντούσε στην έντονη διαμαρτυρία μέρους τού νομικού και δημοσιογραφικού κόσμου, απαξιώνοντάς την ως «καταιγίδα ανοησιών», πρόκειται όντως για αντίγραφο του επαίσχυντου Νόμου Γκεϋσώ στη Γαλλία που από το 1990 ποινικοποιεί ειδικά όσους αμφισβητούν το λεγόμενο Ολοκαύτωμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου είτε κάποια στοιχεία γι’ αυτό (περιέλαβε, είναι αλήθεια, και τη γενοκτονία των Αρμενίων τη στιγμή που η Τουρκία απειλούσε να ενταχθεί στη Ευρωπαϊκή Ένωση) και οδήγησε, μεταξύ άλλων, σε δίκη πεποιθήσεων τον Ροζέ Γκαρωντύ… Όποιος έχει αμφιβολίες, ας διαβάσει το άρθρο 4 αυτού του νέου νομικού τέρατος: «Όποιος δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου ή μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, εγκωμιάζει ή αρνείται ή εκμηδενίζει τη σημασία εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου […] και η πράξη αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή ή τον γενετήσιο προσανατολισμό, κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή εχθροπάθεια κατά μιας τέτοιας ομάδας, ή μέλους της, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και χρηματική ποινή χιλίων έως τριών χιλιάδων (1.000-3.000) ευρώ».

Πολιτικός Καζαμίας 2012

από Ροσινάντε Δεκεμβρίου

Ιανουάριος: Η χρονιά αλλάζει μέσα σε γενικό κλίμα εθνικής ευτυχίας που έχει προκληθεί από την πρωθυπουργοποίηση Παπαδήμου. Οι Αγανακτισμένοι καλούν σε πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν στο Σύνταγμα. Ενώ στο κάτω μέρος της Πλατείας συζητούν αμεσοδημοκρατικά για τις θερμίδες του κουραμπιέ, στο πάνω μέρος πετούν βεγγαλικά. Ένα από αυτά ωστόσο πέφτει στη Βουλή και την καίει. Παρά τις εκκλήσεις της μικροφωνικής για να διαφυλαχτεί ο ειρηνικός χαρακτήρας του ρεβεγιόν, δημιουργείται ένταση. Το ΚΚΕ καταγγέλλει τις φασιστικές και τυχοδιωκτικές ομάδες που κάνουν ρεβεγιόν ενώ ο κόσμος πεινάει και ειδικά το «Δεν Πληρώνω» και τον Παναιτωλικό. Ο τελευταίος βγάζει κοινή ανακοίνωση με την ΑΚ με τίτλο «Ρεβεγιόν μετά το τέλος της εποχής των ιδεολογιών»

Η σύζυγος και η πόρνη: καταστατικές προϋποθέσεις μιας ταξικής αντεπίθεσης

Οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο στο έργο τους «Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού» κάνουν μια πολύ διεισδυτική παρατήρηση για τη σχέση ανάμεσα στη σύζυγο και την πόρνη μέσα στην πατριαρχική συνθήκη. Γράφουν «η πόρνη και η σύζυγος είναι οι δύο αντίθετοι πόλοι της γυναικείας αυτοαλλοτρίωσης: η σύζυγος προδίδει την ηδονή εν ονόματι της σταθερής οργάνωσης της ζωής και της ιδιοκτησίας, ενώ η πόρνη, κρυφή σύμμαχος της συζύγου, υποτάσσει σε σχέση κατοχής αυτό που αφήνει ελεύθερο το δικαίωμα κατοχής της συζύγου: πουλάει την ηδονή». Αποκαλυπτικό για αυτό ακριβώς το δίπολο είναι και το πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο της Σίλβια Φεντερίτσι «Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα: γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις των ξένων και πραγματεύεται το ιστορικό φαινόμενο του κυνηγιού μαγισσών. Η συγγραφέας μέσα από εντυπωσιακά ιστορικά στοιχεία μας οδηγεί σε ένα πολύ αποκαλυπτικό συμπέρασμα: η πρακτική του κυνηγιού μαγισσών από την παπική και φεουδαρχική εξουσία δεν είχε στην πραγματικότητα ως στόχο να καταστείλει τις μαγειοθρησκευτικές τελετουργίες αλλά ο πραγματικός της σκοπός ήταν να καθυποτάξει όλες τις γυναίκες μέσω του φόβου που τους προκαλούσε το μέγεθος της καταστολής. Η συγγραφέας μιλάει εδώ για την καθυπόταξη των γυναικείων σωμάτων στη σταθερή, ετερόνομη, καταναγκαστική και χωρίς αμοιβή εργασία, μια μορφή δουλείας που αποτέλεσε καταστατική προϋπόθεση – μια μορφή αρχικής συσσώρευσης – για την φεουδαρχική και μετέπειτα καπιταλιστική κυριαρχία και ανάπτυξη.

Η εγγενής ανηθικότητα της καπιταλιστικής αναδιάταξης στα πανεπιστήμια: πιστωτικές μονάδες

Στον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας υπάρχει μια εγγενής ανηθικότητα, μια δοξασία σύμφωνα με την οποία ο πλούτος και η εξουσία που αυτός συνεπάγεται πρέπει να καταφάσκουν τον εαυτό τους. Ο πλούτος, δηλαδή, πρέπει να αναπαράγεται και να κληροδοτείται για να συνεχίζει αενάως το πρωταρχικό του καθήκον, τη συσσώρευση. Οι πλούσιοι πρέπει να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί, φτωχότεροι. Γιατί, βλέπετε, τα μέλη της μεσο-ανώτερης και ανώτερης τάξης ουδέποτε χώνεψαν πως ένα «ορθοκανονικό» εκπαιδευτικό σύστημα αριστείας θα κατανέμει τα προνόμια που οι ίδιοι κατέχουν [και τους εξασφαλίζουν την ιδιάζουσα ταξική τους θέση] και όχι το κληρονομικό δίκαιο. Για αυτούς, όπως και για την καπιταλιστική ιδεολογία, τα προνόμια κληρονομούνται, πωλούνταν και αγοράζονται με κέρδος. Η γνώση είναι πλούτος και τα επαγγέλματα έχουν χρηματική και αγοραία τιμή.

Γυναίκες και καπιταλισμός, από την πρώιμη νεωτερικότητα έως σήμερα


παρουσίαση του βιβλίου της Silvia Federici
"Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα. Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση"


Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα γυναικεία κινήματα και μεγάλο κομμάτι της παραδοσιακής Αριστεράς, ιδίως από τη δεκαετία του 1960, γέννησε την ιδεολογική ψευδαίσθηση, ιδιαίτερα ισχυρή σε αυτό που ονομάστηκε από κάποιους μεταμοντέρνος φεμινισμός, ότι το κοινωνικό φύλο και η τάξη αποτελούν ριζικά διαφορετικές κατηγορίες ανάλυσης, παραπέμποντας σε μη τεμνόμενους άξονες εξουσίας. Τις πολλαπλές συγχύσεις που μια τέτοια αντίληψη δημιούργησε προσπαθεί να διαλύσει αυτό το σπουδαίο βιβλίο της Silvia Federici, καθηγήτριας σήμερα στο Πανεπιστήμιο Hofstra της Νέας Υόρκης και μέλους τής εκδοτικής κολεκτίβας Midnight Notes, μίας από τις σημαντικότερες θεωρητικούς του γυναικείου κινήματος τις τελευταίες δεκαετίες. Παρ' ότι οι έρευνές της που αφορούσαν τις γυναίκες κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1970, το σχέδιο επανενεργοποιήθηκε τα χρόνια που υπηρετούσε ως δασκάλα στη Νιγηρία (1984-6), όταν η υπαγωγή της χώρας στο Πρόγραμμα Δομικής Προσαρμογής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας οδήγησε σε «ένα νέο κύκλο πρωταρχικής συσσώρευσης και τον εξορθολογισμό της κοινωνικής αναπαραγωγής, που στόχευαν στην καταστροφή και των τελευταίων υπολειμμάτων κοινοτικής ιδιοκτησίας και κοινοτικών σχέσεων, επιβάλλοντας έτσι ακόμη πιο εντατικές μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης [...] Παράλληλα με την πολιτική αυτή [...] είδα να υποδαυλίζεται μια εκστρατεία μισογυνισμού [...] και διαπίστωσα την ανάπτυξη μιας έντονης δημόσιας διαμάχης, από πολλές απόψεις παρόμοιας με τις querelles des femmes του 17ου αιώνα, που άγγιζε κάθε όψη της αναπαραγωγής τής εργασιακής δύναμης» (σελ. 22-3 passim).

H πλατωνική σκέψη στο έργο του Le Corbusier



«Αν οι Έλληνες θριάμβευσαν επί των βαρβάρων, αν η Ευρώπη, κληρονόμος της ελληνικής σκέψης, κυριαρχεί επί της Γης, ο λόγος είναι απλός: οι άγριοι αγαπούν μόνο τα ζωηρά χρώματα και την κακοφωνία των ταμπούρλων, τα οποία υποτάσσουν τις αισθήσεις. Οι Έλληνες, αντίθετα, αγαπούν τη διανοητική ομορφιά που κρύβεται πίσω από την αισθητή ομορφιά»

Σε αυτό το απόσπασμα από το καλλιτεχνικό μανιφέστο των Le Corbusier και Amédée Ozenfant «Après le Cubisme» (Paris, 1918), εξηγείται η πολιτισμική κυριαρχία της Ευρώπης απέναντι στον κόσμο, ως επακόλουθο της διχοτομίας αισθήσεων και νόησης. Η διχοτομία αυτή, η διάσταση δηλαδή ανάμεσα στο φαινόμενο και την πραγματικότητα, αποτελεί προϊόν της αρχαίας ελληνικής σκέψης και αναδεικνύεται για πρώτη φορά κυρίαρχη στην κορυφαία της στιγμή, το πλατωνικό φιλοσοφικό σύστημα.

Βουγιουκλακισμός

Διατηρούσα εδώ και χρόνια την αφελή αισιοδοξία πως σταδιακά το αντιαισθητικό και φασίζον φαινόμενο του Βουγιουκλακισμού θα εξέλειπε από την ελληνική κοινωνία. Έκανα λάθος. Πράγμα που δείχνει πως η Βουγιουκλάκη ήταν μάλλον σημείο μιας εποχής που ανέτειλε κάπου στα 1950 και τώρα μεσουρανεί παρά μια ακόμα μόδα, καταδικασμένη να ξεπεραστεί όπως τόσες και τόσες άλλες. Η εποχή του ερωτισμού της μαζικής κουλτούρας εξέθρεψε και αναπαρήγαγε τον ανθρωπολογικό εκείνο τύπο γυναίκας [και όχι μόνο] που περιφέρει την τσαχπινιάς της νιαουρίζοντας εδώ και εκεί. Έχοντας πάθος με την προβολή, λατρευτική σχέση με την επιφάνεια, τη διαχειρίσιμη αθωότητα, τη μιξοπαρθενία που προκαλεί χωρίς ποτέ να ενδίδει. Όντας σε συνεχή επιτηδευμένη ευφορία, απόρροια μιας άνευ προηγουμένου ιδεολογικής νάρκωσης, χωρίς ίχνος παραδοχής οποιουδήποτε πραγματικού συναισθήματος, καταντά να ζει έχοντας εσωτερικεύσει πλήρως την αντιστροφή της κοινωνίας των ομοιωμάτων: στην αδιατάραχτη επιφάνεια του make up αποτυπώνεται η ευτυχία.

Aλυσίδα παραγωγής νομισματοκοπείου

Μην αναρωτιέστε γιατί κατά τη διάρκεια όλων των δελτίων ειδήσεων παίζουν αυτά τα ίδια εκνευριστικά βίντεο κλιπάκια αλυσίδας παραγωγής νομισματοκοπείου, με χρήματα να τυπώνονται, ευρώ να τεμαχίζονται, κέρματα να πέφτουν σα φθινοπωρινή βροχή. Είναι μια ιδεολογική αυθυποβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας, το αυτιστικό μοτίβο του οικονομικού ψεύδους που προσπαθεί να μας υπομνήσει πως «όλα πάνε καλά». Το «λεφτά υπάρχουν» δεν είναι απλά το ατυχές τσιτάτο του ΓΑΠ – η μοναδική ίσος φράση για την οποία θα τον μνημονεύουν στο μέλλον πριν παραδοθεί στην ιστορική ασημαντότητα στην οποία αλώστε ανήκει – είναι η ίδια η προβολή της ματαιωμένης επιθυμίας. Και εδώ, όπως και στην πορνογραφική προβολή της ηδονής, σπαταλήθηκαν τόνοι κεντρικά σχεδιασμένου προϊόντος μαζικής κουλτούρας για να επιβληθεί μια ηθική ενοχής, κοινωνικού μαζοχισμού και παραίτησης. Για να επιβληθεί εν τέλει η ίδια η ματαίωση ως κάτι θετικό.

Όταν νυχτώνει και οι βάρβαροι δεν έρχονται

Ένα παλαιότερο άρθρο στο RD ελαφρός υπενδεδυμένο 


Λονδίνο. Μια διαδήλωση φοιτητών που αντιδρούν στο νέο νόμο για τα πανεπιστήμια είναι έτοιμη να δεχθεί την επίθεση της αστυνομίας. Οι νεαροί είναι όλοι κουκουλοφόροι για να μην καταγραφούν τα πρόσωπά τους από τις κάμερες ασφαλείας. Μερικοί κρατούν αυτοσχέδιες ξύλινες ασπίδες στις οποίες έχουν επιγράψει τίτλους βιβλίων. Ένας κρατά την Αρνητική Διαλεκτική του Αντόρνο. Η αστυνομία του επιτίθεται και τους διαλύει. Ο Πρωθυπουργός μιλά για Βαρβάρους.


Το συνολικό έργο τέχνη: Από τον R. Wagner στον Ι. Ξενάκη – Μέρος Έβδομο

ΤΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

ΣΤΑΔΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ GESAMTKUNSTWERK

Η όλη συνθετική πορεία από τα «ondulatoires» προς τον σχεδιασμό του
Philips Pavilion θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια ενιαία αρχιτεκτονική ιδέα
που εξελίσσεται από το επίπεδο στον χώρο μέσω ενός μουσικού κομματιού,
ή διαφορετικά ως μια μουσική ιδέα που εκφράζεται μέσω διαφορετικών
μορφών στη χωρική διάσταση. Στην πραγματικότητα, δεν είναι κάτι άλλο από
τη διαρκή αναζήτηση τρίτου, ενωτικού στοιχείου.

Το συνολικό έργο τέχνη: Από τον R. Wagner στον Ι. Ξενάκη – Μέρος Έκτο

ΧΩΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ

«Η αρχιτεκτονική είναι παγωμένη μουσική»: Goethe
«Η μουσική είναι αρχιτεκτονική σε κίνηση»: Paul Valèry

Η θεατρική σκηνή του 19ου αιώνα με την ορχήστρα στη μέση και το κοινό
ως θεατή παραταγμένο αμφιθεατρικά στον περίγυρο, προφανώς είναι
ανεπαρκής σε αυτή τη φάση. Η νέα εποχή στη μουσική σχετίζεται άμεσα με το
χώρο. Το έντονο φως των πολυελαίων σβήνει και μία σειρά από μηχανήματα,
ηχεία, ενισχυτές και μικρόφωνα, αντικαθιστούν την «αχώριστη» ομάδα των
εκτελεστών, που ως ηχητική πηγή και ταυτόχρονα ως θέαμα όριζαν προς τα
πού θα πρέπει να στραφούν τα αυτιά μας και τα μάτια μας.

Ποιος δολοφονεί ξανά τη Ρόζα: επτά σημεία για την αριστερά που υψώνει ελληνικές σημαίες στις πλατείες

1. Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 1919. Στην αποβάθρα του ποταμού Σπρέε εντοπίζονται τα πτώματα των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Αμφότεροι τον Αύγουστο του 1914 είχαν αρνηθεί να ψηφίσουν τον προϋπολογισμό των πολεμικών δαπανών και να στηρίζουν τα εθνικά οράματα της Γερμανίας μπροστά στον πόλεμο. Έφυγαν από το SPD και δημιούργησαν την ομάδα Σπάρτακος. Με το ξέσπασμα του πολέμου αρνήθηκαν κάθε συμμετοχή καλώντας την εργατική τάξη να μη στέψει τα όπλα της ενάντια στους λαούς αλλά προς τα αφεντικά της. Τελικά η εξέγερση του Σπάρτακου πνίγηκε στο αίμα από την κυβέρνηση των πρώην συντρόφων τους σοσιαλδημοκρατών. Ρόζα και Λιμπκνεχτ εκτελέστηκαν. Από εκείνο το πρωινό του Γενάρη ένας ποταμός αίματος χωρίζει δύο επιλογές: μεταρρύθμιση ή επανάσταση, εθνικισμός ή διεθνισμός, πόλεμος ή αδελφοσύνη.

Διανοούμενοι είστε και φαίνεστε

Πάνε κι έρχονται τά λύματα τής «πληροφόρησης» κατά τούς ανέμους τών προγραμμάτων και κατά τίς ανάγκες τών προγραμματιστών. Όσο για τίς πραγματικές ανάγκες, σκάβουν αλλού τά λαγούμια τους μεταθέτοντας τίς εκρήξεις τους στο μέλλον. Άλλοι θα πληρώσουν τίς φανφάρες τής εθνικής οπερέτας, άλλες κλάσεις θα κληθούν να αιμοδοτήσουν αυτά τά υπό μεγέθυνση μικρόβια οράματα.

Το συνολικό έργο τέχνη: Από τον R. Wagner στον Ι. Ξενάκη – Μέρος Πέμπτο

«Από τα νιάτα του δεν έκανε άλλο από το να μιλάει, να γράφει, να δίνει μαθήματα,
να επινοεί φράσεις (…) έτσι που οι λέξεις δεν είχαν πια τίποτα το ακριβές, που το
νόημά τους θόλωνε, που έχαναν το περιεχόμενό τους (…) Και τότε ένιωθε την ανάγκη,
συγκεκριμένα και ασυγκράτητα, μιας τεράστιας μουσικής, ενός θορύβου απολύτου,
ωραίου και χαρούμενου σαματά που θα αγκάλιαζε, θα πλημμύριζε, θα έπνιγε όλα τα
πράγματα, όπου θα καταποντίζονταν ο πόνος, η ματαιότητα, η κακία των λέξεων. Η
μουσική ήταν η άρνηση των φράσεων. Ήταν η αντί-λέξη!»

Μιλαν Κούντερα, για τη μετατροπή της μουσικής σε θόρυβο



Πράγματι, μετά τη βιομηχανική εποχή, οι ήχοι δεν αποκτούν απλά μια
πρωτεύουσα σημασία και μια αυτόνομη οντότητα, αλλά και τη δυνατότητα
να ορίζουν χώρους και να δημιουργούν ταυτότητες. Η τυποποίηση των
προϊόντων αυτόματα σημαίνει την τυποποίηση του ήχου που τα παράγει.
Ο ήχος της γραφομηχανής μας βοηθά να ανακαλέσουμε στην ύπαρξη ενός
εργασιακού χώρου, το κομπρεσέρ στα έργα του δρόμου, τα κουταλάκια
που χτυπούν στο φλιτζάνι σε μια καφετέρια. Ο ήχος της καθημερινότητας
παίρνει όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό τη μορφή θορύβου και τυποποιείται
σε σημαίνοντα αποσπάσματα. Μια εποχή που η τέχνη της αντιστέκεται στην
αμεσότητα της «εικόνας» τυποποιώντας την, το ίδιο θα κάνει και με τον ήχο.
Την εποχή αυτή, που ο χρόνος αναλαμβάνει να ολοκληρώσει τον χώρο, ή
να τον συμπληρώσει, ως «χωροχρόνος», η έννοια του «ήχου» παίρνει μια
διαφορετική, πολύ πιο σημαντική υπόσταση. Για πρώτη φορά είναι έννοια
σημαντική και αξιοπρόσεκτη και συμπίπτει με αυτήν της μουσικής. Ο άμορφος
ήχος και ο θόρυβος είναι η μουσική ταυτότητα της πόλης, της ταχύτητας
και της τεχνολογίας. Ο άνθρωπος του 20ού αιώνα δεν περικυκλώνεται από
αρμονικές αναλογίες και αιθέριους μουσικούς, αλλά από ωμούς θορύβους
και μουσικούς-μηχανικούς που προσπαθούν να επανανοηματοδοτήσουν την
τέχνη τους. Όπως διακήρυττε ο φουτουριστής ζωγράφος και μουσικός Luigi
Russolo το 1913 στο μανιφέστο του The Art of Noises: «Η ζωή στην αρχαιότητα
βρισκόταν όλη στη σιωπή. Τον 19ο αιώνα, με την εφεύρεση της μηχανής,
γεννήθηκε ο θόρυβος. Σήμερα, ο θόρυβος θριαμβεύει στον υπέρτατο βαθμό
πάνω στην ανθρώπινη ευαισθησία».

Ποίος εκτελεί ξανά τη Ρόζα;


Παραπαίουσα εδώ και δεκαετίες στην πλήρη απουσία νοήματος, βαλτωμένη σε αδιέξοδες αναλύσεις, εγκλωβισμένη σε πλαστά διλλήματα, αθεράπευτα ναρκωμένη από την ψυχολογία της ήττας, στρατευμένη στον ευκαιριακό πολιτικαντισμό και τη γκρουπούσκουλη μικρουστερία, ανέραστη και ενοχική με τα πάθη της λαϊκής οργής, εκτελεστικά αυτιστική στις καθημερινές λειτουργίες της νομαδικής υποτέλειας, μάταια αναζητά την αλλαγή έξω από τον κόσμο, την επανάσταση μακριά από τη ζωή. Η ελληνική αριστερά, ανεμική και φιλάσθενη μπροστά στην κοινωνική καταιγίδα, σηκώνει σήμερα μεσίστια σημαία στον πολιτισμό των ηλιθίων επιδιώκοντας να ψαρέψει στα θολά νερά της συλλογικής εξατομίκευσης, της υποταγής και του φόβου.